Στη μικρή βεράντα της η κυρία Ειρήνη με ανοιχτή την τηλεόραση πότιζε τα λουλουδάκια της και ένα χαμόγελο άνθιζε στα γεροντικά χείλη της. Στην ίδια πολυκατοικία, δίπλα, σε απόσταση δύο μέτρων ήταν το μπαλκονάκι του κυρίου Παύλου, ενός καλοσυνάτου μεσήλικα εργένη, πνιγμένο κι αυτό στις βιολέτες, στους πανσέδες και σε ένα σωρό άλλα είδη φυτών.
Η κυρία Ειρήνη δεν ανησυχούσε που δεν είχε κινητό ούτε εκτυπωτή και δεν την ένοιαζε και πολύ που θα έμενε μέσα αφού τα χρειώδη τα φρόντιζε η ευγενική καλοσύνη του κυρίου Παύλου ο οποίος της τα άφηνε κάθε μεσημέρι μπροστά στην πόρτα της χτυπώντας της ελαφρά το κουδούνι και που χαμογελώντας έφευγε καταευχαριστημένος για να χωθεί ξανά στη μικρή του γκαρσονιέρα αφού είπαμε μένουμε σπίτι.
Οι δυο γείτονες αντάλλαζαν πολλές κουβέντες από τα αντικριστά μπαλκόνια, από τα νέα της ημέρας, το τι κάνανε τα παιδιά της κυρίας Ειρήνης που ζούσαν σε άλλη πόλη και τα ανίψια του Παύλου, την πρόγνωση του καιρού, ανέκδοτα, μέχρι για μεθόδους κηπουρικής και πετυχημένες συνταγές μαγειρικής και ζαχαροπλαστικής.
Μεγάλο Σάββατο και η κυρία Ειρήνη, ευδιάθετη, ανασηκώθηκε στο μαξιλάρι της, άνοιξε ελαφρά τις γρίλιες του παραθύρου, βγήκε στη βεράντα της που έβλεπε στον κεντρικό δρόμο. Ελάχιστος κόσμος κυκλοφορούσε, όλοι με μάσκες και γάντια. Από το απέναντι μπαλκόνι ο κύριος Παύλος τής φώναζε χαμογελαστός όλο χαρά.
Καλή Ανάσταση κυρία Ειρήνη, ορίστε, και της πέταξε ένα δεματάκι που περιείχε μια μεγάλη άσπρη λαμπάδα από καθαρό κερί. Στις δώδεκα θα βγούμε μαζί στα μπαλκόνια μας για να πούμε το Χριστός Ανέστη. Άντε και σε λίγες μέρες θα βγαίνουμε για περίπατο. Όπως και να ‘χε απόψε θα έκαναν Ανάσταση μαζί κάτω από τον ελαφρύ, ευωδιαστό και δροσερό Πασχαλιάτικο ουρανό.
_
γράφει η Αλεξάνδρα Μιχαλοπούλου








0 Σχόλια