Μίλια και μίλια ναυτικά,
έμπορος της Ανατολής,
πετράδια και υφάσματα από την Εσπερία,
στη αρχόντισσα Σύρο να κομίσει,
επαναλαμβανόμενη ιστορία,
δεκάτου ενάτου αιώνα ακμάζουσα.
Όμως και την καταραμένη θάλασσα,
τον Βισκαϊκό,
τον πέρασε και τον περνά στα όνειρά του.
Σπαραμένη με κόκκαλα ο βυθός της.
Το μεγαλύτερο νεκροταφείο της φάρας μας.
Λάμψεις φωτός απέναντι στεριάς
αγναντεύοντας από της Ερμούπολης, τον ένα λόφο.
Χαμένα δα δεν πήγαν τα ταξίδια,
δαντέλες για της παντρειάς τα κορίτσια,
(αυτόν που αγαπούν να παντρευτούν)…
Αλίμονο…, έτσι νομίζεις(;)
Και όμως κάτι μελαγχολικά,
διακρίνει στον ορίζοντα
Κάτι τον τρώει να μπαρκάρει.
Κάηκε πια από τη στεριά.
Καραβοτσακισμένος, άχρηστος πια κάβουρας στα βραχάκια.
Με τις δαγκάνες του σπασμένες, κόκκαλα.
Δεν του φτάσαν δα τόσα μπάρκα.
Θέλει ξανά τη Μασσαλία,
και την ελευθερία,
τις αγαπητικιές εκεί, στην Εσπερία…
Από το όνειρο ξυπνά,
πετάγεται από την αμμούδα,
και προς τη θάλασσα ορμά.
Προς τον φωτεινό φάρο.
Εκεί χάνονται τα ίχνη του.
Να γιατί η θάλασσα την αγάπη σκοτώνει:
Διότι έτσι τα κανονίζει η ζωή:
να κρατάει ο έρωτας λίγο,
αλλά ο καημός του πολύ…
_
γράφει η Αλεξάνδρα Μιχαλοπούλου








0 Σχόλια