
γράφει ο Κατερίνα Σιδέρη
Έχω γράψει και στο παρελθόν, τα αστυνομικά μυθιστορήματα, δεν είναι στις άμεσες προτιμήσεις μου. Όμως, αν κάποιο βιβλίο έρθει στα χέρια μου, περιεργαστώ το εξώφυλλό του και διαβάσω το κείμενο που παραθέτει ο/η συγγραφέας στο οπισθόφυλλο και όλο αυτό με δελεάσει, τότε απλόχερα δίνω στο βιβλίο την πολυπόθητη ευκαιρία ανάγνωσης.
Κάπως έτσι ξεκίνησε και το κοινό μου ταξίδι με τα χαμένα ίχνη. Δειλά στην αρχή, μα από τις πρώτες σελίδες έγινε αντιληπτό ότι η ιστορία του ήταν ικανή να κρατήσει το ενδιαφέρον μου στο ζενίθ και η αγωνία που απλόχερα ξεχείλιζε από κάθε λέξη ή φράση, εύκολα ανέβαζε το θερμόμετρο δράσης στα ύψη.
Πριν προχωρήσω στα άδυτά του, να πω ότι διαθέτει μια έξυπνη κεντρική ιδέα, είναι γρήγορο χωρίς να περιέχει περιττές λεπτομέρειες, αβίαστα ως αναγνώστης γίνεσαι κομμάτι της ιστορίας και με περίσσιο σθένος εμπλέκεσαι στην αναζήτηση των υπόπτων, των δραστών ή εκείνων που μπορούν να μας οδηγήσουν ταχύτερα στην καταλυτική λύτρωση μιας εξαφάνισης.
…πολλοί λίγοι είναι αυτό που φαίνονται…
Η Στέλλα είναι κομμώτρια με μεγάλη πελατεία. Εργάζεται ανελλιπώς σε καθημερινή βάση και είναι η μόνη η οποία τροφοδοτεί την οικογένεια οικονομικά. Δραστήρια, επικοινωνιακή με τους πελάτες, μα όχι τόσο όσο τελικά χρειάζεται με την έφηβο ή καλύτερα νεαρή κόρη της Μαρίνα. Πατέρας υπάρχει; θα αναρωτηθεί κάποιος από εσάς και θα έχει δίκιο. Υπάρχει, θα απαντήσω, ονομάζεται Τάσος, λατρεύει το ποτό και τον τζόγο και τη δουλειά του στο ξυλουργείο την επισκέπτεται αν την επισκέπτεται, αραιά και που…
Η οικογενειακή θαλπωρή τείνει προς εξαφάνιση. Η Στέλλα είναι σε μια διαρκή διαμάχη με τον Τάσο, η Μαρίνα εκνευρίζεται με τις παρατηρήσεις της Στέλλας και ο Τάσος μόνιμα στον κόσμο του εξαπολύει κατηγορίες γενικά.
Ναι, η εφηβεία είναι μια συνθήκη δύσκολη για την οικογένεια, πλην όμως, αν οι βάσεις της είναι τοποθετημένες στον διάλογο, την αγάπη και την κατανόηση, ο σκόπελος μπορεί να ξεπεραστεί με μικρές εμπόλεμες κατά καιρούς εστίες.
Θα σταθώ λίγο παραπάνω στη Μαρίνα, ενόσω πρόκειται για την πρωταγωνίστρια της ιστορίας μας, ρίχνοντας λίγο φως στον χαρακτήρα αλλά και στην ιδιοσυγκρασία της. Είναι αντιδραστική, εγωκεντρική και εγωίστρια. Θα την έλεγα κακομαθημένη, πεισματάρα με στοιχεία ναρκισσισμού. Θέλει να γίνει influencer, τηρεί μια στάση προκλητική, της αρέσει να συγκεντρώνει επάνω της τα βλέμματα και δη εκείνα των ανδρών και δυστυχώς στην αρχή τουλάχιστον νιώθεις ως αναγνώστης τη Μαρίνα να παίζει με τα συναισθήματα των άλλων. Δεν λέω περισσότερα, απλά εύκολα κάποιος θα την χαρακτήρισε νεαρή χωρίς φραγμούς, μα θα του έλεγα ότι είναι βαρύς χαρακτηρισμός και ίσως τελικά να μην είναι ορθός.
…η εφηβεία είναι πόνος…
Η Μαρίνα έπειτα από ένα πάρτι σε ξέφρενους όπως θα αποδειχτεί ρυθμούς, δεν επιστρέφει σπίτι της και αυτό πλέον θα είναι το σημείο μηδέν της ιστορίας μας, μιας ιστορίας όπου η αυλαία ανοίγει σε ένα δωμάτιο νεκροτομείου, με τη μυρωδιά του θανάτου να στερεί από τις πρώτες λέξεις, την ανάσα του αναγνώστη. Μην ανησυχείτε, αυτή η σκηνή δεν έχει καμία σχέση με την Μαρίνα…
Την υπόθεση αναλαμβάνει να λύσει η πρωτευουσιάνα αξιωματικός Αλεξάνδρα Βαγενά μια τυπική, αυστηρή και απροσπέλαστη γυναίκα, βοηθός της χρίζεται ο Φαρμάκης από το τοπικό αστυνομικό τμήμα Αργολίδας και αμέσως πιάνουν δουλειά, μιας και ήδη οι ισορροπίες είναι παραπάνω από λεπτές και ο λειψός χρόνος αντίδρασης έχει αρχίσει να μετρά αντίστροφα.
Η κολλητή Σόφη η οποία κρατάει το στόμα της κλειστό, η φίλη Φανή που πρόσφατα μάλωσε με τη Μαρίνα, οι καταθέσεις μαρτύρων και συμμαθητών κάποιες από τις οποίες αποτελούν κομμάτια ενός ντόμινο και η μυρωδιά ενός μουχλιασμένου στρώματος πλάι στη μεταλλική γεύση αίματος, πρωτοστατούν μεν στα σενάρια που πλάθει το μυαλό του αναγνώστη πλην όμως δεν διαθέτουν καθαρή πορεία πλεύσης.
Ένας φυσικομαθηματικός κάτω των 30 ετών, ένας αιώνιος φοιτητής, τα λάθη ανατροφής ενός γονέα, ένα μαξιλάρι το οποίο αναβλύζει γνώριμες μυρωδιές, χέρια δεμένα πισθάγκωνα, αλλά και ένας γλοιώδης δικηγόρος έτοιμος να καλύψει με κάθε τρόπο τα χνότα του πελάτη του, κατοικοεδρεύουν ανάμεσα στις λέξεις και εναλλάσσονται στα μικρά και προσιτά κεφάλαια του βιβλίου εξαπολύοντας πυρά ολούθε.
Στο κάδρο των ενόχων ποζάρουν πολλοί άνδρες αλλά όχι μόνο. Η Στέλλα μιλάει στον τοπικό τηλεοπτικό σταθμό και παρακαλεί όποιον γνωρίζει κάτι να επικοινωνήσει με την αστυνομία. Η Αλεξάνδρα παλεύει με τους δαίμονες της ψυχής της και αναζητά απεγνωσμένα στοιχεία για να καταφέρει να ‘συνδεθεί’ με τη Μαρίνα και τα ερμητικά κλειστά στόματα των μαρτύρων ή και των υπόπτων, στέκουν πλάι στα αδηφάγα των επιφανών δικηγόρων τους.
Ποιος έχει το μεγαλύτερο μερίδιο ευθυνών;
Ποιος είναι ο πραγματικός ένοχος της ιστορίας;
Ποιος μοιράζεται ένα αποκαλυπτικό βίντεο με πρωταγωνίστρια τη Μαρίνα;
Από τα βιβλία που διαβάζω, επιλέγω μια φράση που μου κίνησε το ενδιαφέρον για να την μοιραστώ μαζί σας. Από το βιβλίο της Τόνιας Κυριφίδη, ένα σύντομο βιογραφικό της οποίας θα βρείτε στο τέλος του άρθρου, επέλεξα την παρακάτω:
…σου έδωσα όλη μου τη ζωή και δεν σ’ έμαθα πως να ζήσεις τη δική σου…
Μη βιάζεστε. Το βιβλίο θέλει υπομονή, μάτια ανοιχτά και άριστη κρίση σκέψης. Η συγγραφέας του δεν είναι φειδωλή. Σέβεται τον αναγνώστη και του προσφέρει πληροφορίες τέτοιες ώστε να τον προβληματίσει. Δεν θα πω περισσότερα. Ένα κρυμμένο κουτί ξέχειλο αλήθειες, ένα άκρως περίεργο χόμπι το οποίο προκαλεί δυσάρεστες εκπλήξεις και μια δύσκολη απόφαση που θέλει κότσια, θα μας οδηγήσουν στους αποκαλυπτικούς τίτλους τέλους.
Μέσα από ένα αγωνιώδες οδοιπορικό, η λύση του γρίφου εμφανίζεται σαν από μηχανής θεός και οι ήρωες μαζεύοντας τα κομμάτια τους, κοιτούν δειλά το αχνό φως που εμφανίζεται μπροστά τους ενόσω ο αναγνώστης προσπαθεί να συνειδητοποιήσει τα όσα μόλις διάβασε.
Κάποιος θα ρωτήσει, γιατί να διαβάσει το βιβλίο;
Εγώ θα πω μονάχα, ότι η απόγνωση, οι ενοχές, οι άγριες θύμησες, οι γλαφυρές περιγραφές του, τα σκηνικά διανθισμένα με φόβο, τύψεις θυμό και απόγνωση, αλλά και η απελπισία μιας μάνας που φτάνει στο κόκκινο, κατατάσσουν το βιβλίο στα αστυνομικά μυθιστορήματα για σκεπτόμενους αναγνώστες και λάτρεις δύσκολων υποθέσεων.
Έφτασα στους τίτλους τέλους του άρθρου μου. Μην περιμένετε άλλες αποκαλύψεις. Η σκυτάλη πλέον είναι στα δικά σας χέρια, καίει το γνωρίζω καλά και περιμένει υπομονετικά την απόφασή σας.
Αντέχετε να διαβάσετε το βιβλίο;
Το οπισθόφυλλο του βιβλίου αναφέρει:
«Μάιος, βράδυ Παρασκευής. Η δεκαεφτάχρονη Μαρίνα εξαφανίζεται μετά το σχολικό πάρτι. Τα τελευταία της βήματα χάνονται μέσα σε μια νύχτα γεμάτη συγκρούσεις, παραισθησιογόνες ουσίες και ανθρώπους που κρύβουν σκοτεινά μυστικά. Η αστυνόμος Αλεξάνδρα Βαγενά έρχεται από την Αθήνα για να αναλάβει την υπόθεση κουβαλώντας τους δικούς της δαίμονες. Κάθε τέτοιο συμβάν ξυπνά τις πληγές του παρελθόντος της – τον ανεξιχνίαστο φόνο της αδερφής της που χάθηκε άδικα σχεδόν τριάντα χρόνια πριν.
Ύποπτοι παντού. Ποιοι λένε αλήθεια και ποιοι ψέματα; Πίσω από κλειστές πόρτες ξετυλίγεται ένα πλέγμα από αδιαφορία, ζήλια, ψέματα, πάθη κι επικίνδυνες σιωπές. Και κάπου εκεί κρύβεται μια σκοτεινή απειλή. Μια «σκιά» που παραμονεύει γνωρίζοντας πως ο χρόνος τελειώνει. Και πρώτα από όλους για τη Μαρίνα…
Ένα ψυχολογικό θρίλερ για τις σιωπές που σκοτώνουν, για την εκδίκηση που δηλητηριάζει τις ψυχές και για την αλήθεια που πάντα ζητά το τίμημά της.
Λίγα λόγια για τη συγγραφέα του βιβλίου.
Η Τόνια Κυριφίδη, γεννημένη στην Αθήνα, είναι παντρεμένη και μητέρα μιας κόρης. Έπειτα από τριάντα χρόνια επαγγελματικής πορείας ως γραμματέας, ακολούθησε τον δρόμο που πάντα την καλούσε, τη συγγραφή. Έχει εκδώσει δύο βιβλία από τις εκδόσεις Μιχάλη Σιδέρη: Η σκοτεινή πλευρά της ψυχής (2018) και Η Τάξη του ’82 (2020). Τώρα επανέρχεται με το τρίτο της μυθιστόρημα, Χαμένα Ίχνη, μια ιστορία που την οδηγεί στον κόσμο της αστυνομικής λογοτεχνίας. Για εκείνη η γραφή δεν είναι απλώς τέχνη, αλλά ψυχοθεραπεία και πηγή ζωής.
Το βιβλίο κυκλοφορεί από την Άνεμος εκδοτική.
Περισσότερες πληροφορίες για το βιβλίο, θα βρείτε εδώ.






0 Σχόλια