
γράφει η Γεωργία Βασιλειάδου
Κι αν μπορούσαμε όλοι να γίνουμε συγγραφείς; Κι αν μπορούσε ο καθένας μας να γράψει ένα τέλειο σονέτο, ένα υπέροχο τραγούδι;
Αυτό μοιάζει να υπόσχεται η έλευση της τεχνητής νοημοσύνης, μεταξύ πολλών άλλων, προκαλώντας ποικίλες αντιδράσεις σε κοινωνικό, επιστημονικό, φιλοσοφικό και πολιτικό επίπεδο. Η συζήτηση αυτή έχει επεκταθεί παντού και θα συνεχίσει να μας απασχολεί για αρκετά χρόνια ακόμη. Σε τούτο το άρθρο θα περιοριστούμε στις επιπτώσεις της τεχνητής νοημοσύνης στην έννοια του δημιουργού και του πνευματικού έργου κατά το δίκαιο της πνευματικής ιδιοκτησίας.
Έτσι, ενώ μέχρι πριν κάποια χρόνια ο λογοτεχνικός κόσμος πάσχιζε με τη μάστιγα της λογοκλοπής, ερχόμαστε στο τέλος του 2022, όπου ένα λογισμικό που ανασυνθέτει και παράγει υλικό βάσει υπαρχόντων κειμένων και πληροφοριών διαθέσιμων κυρίως στο διαδίκτυο, διανέμεται δωρεάν σε όλον τον κόσμο. Πρόκειται για τα περίφημα εργαλεία γενετικής τεχνικής νοημοσύνης (generative AI), τα οποία αυξάνονται καθημερινά για να εξυπηρετήσουν διαφορετικές ανάγκες και να προσελκύσουν διαφορετικά καταναλωτικά κοινά. Πόσο όμως επηρεάζουν ή θα επηρεάσουν άραγε τη λογοτεχνία; Μόλις πριν λίγες ημέρες, μια συγγραφέας στην Ιαπωνία αποκάλυψε ότι έκανε χρήση ενός τέτοιου εργαλείου[1], προκαλώντας αμφιλεγόμενες αντιδράσεις. Αντιθέτως, συγγραφείς, όπως ο Τζορτζ Ρ.Ρ. Μάρτιν και ο βραβευμένος με βραβείο Πούλιτζερ Michael Chabon, έχουν προσφύγει ενώπιον των Αμερικανικών δικαστηρίων κατά των εταιριών που παράγουν και εμπορεύονται εφαρμογές σύνθεσης κειμένων με το σκεπτικό της παράνομης χρήσης δικών τους κειμένων, στο πλαίσιο της μηχανικής μάθησης (machine learning) κατά την ανάπτυξη και βελτίωση αυτών την εφαρμογών. Ο λόγος φυσικά αυτής της αντιμαχίας πηγάζει από τον φόβο αντικατάστασης του ανθρώπου-δημιουργού από τέτοιες εφαρμογές που προσφέρουν γρήγορες, εύκολες, οικονομικές και ορισμένες φορές πιο ακριβείς λύσεις απ’ ότι ένας συγγραφέας. Όπως γίνεται εύκολα αντιληπτό μια τέτοια αντικατάσταση έχει και πολλά άλλα οφέλη για τους εργοδότες και τους παραγωγούς, εκδότες κ.λπ., αφού τους απαλλάσσει από τις υποχρεώσεις και τα όρια που πηγάζουν από το εργατικό και το αστικό δίκαιο που κανονικά εφαρμόζονται στις σχέσεις τους με τους ανθρώπους-συγγραφείς. Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, ότι η χρήση τους στο Χόλυγουντ προκάλεσε μια μακροχρόνια απεργία της ένωσης σεναριογράφων (Writers Guild of America), οι οποίοι αιτήθηκαν να διασφαλίσουν το μέλλον του επαγγέλματος και της τέχνης τους. Οι διαπραγματεύσεις διήρκησαν μήνες, καθώς οι ιδιοκτήτες των μεγάλων τηλεοπτικών και κινηματογραφικών στούντιο, γνωρίζοντας πολύ καλά τα οικονομικά οφέλη της χρήσης τεχνητής νοημοσύνης, δεν ήταν έτοιμοι να τα παραβλέψουν[2] άνευ όρων.
Ταυτόχρονα, η Ευρωπαϊκή Ένωση ήδη από το 2021 δουλεύει με εντατικούς ρυθμούς ένα πλαίσιο για την «ηθική χρήση» της τεχνητής νοημοσύνης[3], αντιμετωπίζοντας σωρεία προβλημάτων τόσο στις διαπραγματεύσεις μεταξύ κρατών μελών και εμπλεκόμενων φορέων όσο και στον ίδιο τον ορισμό της έννοιας της «τεχνητής νοημοσύνης». Το πολυδιαφημιζόμενο αυτό νομοθετικό κείμενο είναι σε τροχιά επίσημης έκδοσης[4], όμως δεν ασχολείται με ζητήματα πνευματικής ιδιοκτησίας. Η εξήγηση για αυτό βρίσκεται στην ύπαρξη των ήδη ισχυόντων κανόνων που ρυθμίζουν περιοριστικά και ξεκάθαρα τι αποτελεί έργο πνευματικής ιδιοκτησίας.
Από τον ορισμό, λοιπόν, που ισχύει σε ευρωπαϊκό επίπεδο (βάσει και της ερμηνείας του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου), αλλά και στις περισσότερες χώρες του κόσμου, ένα έργο προστατεύεται ως τέτοιο εφόσον αποτελεί πρωτότυπο δημιούργημα του ανθρώπινου πνεύματος, είναι δηλαδή αποτέλεσμα των ελεύθερων και δημιουργικών επιλογών του ανθρώπου. Συνεπώς, σε καμία περίπτωση μία εφαρμογή ή η εταιρία που την έχει δημιουργήσει ή ο ιδιοκτήτης της δεν μπορεί να θεωρηθεί «πνευματικός δημιουργός» (δηλ. συγγραφέας, συνθέτης, μεταφραστής κ.λπ.) του προϊόντος που αυτή η εφαρμογή παράγει. Ωστόσο, εύλογο είναι το ερώτημα εάν η χρήση τέτοιων συστημάτων κατά τη συγγραφή ενός έργου αφαιρεί την ιδιότητα του δημιουργού από τον συγγραφέα ή εάν, αντίθετα ο χρήστης ενός τέτοιου εργαλείου μπορεί να θεωρηθεί δημιουργός του παραχθέντος κατά το μεγαλύτερο μέρος από αυτό έργου, εάν δηλαδή ο «χρήστης» ή χειριστής που αρκέστηκε απλώς στην παροχή οδηγιών ή/και στη φιλολογική επιμέλεια του κειμένου εξομοιώνεται με συγγραφέα. Στην πρώτη περίπτωση, εφόσον το έργο πληροί την προϋπόθεση της «πρωτοτυπίας» όπως προσδιορίζεται στο δίκαιο της ΕΕ, το έργο αυτό θα μπορεί να προστατευτεί. Ωστόσο, δεδομένου ότι αυτές οι πλατφόρμες «τρέφονται» από κείμενα και έργα άλλων συγγραφέων, είναι πολύ πιθανό να αφαιρούν από την πρωτοτυπία του νέου έργου ή ακόμη και να παρασύρουν σε αυτούσιες αντιγραφές. Η δεύτερη περίπτωση, που φαίνεται να απασχολεί περισσότερο, αποκλείεται εξ ορισμού από το δίκαιο της ΕΕ, καθώς ελλείπει το στοιχείο του ανθρώπινου πνεύματος. Αντιθέτως, κατά το αγγλικό και αμερικανικό δίκαιο, όπου η έννοια του έργου ορίζεται με πιο ευρύ τρόπο, προκύπτει πιθανό η περίπτωση του χρήστη να εντάσσεται στην έννοια αυτή και, συνεπώς, το έργο που δημιούργησε αποκλειστικά με τη χρήση τεχνητής νοημοσύνης να μπορεί να προστατευτεί ως πνευματικό του δημιούργημα. Ειδικότερα στην Αγγλία, «πνευματικός δημιουργός» (author) είναι “το πρόσωπο από το οποίο αναλαμβάνονται οι αναγκαίες ρυθμίσεις για τη δημιουργία του έργου”, συνεπώς στην έννοια αυτή εντάσσεται και ο χρήστης (ή ιδιοκτήτης) ενός συστήματος τεχνητής νοημοσύνης[5], Παρόλα αυτά, αξίζει να σημειωθεί ότι, λόγω των περιορισμένων δικαστικών αποφάσεων και απόψεων των αρμόδιων αρχών εντός ΕΕ, όλα παραμένουν ρευστά και μπορούν να ανατραπούν ξανά και ξανά στο μέλλον όσο η τεχνολογία θα εξελίσσεται και οι επιπτώσεις της θα γίνονται πιο ξεκάθαρες.
Περαιτέρω, λόγω της πλέον ανέφικτης απαγόρευσης, αλλά και συχνά μη ανιχνεύσιμης χρήσης τεχνητής νοημοσύνης, ο κόσμος της εκπαίδευσης έχει αρχίσει ήδη να προσαρμόζεται και να θέτει τις δικές του δικλείδες ασφαλείας. Για παράδειγμα, το πιο διαδεδομένο σύστημα παράθεσης πηγών στον ακαδημαϊκό τομέα παγκοσμίως, το σύστημα ΑΡΑ, στην 7η έκδοσή του συμπεριέλαβε σαφείς οδηγίες για τη σημείωση της χρήσης τεχνητής νοημοσύνης, υπό την προϋπόθεση ότι η χρήση γίνεται βοηθητικά σε κάποια σημεία και όχι για την παραγωγή ολόκληρης της επιστημονικής εργασίας[6].
Η κατάσταση όπως διαμορφώνεται σήμερα θυμίζει δυστοπικό μυθιστόρημα επιστημονικής φαντασίας όπου επανέρχεται το ερώτημα: θα αντικαταστήσουν οι μηχανές τον άνθρωπο; Κατά τη γνώμη μου, η λογοτεχνία ως ένα μέσο έκφρασης δεν μπορεί να υποκατασταθεί –ακόμη– από διαδικτυακές ηλεκτρονικές εφαρμογές. Οι ιστορίες και οι λέξεις μπορεί, πράγματι, να βρίσκονται σε αφθονία στον ψηφιακό κόσμο, όμως, ο συνδυασμός των σχημάτων λόγου, η μαεστρία στο δάμασμα του μέτρου και του στίχου, η προσέγγιση των χαρακτήρων και της πλοκής, ο εσωτερικός ρυθμός, οι νεολογισμοί, το «τέντωμα» της γλώσσας συνθέτουν μια τέχνη, ένα ταλέντο που δεν μπορεί να υποκατασταθεί από κανένα «μιμητικό» εργαλείο όσο καλά και εάν έχει «μελετήσει» τα περισσότερα λογοτεχνικά έργα. Ίσως η παραγωγή μιας όμορφης καλογραμμένης ιστορίας να είναι εφικτή, αλλά το προσωπικό στυλ, η λεγόμενη «φωνή» του συγγραφέα με τις πολιτιστικές και ιδεολογικές του επιρροές, είναι αυτό που κάνει κάποιον συγγραφέα και το έργο του ξεχωριστό. Και για αυτή τη μοναδικότητα παλεύουν να καταφέρουν τόσοι συγγραφείς ανά τους αιώνες, ειδάλλως είτε παραμένεις ένας μέτριος δημιουργός ή ένας κακός αντιγραφέας. Συνεπώς, χρειάζονται ενδεχομένως εξατομικευμένες εφαρμογές για να μπορέσει να επιτευχθεί ένα τέτοιο μοναδικό αποτέλεσμα.
Το πραγματικό πρόβλημα, ωστόσο, θεωρώ, πως βρίσκεται στην υπάρχουσα κατάσταση: στην παραπληροφόρηση για το ποιος έχει γράψει ένα έργο, στην άκριτη και μαζική έκδοση βιβλίων, στην ανάδειξη συγκεκριμένων έργων/συγγραφέων, στην άγνοια της ιστορίας της λογοτεχνίας. Έτσι, εάν από κάτι απειλείται η λογοτεχνία σήμερα θα έλεγα ότι αυτό είναι οι ίδιοι οι συγγραφείς (συμπεριλαμβανομένων των εν δυνάμει συγγραφέων) και οι αναγνώστες, οι εκδότες, δημοσιογράφοι, κριτικοί, δημιουργοί περιεχομένου στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, Ας μην ξεχνάμε, εξάλλου, πως δεν ήταν λίγες οι φορές στην ιστορία της ανθρωπότητας όπου οι υπερβολικοί φόβοι που γεννήθηκαν για ένα νέο τεχνολογικό εύρημα, σε μεταγενέστερο χρόνο διαψεύστηκαν. Σίγουρα, υπάρχουν και θα υπάρχουν επιπτώσεις και αναγκαστικές αλλαγές λόγω της τεχνολογικής και επιστημονικής προόδου (όπως συνέβη και με το ηλεκτρονικό βιβλίο, τα μεταφραστικά εργαλεία, τις βάσεις δεδομένων κ.ά), ωστόσο, επειδή η λογοτεχνία, και η τέχνη γενικότερα, είναι απόλυτα συνυφασμένη με τον άνθρωπο-δημιουργό όσο και με τον άνθρωπο-αναγνώστη/θεατή/ακροατή και η σχέση μεταξύ αυτών των δύο πόλων είναι συστατικό στοιχείο της τέχνης, δεν φαίνεται πειστικό το επιχείρημα ότι οι καλλιτέχνες θα χάσουν τη δουλειά τους, αφού όλα αυτά τα συστήματα τεχνητής νοημοσύνης απαιτούν ακόμη την παρέμβαση του ανθρώπου από τον σχεδιασμό μέχρι τη λειτουργία τους. Σε νομικό επίπεδο, πάντως, προβλέπεται έξαρση των αγωγών και μηνύσεων για παραβίαση πνευματικών δικαιωμάτων, αλλά και για την αμφισβήτηση του ορισμού του προστατευόμενου έργου. Φτάνει να δούμε, λοιπόν, εάν και αυτή τη φορά οι φόβοι των συγγραφέων θα διαψευσθούν ή όχι!
_____
[1] Πηγή: https://www.gdprgreece.com/article/1233/syggrafeas-apokalypse-oti-to-chatgpt-egrapse-meros-toy-vraveymenoy-mythistorhmatos-ths
[2] Για περισσότερες πληροφορίες: https://www.theguardian.com/culture/2023/oct/01/hollywood-writers-strike-artificial-intelligence
[3] Πρόκειται για την Πρόταση Κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τη θέσπιση εναρμονισμένων κανόνων σχετικά με την τεχνητή νοημοσύνη (Πράξη για την Τεχνητή Νοημοσύνη) και για την τροποποίηση ορισμένων νομοθετικών πράξεων της Ένωσης, COM/2021/206 final.
[4] Αναμένεται η ψήφισή του εντός του 2024, ενώ θα αρχίσει να εφαρμόζεται το 2027. Βλ.: https://ec.europa.eu/commission/presscorner/detail/el/ip_23_6473
[5] Παρόλα αυτά εγείρονται ακόμη αμφιβολίες, καθώς στο αγγλικό δίκαιο ενυπάρχει και το κριτήριο της πρωτοτυπίας η οποία παραμένει ακόμη συνδεδεμένη με το ανθρώπινο πνεύμα.













0 Σχόλια