Το αγόρι και το μενταγιόν

Προσθέστε τον δικτυακό τόπο τοβιβλίο.net στην Google

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα της αναζήτησης

Μια φορά κι έναν καιρό, υπήρχαν όνειρα και φθινοπωρινές μπαλάντες και κάστρα στην άμμο. Και υπήρχε κι ένα αγόρι, του οποίου το όνομα ποτέ δεν συγκρατεί η μνήμη μου, που μπορούσε να εκμεταλλευτεί όλα τα παραπάνω προς όφελός του. Αιχμαλώτιζε τα όνειρα μέσα στις μικρές του ονειροπαγίδες, στραγγίζοντάς τα και παίρνοντας τη μαγεία τους. Άλλαζε τις μελωδίες από τις φθινοπωρινές μπαλάντες, ώστε να μπορεί μόνο εκείνος να αποκωδικοποιεί τα λόγια τους. Και γκρέμιζε τα κάστρα της άμμου για να μην μπορεί κανείς, εκτός από τον ίδιο, να τα πολιορκήσει.
Μια μέρα, καθώς το αγόρι στράγγιζε τη μαγεία ενός ονείρου, μια κοπέλα πέρασε μπροστά από το ανοιχτό του παράθυρο. Από το λίγο που πρόλαβε να δει, ένα μενταγιόν στο χρώμα της σελήνης κρεμόταν από το λαιμό της. Κάτι μέσα στο αγόρι άρχισε να του καίει τα σωθικά. Δεν ήξερε τι ήταν αυτό το κόσμημα, αλλά η απόκτησή του έγινε η νέα, αγαπημένη του εμμονή.
Οι μέρες διαδέχονταν η μία την άλλη και κάθε σχέδιο του αγοριού να βρει το μενταγιόν αποτύγχανε. Έχοντας χάσει κάθε ελπίδα, άρχισε να καταστρέφει οτιδήποτε περνούσε από το διάβα του. Σκότωνε τα όνειρα, έσβηνε τις ιστορίες που εξιστορούσαν οι μπαλάντες και μετέτρεπε την άμμο σε πέτρες, ώστε κανείς να μην μπορέσει να ξαναχτίσει κάστρα. Αφού δεν είναι αυτό που θέλω, δεν έχει σημασία, έπιανε τον εαυτό του να συλλογίζεται, κάθε φορά που πήγαινε να καταστρέψει κάτι.
Κάπως έτσι πέρναγε το αγόρι τον καιρό του, ώσπου η άνοιξη παρέδωσε τη θέση της στο θέρος, μπας και η ζέστη τού γλυκάνει λίγο την καρδιά. Αλλά, εκείνη παρέμενε πικραμένη, έχοντας ακόμη πάνω της ξερά κλαδιά και μαραμένα λουλούδια, υπολείμματα που ξέχασε να πάρει η άνοιξη προτού φύγει.
«Γιατί κλαις;», μια γέρικη φωνή τρόμαξε το αγόρι, κάνοντάς το να σηκώσει το κεφάλι, αφήνοντας στη μέση το φόνο ενός ονείρου. Τότε, τα μάτια του αντίκρισαν εκείνα ενός γεράκου, που πέρναγε από το κατώφλι του σπιτιού του. «Ορίστε;», απόρησε και τοποθέτησε τα ακροδάχτυλά του στο πρόσωπό του. Αμέσως, εκείνα γέμισαν υγρασία. Δεν είχε καταλάβει τόση ώρα πως έκλαιγε. «Τι σου φταίει, παλικάρι μου;», συνέχισε να μιλάει ο ξένος.
Το αγόρι απελευθέρωσε το όνειρο και σηκώθηκε όρθιο. Αφού διέσχισε τον κήπο του, στάθηκε μπροστά από τον γέρο και του ψιθύρισε κάτι στο αυτί. Εκείνος χαμογέλασε. «Για ένα μενταγιόν κλαις, αγόρι μου; Μπορώ να σου φτιάξω εγώ ένα», πρότεινε ο ξένος και τα μάτια του αγοριού έλαμψαν. Η πρότασή του ήταν εξαιρετικά δελεαστική, αλλά ήθελε, στ’ αλήθεια, να έχει μια απομίμηση;
Το σκέφτηκε για κάμποση ώρα, ζυγίζοντας τα υπέρ και τα κατά κάθε πιθανής του απόφασης. Αλλά, η δίψα για την απόκτηση αυτού του κοσμήματος ήταν τόσο μεγάλη, που δεν τον ένοιαζε πώς θα ξεδιψούσε, αρκεί να ξεδιψούσε. Έτσι, με τα πολλά και με τα λίγα, το αγόρι συμφώνησε με την πρόταση του ηλικιωμένου άντρα. Υπό έναν όρο, όμως: να σταματήσει να εκμεταλλεύεται τα όνειρα, τις φθινοπωρινές μπαλάντες και τα κάστρα της άμμου, ακόμη κι όταν χρειαζόταν τη δύναμή τους.
Το αγόρι γέλασε. «Δεν υπάρχει κάτι πολυτιμότερο από το μενταγιόν για μένα. Χάρισμά σου όλα τ ’άλλα», είπε στον ξένο. Ένα απαλό μειδίαμα απλώθηκε πάνω στα χείλη του γεράκου. «Όπως θες, παιδί μου», απάντησε και χάθηκε από το κατώφλι του αγοριού, όσο ξαφνικά είχε εμφανιστεί. Το αγόρι, αν και παραξενευμένο, δεν αντέδρασε. Διέσχισε τον κήπο του και κάθισε στην ξύλινη καρέκλα του.
Αμέσως, το μυαλό του άρχισε να τον ταξιδεύει σε μέρη απατηλά, σε μέρη όπου το κόσμημα που τόσο πολύ λαχταρούσε ήταν δικό του. Μια αίσθηση ευφορίας έκανε την καρδιά του να σκιρτήσει, απομακρύνοντας τα ξερά κλαδιά και τα νεκρά λουλούδια μακριά της. Τώρα, η θέρμη του καλοκαιριού μπορούσε να την αγκαλιάσει άφοβα.
Δεν κατάλαβε για πότε η ημέρα έγινε νύχτα. Ένα ψυχρό, καλοκαιρινό αεράκι του μαρτύρησε πως ο ουρανός σκοτείνιασε κι εκείνος τον κοίταξε για να επιβεβαιωθεί. Αλήθεια, ονειροπολούσε τόσες ώρες; «Γεια σου, παλικάρι μου», η γνώριμη φωνή του ηλικιωμένου άντρα αντήχησε μέσα στα αυτιά του, κάνοντάς τον να στρέψει, απότομα, το κεφάλι του μπροστά. Το λαμπύρισμα ενός μενταγιόν στο χρώμα της σελήνης τον έκανε να δακρύσει. Έτρεξε, ωσότου έφτασε απέναντι από τον ξένο.
«Σε ευχαριστώ!», αναφώνησε και πήγε να αρπάξει το κόσμημα, μα ο γεράκος τον σταμάτησε προτού το χέρι του το αγγίξει. «Είσαι σίγουρος γι’ αυτό που πας να κάνεις;», ρώτησε. Το αγόρι κούνησε το κεφάλι καταφατικά, καταπίνοντας μερικές συλλαβές πριν γίνουν λέξεις πάνω στα χείλη του. Ο ηλικιωμένος, τότε, πρόσφερε στο αγόρι ένα χαιρέκακο γέλιο, λίγο πριν πετάξει το κολιέ που κρατούσε πάνω από τα κάγκελα της πόρτας.
«Καλή τύχη, μικρέ», είπε και χάθηκε μέσα στη νύχτα, όσο το κόσμημα έπεφτε πάνω στο γρασίδι του κήπου. Το αγόρι έσπευσε να το πάρει στα χέρια του. Εκείνη την ώρα ένιωθε πως ήταν ο πιο τυχερός άνθρωπος πάνω στην πλάση. Μέχρι που εκείνη η ώρα εξατμίστηκε, αφήνοντας πίσω της μια πραγματικότητα σκληρή κι απαίσια. Το μενταγιόν διαλύθηκε στα χέρια του αγοριού, πριν προλάβει να το δει καλύτερα.
Βαθιά θλίψη σκέπασε το όμορφο πρόσωπό του. Μα η πιο μεγάλη οδύνη ήρθε αργότερα, σαν συνειδητοποίησε τη συμφωνία που είχε κάνει.
Κι έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα. Μάλλον.

 

_

γράφει η Ειρήνη Πατατανέ

Ακολουθήστε μας

Οι προσφορές των εφημερίδων για το Σαββατοκύριακο 26 – 27 Σεπτεμβρίου 2026

Οι προσφορές των εφημερίδων για το Σαββατοκύριακο 26 – 27 Σεπτεμβρίου 2026

Real News https://youtu.be/9skTRLRxG94?si=sQdNk01i1ckOrtBNΚαθημερινή https://youtu.be/zBXsgid2n3k?si=Y1x-OhrVwcyawY8i Πρώτο Θέμα Το Βήμα της Κυριακής Τα ΝΕΑ Δώστε μας το email σας και κάθε Παρασκευήθα έχετε στα εισερχόμενά σας τις προσφορές των εφημερίδων...

Το σταυρουδάκι

Το σταυρουδάκι

Ένα ασίγαστο μίσος τον είχε κυριεύσει. «Δεν τους θέλω στην πατρίδα μου. Εδώ οι Έλληνες πεινάνε και βοηθάνε αυτούς; Τους αλλόθρησκους;» σκεφτόταν. Μία μέρα το μίσος πήρε σάρκα και οστά. Δεν άντεχε να τους βλέπει να σφετερίζονται όσα είχε η δική του πατρίδα, η δική του...

Η αλλαγή

Η αλλαγή

Μια ζωή ήταν σωστός απέναντι σε όλους και σε όλα. Πάντα λειτουργούσε με ευαισθησία, ρομαντισμό και αγάπη. Πλέον είχε κουραστεί. Δεν άντεχε πια. Τα απανωτά χαστούκια της ζωής του κατέστρεψαν την ιδεατή σύλληψη ενός οράματος, ενός άλλου κόσμου. Ήταν μπροστά σε ένα...

Ακολουθήστε μας στο Google News

Διαβάστε κι αυτά

Η αλλαγή

Η αλλαγή

Μια ζωή ήταν σωστός απέναντι σε όλους και σε όλα. Πάντα λειτουργούσε με ευαισθησία, ρομαντισμό και αγάπη. Πλέον είχε κουραστεί. Δεν άντεχε πια. Τα απανωτά χαστούκια της ζωής του κατέστρεψαν την ιδεατή σύλληψη ενός οράματος, ενός άλλου κόσμου. Ήταν μπροστά σε ένα...

Διάττων αστέρας

Διάττων αστέρας

Έλαμψε. Φως. Διάχυτο. Η σκοτεινή ζωή του απέκτησε την αίγλη ενός λαμπερού αστεριού σε ένα κατασκότεινο καλοκαιρινό δειλινό. Θεώρησε πως πλέον είχε βρει την πυξίδα της ζωής του. Ακολούθησε πιστά το πλάνο, προσηλωμένος στην κατάκτηση της καρδιάς της. Εκτίμησε πως τα...

Ζωή μισή…

Ζωή μισή…

Δουλειά-σπίτι-δουλειά. Ζωή χωρίς χρόνο, χρόνος χωρίς ζωή. Αυτό ήταν το μονοπώλιο της ζωής του. Λίγες βόλτες με φίλους και φίλες, γεμάτος από παραστάσεις και ταξίδια. Πίστευε ότι αυτό ήταν αρκετό. «Ναι, είμαι πλήρης!» μονολογούσε ξανά και ξανά. Ήταν όντως όμορφα, ήταν...

0 σχόλια

0 Σχόλια

Υποβάλετε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *