Τελείωσαν τα ψέματα. Ένα και σήμερα μέχρι το πτυχίο. Η Μίνα στρώνεται στο γραφειάκι της, σαν καλή μαθήτρια, και κάνει πως διαβάζει για το πτυχίο, μέσα της, ενώ από έξω της παίρνει το στυλό και γράφει το ευχαριστήριο γράμμα:
«Παλιέ μου φίλε…,
Ναι, έρχομαι στα πάρτι, κάνεις πολύ θόρυβο, κατηφορίζοντας το λιθόστρωτο. Είναι ξημέρωμα Κυριακής. Ο πρωινός περιπτεράς σηκώνει τα ρολά του καταστήματός του. Τρέχω για τα τσιγάρα να προλάβω. Παίρνουμε το πρώτο πρωινό λεωφορείο από τον Λευκό Πύργο προς την ανατολική Θεσσαλονίκη. Ξεκλειδώνω. Πετώ τα παπούτσια μου σε μια γωνία. Τυλίγομαι κάτω από τις κουβέρτες μου, έτσι όπως είμαι με τα ρούχα μου. Τα υγρά όνειρά μου.
Επτά το πρωί. Ανακάθομαι στο κρεβάτι. Ξεκάλτσωτη, μπαίνω στην κουζίνα. Πίνω μισό ποτήρι γάλα. Η βροχή χτυπά τα τζάμια από τα πλάγια.
Έχω την αγωνία να σε δω. Περπατώ στα πεζοδρόμια της Τσιμισκή. Ένας μέσα από όλους θα είσαι· μέσα από στο ανώνυμο πλήθος θα φανείς, δεν μπορεί, θα πέσω πάνω σου, δήθεν τυχαία.
Κάνω νόημα στο διερχόμενο ταξί. «Στο θέατρο πάμε!» Παίζει το έργο «ελπίδες ψεύτικες».
Κρίμα, πάλι θα ξενυχτήσω για το χατήρι σου, θα κάνω την υπέρβαση και ας γράφω μάθημα το πρωί. Ας είναι, θα το δώσω τον Σεπτέμβριο· δεν χρωστάω τίποτε, όλα τα άλλα τα έχω περασμένα. Ας είναι μόνο ένα μάθημα.
Βέβαια, η δεύτερη σκέψη της Μίνας (θα έπρεπε να) είναι, να του γράψει ένα αποχαιρετιστήριο γράμμα. Και η Λένα αποφασίζει να τον ευεργετήσει, ανοίγοντας του τον δρόμο. Και μήπως δεν θα μπορούσε να κρατήσει το επιχρυσωμένο δαχτυλίδι σαν τρόπαιο άτακτης φυγής; Δεν πειράζει.
Άλλη μια μέρα πιο κοντά στην αναχώρηση ή στην ανταπόδοση, «πες το όπως θέλεις, ή όπως σε βολεύει ή όπως σου ταιριάζει καλύτερα, μέχρι την επόμενη άγνωστη στροφή της ειμαρμένης · άλλοι το λένε σάλτο μορτάλε.» Η Μίνα ελπίζει ψεύτικα όμως είναι ευτυχισμένη.
_
γράφει η Αλεξάνδρα Μιχαλοπούλου








0 Σχόλια