1.
Η μέρα ξημέρωσε κανονικά
(αν και) χωρίς εσένα.
Τι σημαίνει καν αυτό;
Μήτε νεκρός είσαι,
μήτε καν απ’ τη Μακεδονία δεν έφυγες
(κατά τον λόγο κάποιων προπαγανδισμένων).
1.1
Δεν θα έρθω σήμερα από το hostel να φάμε πρωινό,
ούτε θα περάσω από το σούπερ να σου φέρω καμία μαλακία.
Δεν θα μου πεις ότι σου έλειψα,
ούτε θα με ρωτήσεις αν θέλω να μου φτιάξεις κάτι.
Δεν θα μου πεις να σου κάνω παρέα όσο κάνεις τσιγάρο στον ακάλυπτο,
ούτε θα σε βιάσω να τελειώνεις, ότι έχουμε ήδη αργήσει.
Δεν θα περπατήσουμε μαζί τη ρωμαϊκή αγορά,
ούτε θα φτάσουμε (καθυστερημένοι) στο Balkan Heart.
Δεν θα κάτσουμε δίπλα-δίπλα,
ούτε θα αλλάζουμε μικρά φιλάκια ενώ οι άλλοι μιλάνε.
Δεν θα πει η Μαρία για σορόπια,
ούτε οι άλλοι θα γελούν με τη χαρά μας.
Δεν θα γυρίσουμε σπίτι μου για μεσημεριανό καφέ,
ούτε θα μου φυλάξεις θέση (δίπλα σου) στο εστιατόριο.
Δεν θα κανονίσουμε τι θα κάνουμε απόψε,
ούτε θα έρθεις από μένα να κάνουμε σεξ.
Δεν θα σε περιμένω να τελειώσεις απ’ το μπάνιο,
ούτε θα σε παίρνω αγκαλιά όσο βρίσκομαι μέσα σου.
Δεν θα μυρίζω την ανάσα σου,
ούτε θα ακούω τα βογγητά σου.
Δεν θα πιάνω τα στήθη σου, ούτε τα μπράτσα σου.
Δε θα δω τα ματάκια σου να φτερουγίζουν,
ούτε τη γκριμάτσα σου —
αυτή που κάνεις σα να δαγκώνεις τη γλώσσα σου.
Ούτε να γρυλίζεις θα σε ακούσω σήμερα.
1.2
Αλίμονο, πάνε οι μέρες.
Έφυγε ο καιρός ανεπιστρεπτί.
Οι ημέρες έγραψαν και έφυγαν.
Και τώρα τι; Και τώρα τι;
Τι σχέδια έχουνε για μας οι Μοίρες;
Αλίμονο· οι άνθρωποι φτιάχνουμε τη μοίρα μας.
Βαρύ.
1.3
Τι θα γενεί τώρα με εμάς;
Θα ιδωθούμε άραγε ξανά ποτέ με τα ίδια συναισθήματα;
Ή ό,τι ήταν να γενεί, έγινε,
Και τώρα περιμένει η παρακμή, η φθορά, ο θάνατος —
ή η αλλοίωση;;
Θα μείνουμε φίλοι; Θα αποξενωθούμε;
Ή μήπως θα μείνουμε εραστές;
Και αν ναι, για πόσο; Και με ποιον τρόπο;
Πόσο αντέχουν οι σχέσεις των ανθρώπων;
Αλίμονο, αυτά τα ερωτήματα με βασανίζουν
το πρωινό της επομένης ημέρας
από αυτή που σου ’γνεψα αντίο…
Και δεν τολμώ ούτε τα παντζούρια να ανοίξω,
ούτε το κινητό, ούτε τίποτα.
Θα είναι προδοσία, θα μοιάξει οριστικό
όταν τελικά αφήσω την καινούρια μέρα
να εισβάλει στο δωμάτιο και να διώξει τις σκιές.
Καθυστερώ όσο μπορώ,
με κόλπα γελοία,
να παραδεχτώ ότι έφτασε η μέρα
που δεν θα περάσουμε μαζί.
Καθυστερώ όσο μπορώ
να έρθω αντιμέτωπος με το πεπερασμένο της κατάστασης.
Γνωρίζω ότι το ποτάμι δεν κυλάει πίσω.
Σαν άνθρωπος που είμαι, θα προχωρήσω.
Χωρίς εσένα.
(Τι αχρείος.)
1.4
Θέλω να αποδείξω την αγάπη μου με όλα τα μέσα,
να γράψω ποιήματα σωστά,
που να τα διαβάσεις και να ξέρεις ότι μιλάνε για σένα.
Θέλω να τα βάλω στο ίντερνετ,
να τα δει όλος ο κόσμος,
και να μη φοβάμαι πια
να περπατάμε χέρι – χέρι.
_
γράφει ο Αργύρης Λάκκας








0 Σχόλια