Συναλλαγή με εαυτόν στην ποίηση

Συναλλαγή με εαυτόν στην ποίηση

 

Banner_1 

Συναλλαγή με εαυτόν στην ποίηση

 

Είναι δεδομένο πως κατά τη δημιουργία της ποίησης δύσκολα τιθασεύεται το προσωπικό ιδεόγραμμα και το ψυχικό-πνευματικό έλασμα. Η ροπή του ποιητικού υποκειμένου εις εαυτόν εξαρτάται εύλογα εν μέρει και από την αποστασιοποίηση από τους ετέρους, την κατάργηση της συνύπαρξης ή τη διαδικασία ενδοσκόπησης και άλλες παραμέτρους.

Η συναλλαγή με εαυτόν κάποτε εξαίρει και τη δραματικότητα της συντελεσμένης ή εν δυνάμει απουσίας, είτε ως εφαλτήριο νοητικών εμπειριών είτε ως απότοκο της ετεροπαρατήρησης. Δεν ανιχνεύεται μόνο στο ρομαντισμό, τον υπαρξισμό ή το συμβολισμό, αλλά είναι τρόπον τινά κοινοτοπία προσαρμοσμένη σε παραδοσιακά ή νεωτερικά σχήματα.

Στην «Υστεροφημία»[1] του Κ.Γ. Καρυωτάκη η χρήση του α πληθυντικού ρηματικού προσώπου ενισχύει την πλήρη ρήξη με τη λογική κατάφαση στη ζωή.

 

Τό θάνατό μας καρτερεῖ τό λαμπρό φῶς τοῦ ἡλίου.

Τέτοια θά δοῦμε ἀκόμη μιά δύση θριαμβική,

κι ὓστερα φεύγουμεν ἀπό τά βράδια τοῦ Ἀπριλίου,

στά σκοτεινά πηγαίνοντας βασίλεια πέρα κεῖ[2].

 

Άλλωστε η σήμανση της επερχόμενης απουσίας προϊδεάζει τη μεγαλοπρεπή ενατένιση του φωτός, αντιφατικά βεβαίως με την προσωποποίηση («καρτερεῖ τό λαμπρό φῶς τοῦ ἡλίου»). Στο ίδιο ύφος επιβεβαιώνεται ο τετριμμένος συμβολισμός του θανάτου με το ηλιοβασίλεμα («ἀκόμη μιά δύση θριαμβική»). Σταδιακά η σηματοδότηση των χρονικών σημείων συνυφαίνεται με την ένταση των αποχρώσεων («τό φῶς τοῦ ἡλίου/μιά δύση/τά βράδια τοῦ Ἀπριλίου»). Απόληξη είναι η αποτύπωση της πορείας προς το χάος με τα κινητικά ρήματα («φεύγουμεν», «πηγαίνοντας»), σε ολοένα πιο ερεβώδη προορισμό («στά σκοτεινά βασίλεια»).

Ο χειμώνας ξετυλίγεται σφοδρό ρεύμα, ακατάπαυστο εντός του μηνός Μαΐου σε απόλυτη αντιστοιχία με τη θλίψη και την καταπτόηση στο Ρώμο Φιλύρα, που «στάθηκε η πιο αυθόρμητη λυρική έκφραση, αντιφέγγισμα της πλούσιας εσωτερικής του ευαισθησίας, στον ευρύ χώρο του νεοελληνικού λυρισμού»[3].

 

Μέσα στό Μάη ἀλάλαζεν ὁ θρίαμβος τοῦ χειμῶνα

καί στῆς βροχῆς τό σύθαμπον ἐβρόντα ὁ κεραυνός

καί τό χαλάζι ἐμάραινε τήν τροφαντή ἀνεμῶνα

καί τά μπουμπούκια, πού ἂνοιγαν ματάκια πρός τό φῶς.

……………………………………………………………………………

Καί τ’ ὂνειρό μας πού ἒλεγε νά λουλουδιάσει τώρα,

προσμένοντας τόσον καιρό τοῦ Μάη τό λαῦρο φῶς,

ἀλλοίμονον! ἡ ἀπάντεχη τό πρόφτασεν ἡ μπόρα

καί σά μπουμποῦκι τὂκαψεν ὁ μέγας Κεραυνός[4].

 

Καταλύεται λοιπόν κάθε προσμονή ανθοφορίας που θα επέφερε την ψυχική ανάταση. Τα καιρικά φαινόμενα ακραία αποτυπώνονται ηχητικές εικόνες με κυρίαρχο το ουσιαστικό («στῆς βροχῆς», «ὁ κεραυνός», «τό χαλάζι») και το ρήμα («ἀλάλαζεν», «ἐβρόντα»). Τα συναισθήματα ισορροπούν με τις αφύσικες συνθήκες («ἐμάραινε»). Η οικοδόμηση του ονείρου («προσμένοντας τόσον καιρό») επιστρατεύει μια θετική διάθεση («τό λαῦρο φῶς») που όμως δε βρίσκει αντίκρισμα στην πραγματικότητα, αφού την αναγέννηση εμποδίζει ο Κεραυνός, σύμβολο διασάλευσης της τάξης. Η συναισθηματική έκρηξη φαίνεται απρόσμενη, με το σχετλιαστικό επιφώνημα («ἀλλοίμονον»).

Η καταλυτική μεταβλητότητα αποκλείει κάθε διέξοδο. Το α πληθυντικό πρόσωπο προάγει την ενδοσκόπηση σε συγκινησιακούς παλμούς («τ’ ὂνειρό μας πού ἒλεγε νά λουλουδιάσει/σά μπουμποῦκι τὂκαψεν ὁ μέγας Κεραυνός»). Γενικεύεται ο πόνος σε μια κλίμακα πεσιμισμού που αποτρέπει την επαναφορά της νηνεμίας («ἡ ἀπάντεχη τό πρόφτασεν ἡ μπόρα»).

Ο απομονωτισμός εξάλλου γίνεται κίνητρο παραίτησης απ’ την επίμονη ελπίδα στο ποίημα «Αντίδωρο» του Γιάννη Ρίτσου[5] (Ἀθήνα, 2. ΙΙΙ. 85).

 

Ἀνάκατες ἐφημερίδες

χάμου στό πάτωμα.

Κι ἐμεῖς χωρίς καθρέφτη,

ἀλλά μέ ὃλη τήν ἂνεση

τῶν στερημένων,

φορέσαμε τό καπέλο μας,

βγήκαμε στό δρόμο,

δέ χαιρετήσαμε κανέναν.

 

Η μετάβαση από τον εσωτερικό στον εξωτερικό χώρο αυξάνει την προβληματική συνύπαρξη και αποτελεί ουσιαστική ρήξη. Γίνεται η μετάβαση ενσυνείδητη επιλογή, αμετάκλητη των αόριστων προσώπων με το χάρισμα της αποφασιστικότητας (το αντικείμενο-«καπέλο»-τονίζει τη μεταβολή). Ο συσχετισμός του εγώ με τους άλλους, σε α πληθυντικό πρόσωπο, αποσαφηνίζει την ιδιαιτερότητα ν’ αποκόπτεται κανείς από ένα ερμητικό πρίσμα συντήρησης της επικοινωνιακής κρίσης. Επίσης η κατάσταση της νοητικής αταξίας στα ενδότερα («ἀνάκατες ἐφημερίδες») ταυτίζεται με την έλλειψη αυτοσυνειδησίας («χωρίς καθρέφτη») γι’ αυτούς που εν τέλει επιλέγουν την αποχώρηση.

Βεβαίως, σύμφωνα με τον Κ. Στεργιόπουλο, ο νεορομαντισμός «καταφεύγει στη μνήμη και στην ομορφιά ή κραυγάζει από απόγνωση και απιστία»[6]. Η επίκληση της τέχνης σαρώνει την απελπισία κατά το δυνατό ή αποδεσμεύει απ’ τα επίγεια χαλάσματα στο ποίημα «Έμπνευση»[7] του Ρώμου Φιλύρα.

 

Δέν εἶν’ ἂλλο στόν κόσμο ἀπ’ τήν ἒμπνευση μόνο,

μόνο αὐτή ξελυτρώνει ἀπ’ τά γήϊνα δεσμά,

μόνο αὐτή νανουρίζει τόν πικρό μας τόν πόνο[8].

 

Με αποφατική έκφραση εξοστρακίζεται η δυσφορία εξαιτίας του κύρους της πνευματικής δημιουργίας («δέν εἶν’ ἂλλο στόν κόσμο») σε πειστικό λόγο με επαναφορά της φράσης «μόνο αὐτή». Το ρήμα στον Ενεστώτα («ξελυτρώνει», «νανουρίζει») προκρίνει την ευεργετική συμβολή της έμπνευσης στη μείωση του υπαρξιακού «πόνου». Ουσιαστικά ο έντεχνος λόγος απεγκλωβίζει απ’ την προσκόλληση στη μειονεξία της φθαρτής υπόστασης, λειτουργεί ως θεραπευτικό της απόγνωσης.

Ο Τάκης Γιαννόπουλος («Το σπίτι μας») εκθέτει το προσωπικό βίωμα μέσα από την αντίθεση παρελθόντος και παρόντος[9].

 

Τί ὡραῖα πού μύριζε τό σπίτι μας

τά καλοκαίρια,

ὃταν τό φῶς κάτασπρο γλίστραγε

ἀπό τους τοίχους

στά πελώρια τραπεζομάντηλα

καί στά λινά σεντόνια

τῶν ζεστῶν μεσημεριῶν,

κι ὃταν τ’  ἀπομεσήμερα

ἒπαιρνε νά φυσᾶ ἓνας μικρός

χαϊδευτικός ἀέρας

καί σκόρπιζαν τ’ ἀρώματα

τοῦ ξαπλωμένου στό τραπέζι χαμομηλιοῦ

πρός τά ὀρθάνοιχτα, διψασμένα παράθυρα,

κι ἡ μέθη τέλειωνε, ἃμα κι ὁ τελευταῖος

τῆς παννυχίδας λύχνος ξεψυχοῦσε.

 

Τώρα π’ ἀνοίγω τίς μεγάλες πόρτες

πού τρίζουν τήν ἀπουσία σας,

πρόσωπα ἀγαπημένα,

πρόσωπα πού σκορπίσατε τίς μνῆμες σας

καί τή ζωή σας

σ’ αὐτό τό σπίτι,

τώρα πού τά κρεβάτια

παραμένουν γουβιασμένα στόν καημό τους,

αὐτή ἡ μυρωδιά μέ συνεπαίρνει,

σέ μέρες ἡλιόλουστες, καλοκαιρινές,

τό χρῶμα τό ἀπέραντο.

 

Κι ὃμως,

ὃλα τά ρούφηξε, ὃλα τά πῆρε

τό σκοτἀδι,

καθώς βαριές, βαθιές κουρτίνες

μπῆκαν ἀνάμεσα στόν ἣλιο

καί στό χρόνο.

 

Οι χρονικές επινοήσεις («τά καλοκαίρια/ τ’  ἀπομεσήμερα/ μέρες ἡλιόλουστες, καλοκαιρινές») συνοδεύουν τις προσωποποιήσεις («ἓνας μικρός χαϊδευτικός ἀέρας/ διψασμένα παράθυρα») που αισθητοποιούν τη διαίσθηση του σπιτιού, της κοιτίδας αφομοίωσης της απώλειας. Η αντιπαράθεση του εγώ («τί ὡραῖα πού μύριζε τό σπίτι μας/τώρα π’ ἀνοίγω τίς μεγάλες πόρτες») προς το εμείς («πρόσωπα πού σκορπίσατε τίς μνῆμες σας καί τή ζωή σας») επιτείνει τη μελαγχολική εντύπωση της συμβίωσης που έληξε ανεπιστρεπτί˙ κυρίως ελαύνουν οι φιγούρες του αλλοτινού τρόπου ζωής που επηρεάζουν (τόσο αισθαντικές) και τη συγκαιρινή συναίσθηση των πεπραγμένων («τώρα πού τά κρεβάτια/παραμένουν γουβιασμένα στόν καημό τους»).

Όλα τα δεδομένα περιγραφής της οικίας («τραπεζομάντηλα, τραπέζι, πόρτες, κρεβάτια, κουρτίνες, παράθυρα, λινά σεντόνια») ενσαρκώνουν την αίσθηση της απουσίας κυρίως με το κατάλοιπο ίχνος μιας μυρωδιάς («τί ὡραῖα πού μύριζε», «αὐτή ἡ μυρωδιά μέ συνεπαίρνει»). Το γ πρόσωπο  («παραμένουν γουβιασμένα», «ὃλα τά ρούφηξε, ὃλα τά πῆρε», «μπῆκαν») αποδίδει την αιφνίδια προσαρμογή του ερέβους εντός της οικίας.

Η στροφή προς εαυτόν ως αυτοσυναίσθηση καταγράφεται αφαιρετικά στο ποίημα του Γιάννη Ρίτσου, «Ὑπερῶον»[10].

 

Μετά τήν παράσταση

ἒμεινε κρυφά στό ὑπερῶον

στά σκοτεινά.

Ἡ αὐλαία ὁλάνοιχτη.

Ἐργάτες τῆς σκηνῆς,

φροντιστές, ἠλεκτρολόγοι

ξεστήνουνε τά σκηνικά,

μετέφεραν στό ὑπόγειο

ἓνα μεγάλο γυάλινο φεγγάρι,

σβῆσαν τά φῶτα,

ἒφυγαν,

κλείδωσαν τίς πόρτες.

Σειρά σου τώρα,

χωρίς φῶτα,

χωρίς σκηνικά καί θεατές,

νά παίξεις ἑαυτόν.

 

Η εικονοπλασία στο κείμενο κλιμακώνεται σε δυο επίπεδα, αφενός της έντασης των πολλαπλών ενεργειών (στ. 5-12), αφετέρου της μοναδικής παρέμβασης. Σύνηθες στα πλαίσια του διαλόγου με τον εαυτό, το β ενικό πρόσωπο. Η σκηνή γίνεται πρόσχημα της μεταμφίεσης του προσώπου που αφομοιώνεται απ’ τον πρακτικό στίβο, ενώ το πέρας της παράστασης μας μεταβιβάζει στο κλίμα της αποποίησης των προσωπείων για την αναμέτρηση με το εγώ.

Η ελλειπτική φράση των ουσιαστικών («ὑπερῶον, ἡ αὐλαία, τῆς σκηνῆς, φροντιστές, ἠλεκτρολόγοι, τά σκηνικά») αναδεικνύει τη θεατρικότητα (σημειωτέον, πόσο διεξοδικά κατατάσσονται οι συντελεστές της παράστασης στο πεζολογικό σχήμα). Πλάνα του εσωτερικού χώρου διασπώνται με την αξιοποίηση του φωτός μέσω επαναλήψεων («στά σκοτεινά», «σβῆσαν τά φῶτα», «χωρίς φῶτα») και της εναργούς αντίθεσης με τα φυσικά στοιχεία («ἓνα μεγάλο γυάλινο φεγγάρι») που επιφανειακά δεν έχουν θέση στη διαδικασία της ενδοσκόπησης. Και πιο πριν, η κατάδειξη της κίνησης, σ’ αντιδιαστολή με τις απανωτές αρνήσεις («χωρίς φῶτα», «χωρίς σκηνικά καί θεατές»), εισάγει το ζήτημα της υπόδυσης του εαυτού.

Ο διάλογος με εαυτόν προέχει στο ποίημα του Τάκη Γιαννόπουλου, «Κ.Ε.Ν. Κορίνθου 1955, γ΄»[11] για την κατάθεση της απελπισμένης απόληξης των συμβεβηκότων.

 

Σκύψε στήν ψυχή σου

πάρε ἀνάμεσα στίς δυό σου παλάμες τόν πόνο,

ὃπως ἒπαιρνες ἂλλοτε τό πρόσωπο τῆς ἀγαπημένης˙

κυλᾶμε σ’ ἓνα ποτάμι ἀπό πολύχρωμες φτεροῦγες,

πρέπει νά προχωρήσης,

μέ τό στρατιωτικό σου βῆμα,

στό ὃπλο ἡ ξιφολόγχη,

στήν ξιφολόγχη ἡ καρδιά σου.

 

Εδραιώνεται η πρόταση του δέοντος («πρέπει νά προχωρήσης») σε τόνο συμβουλευτικό, ιδιαίτερα με μια συναινετική, σχετικά με τον καημό, Προστακτική («σκύψε», «πάρε»). Η ευτυχία και η συνείδηση της αμετάκλητης κατάργησής της με την αναδρομή στο παρελθόν («ὃπως ἒπαιρνες ἂλλοτε τό πρόσωπο τῆς ἀγαπημένης») εξομοιώνει την ερωτική ευφροσύνη με τον αναπόδραστο πόνο («πάρε ἀνάμεσα στίς δυό σου παλάμες τόν πόνο»).

Ο πληθυντικός του Ενεστώτα (σε α πρόσωπο) σηματοδοτεί την καθολική εμπειρία των πολυσχιδών δύσκαμπτων συνθηκών («κυλᾶμε σ’ ἓνα ποτάμι ἀπό πολύχρωμες φτεροῦγες»), επιβεβλημένων σε αντικειμενική βάση και αναγκαίων, ώστε να ξεπεραστούν. Αντικείμενο της αλληγορίας, η «ξιφολόγχη» (σ’ αλληλουχία η διατήρηση της αγωνιστικότητας με την ένδειξη του πόνου), λειτουργεί ως μέσο αυτοπροστασίας απ’ τα δεινά και ως απότοκο της συνειδητοποίησης του ψυχικού γκρεμού εαυτού.

Μέσω της υπόδυσης ρόλου εντοπίζεται η απόγνωση του εγώ στον Κ. Γ. Καρυωτάκη[12].

 

Ἂλογα μαῦρα, θίασος ἱπποδρομίου, πετοῦνε

οἱ σκέψεις τώρα, φεύγοντας τή μάστιγα τοῦ λόγου.

Κι εἶμαι ἓνας κλόουν τραγικός, πού οἱ ἂνθρωποι θά δοῦνε

νά παίζει, νά συντρίβεται μέ τήν ὁπλή τοῦ ἀλόγου.

 

Η αντιστοιχία των ουσιαστικών («Ἂλογα μαῦρα, θίασος ἱπποδρομίου», «οἱ σκέψεις») ανασύρει μια συλλογιστική διαδικασία χωρίς ερείσματα, προκειμένου να ξεδιπλώσει οποιαδήποτε θετική αντίληψη του κόσμου. Έτσι το τραυματισμένο εγώ δεν ισορροπεί μέσα απ’ την ορθή ενατένιση των πραγμάτων. Μορφολογικά ο ποιητής αποδεσμεύεται απ’ την ισοσυλλαβία[13], ενώ με το α ενικό πρόσωπο μεγαλοπρεπώς αντιπαλεύει με τους ανθρώπους, ένα άμορφο πλήθος χωρίς κοινά χαρακτηριστικά˙ δείγμα της διάλυσης, της κατακερματισμένης σκέψης η δράση του ποιητικού υποκειμένου («νά παίζει, νά συντρίβεται»). Ο παραλληλισμός («εἶμαι ἓνας κλόουν τραγικός») με τον κλόουν, ο συμφυρμός του κωμικού με το τραγικό, εισάγει στην οικοδόμηση της σύγχυσης, τον ηθελημένο εξοστρακισμό απ’ το πεδίο του λογικού («φεύγοντας τή μάστιγα τοῦ λόγου»).

Η εσωτερικότητα λοιπόν ανασύρεται ως παιχνίδισμα μιας δομημένης ροής λόγου, αντίστοιχης προς το συλλογισμό που μοιράζεται το ποιητικό υποκείμενο με το δέκτη. Ο αναγνώστης προσεγγίζει, έστω και περιστασιακά, την εσωτερική αγωνία του γράφοντος ακόμα και μέσα από τη χρήση ειδικών προσωπείων.

 

«Παράξενος ἂνθρωπος…/νά γράφει καί νά σβήνει/τά μυστικά τοῦ κόσμου»[14].

 

 

[1] Κώστα Στεργιόπουλου, «Περιδιαβάζοντας», τόμος Α΄, από τον Κάλβο στον Παπατσώνη, Κέδρος, 1982

[2] Κ. Γ. Καρυωτάκη, «Άπαντα τα Ευρισκόμενα», τόμος Α΄, φιλολ. Επιμέλεια Γ. Π. Σαββίδη, Αθήνα 1965

[3] Σήφη Γ. Κόλλια, «Αφιέρωμα στο Ρώμο Φιλύρα (πενήντα χρόνια από το θάνατό του)», Φιλολογική Πρωτοχρονιά, 1994

[4] Ρώμου Φιλύρα, «Γυρισμοί» (1912-1918), Αθήνα 1919 («Μπόρα τοῦ Μάη»)

[5] Γιάννη Ρίτσου, «Ὑπερῶον», Κέδρος, Αθήνα 2013

[6] Λεξικό Νεοελληνικής Λογοτεχνίας (πρόσωπα-έργα-ρεύματα-όροι), εκδόσεις Πατάκη

[7] Κώστα Στεργιόπουλου, «Περιδιαβάζοντας», όπ. π.

[8] Ρώμου Φιλύρα, «Θυσία» (1919-1923), Αθήνα 1923

[9] Τάκη Γιαννόπουλου, «Επιλογή Α΄» (1951-1986), Ποιήματα, Αθήνα 1987

[10] Γιάννη Ρίτσου, «Ὑπερῶον», όπ. π.

[11] Τάκη Γιαννόπουλου, «Επιλογή Α΄», όπ. π.

[12] Κ. Γ. Καρυωτάκη, «Ἐλεγεῖα καί Σάτιρες», Αθήνα, Ιδεόγραμμα, 1998

[13]  «…το κομμάτι με το διασκελισμό μπορούσε είτε να προστεθεί στον α ή στο β στίχο, οπότε έχουμε δύο ανισοσύλλαβους στίχους, είτε να αποσπαστεί και να αποτελέσει ένα ξεχωριστό ενδιάμεσο μικρό στίχο, οπότε έχουμε τρεις ανισοσύλλαβους στίχους»: Ελ. Πολίτου-Μαρμαρινού, «Οι τολμηροί διασκελισμοί του Καρυωτάκη προς το μέλλον», περιοδικό Διαβάζω, τεύχος 157 (17/12/1986)

[14] Γιάννη Ρίτσου, «Ὑπερῶον», όπ. π.

 

 

της Ελευθερίας Μπέλμπα

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΜΠΕΛΜΠΑ

Η Ελευθερία Μπέλμπα γεννήθηκε στην Αθήνα το 1969. Σπούδασε ελληνική φιλολογία στο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης. Εργάζεται ως εκπαιδευτικός. Δοκίμια, μεταφράσεις, κριτικές λογοτεχνίας της ίδιας έχουν δημοσιευτεί στο λογοτεχνικό τύπο. Αποσπάσματα του έργου της περιλαμβάνονται σε ανθολογίες. Είναι μέλος της Εταιρίας Ελλήνων Λογοτεχνών και της Ε.Ε.Λ.Σ.Π.Η. [Ένωσης Ελλήνων Λογοτεχνών και Συγγραφέων των Πέντε Ηπείρων].Εκδόσεις: ♦ «Φθινοπωρινές νότες», ποιήματα, Νέα Σύνορα, Αθήνα 1994 ♦ «Δίχτια», ποιήματα, Νέα Σύνορα, Αθήνα 1996 ♦ «Poesis modus», ποιήματα, Νέα Σύνορα, Αθήνα 1996 ♦ «Γλωσσική διδασκαλία για την Α΄ Λυκείου», (γραμματικά-συντακτικά φαινόμενα της αρχαίας ελληνικής), Γρηγόρη, 1997 ♦ «Αμόλεχος», ποίηση, Νέα Σύνορα, Αθήνα 1999 ♦ «Έαρος νυχτερινό κατευόδιο», ποιήματα, Νέα Σύνορα, Αθήνα 2000 ♦ «Η κυρία Άλρα», ποιήματα, Ανατολικός, Αθήνα 2002 ♦ «Άσκηση πάνω στα δοκίμια του Αλέκου Βασιλείου», δοκίμια, Αθήνα 2003 ♦ «Προς τους ολυμπιακούς αγώνας εν Αθήναις, 2004», ποίηση-περιλαμβάνεται στο «Ολυμπιακό αφιέρωμα 2004- Ανθολογία της Ε.Ε.Λ.Σ.Π.Η.», Γερμανία, 2004 ♦ «Πολιτική θεωρία», ποιήματα-περιλαμβάνονται στον «Φιλολογικό Κόσμο- Ανθολογία», Ατέρμονο, Αθήνα 2006 ♦ «Οδοιπορικό στη γραμμή του θέρους (επιστολή στον Ίωνα)», ποίηση-περιλαμβάνεται στην «4η Ανθολογία της Ε.Ε.Λ.Σ.Π.Η.», Ζήτη, Θεσσαλονίκη 2009

Υποβολή σχολίου

Υποβολή συμμετοχής!

Εγγραφείτε στο newsletter

Αρχείο

Είσοδος