Select Page

2071 (Μέρος 1ο)

2071 (Μέρος 1ο)

Ήταν ξαπλωμένος σε ένα φορείο νοσοκομείου όταν άνοιξε τα μάτια του ξαφνιασμένος. Κοίταξε γύρω του προσπαθώντας να καταλάβει πού βρίσκεται, αλλά μάταια. Όλα γύρω του ήταν θολά. Προσπάθησε να θυμηθεί, μα δεν είχε καμία ανάμνηση για το πού ήταν, ποιος ήταν και τι γύρευε εδώ. Φορούσε μαύρες αρβύλες και μια ολόσωμη κόκκινη στολή που πάνω της έγραφε Ι.Π.Κ.

Προσπάθησε να σηκωθεί από το κρεβάτι, όταν τον έπιασε ένα πονοκέφαλος, μία ζαλάδα. Νόμιζε ότι το κεφάλι του θα σπάσει όμως δεν ήθελε να κάτσει λεπτό περισσότερο σε αυτό το δωμάτιο. Σηκώθηκε όρθιος και προσπάθησε να περπατήσει προς την έξοδο, που ήταν δεξιά από το φορείο του. Μετά από λίγα βήματα ο πονοκέφαλος είχε περάσει και μπορούσε να διακρίνει καλύτερα το χώρο γύρω του. Γύρισε και κοίταξε το δωμάτιο, πλέον καθαρά. Μέσα του ένιωσε ότι ο χώρος ήταν γνώριμος, ότι τον είχε δει δεκάδες φορές, αλλά κάτι μέσα του έλεγε να φύγει και να τρέξει όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Έτσι και έγινε, με γοργά βήματα άρχισε να περπατάει στο διάδρομο.

Το μόνο που έβλεπε μπροστά του, ήταν ένας φωτεινός διάδρομος με απόλυτη ησυχία. Συνέχισε να προχωράει, σαστισμένος και φοβισμένος, μέχρι που έφτασε σε ένα σταυροδρόμι. Κόλλησε το κορμί του στον τοίχο αριστερά του και προσεκτικά έβγαλε το κεφάλι του μήπως και μπορέσει να δει τίποτα. Ξαφνικά ένιωσε ασφαλής, αναστέναξε και μια γαλήνη τον περιέλουσε όταν δεν είδε κανέναν ή τίποτα το παράξενο σε κανέναν από τους διαδρόμους. Την ώρα που έκανε την κίνηση για να συνεχίσει ευθεία στον ίδιο διάδρομο, ακούει δυο φωνές να συζητούν στα δεξιά του. Τρόμος τον κυρίευσε και ασυναίσθητα κολλησε στην άλλη πλευρά του τοίχου, έχοντας πλάτη πια στις δυο φωνές, που άκουγε να πλησιάζουν με τον ίδιο ρυθμό προς το μέρος του. Το μυαλό του δεν κάθισε να επεξεργαστεί τη συζήτηση των φωνών, ούτε να διακρίνει το φύλο τους παρά μόνο έκανε διάφορα σενάρια και υπολόγιζε πιθανότητες για το τι μπορεί να συμβεί και πως θα μπορέσει να ξεφύγει σε κάθε περίπτωση. Καθώς οι φωνές πλησίαζαν ολοένα και περισσότερο, ένιωθε την καρδιά του να χτυπάει τόσο δυνατά, που πίστεψε για μια στιγμή ότι θα τον αντιλαμβάνονταν από τον θόρυβο τον χτύπων της. Το μυαλό συνέχιζε να τρέχει, σε σημείο που θα τρελαινόταν από τον φόβο του. Περίμενε μέχρι οι φωνές να πλησιάσουν κι άλλο και έκλεισε τα μάτια του σφιχτά μέχρι που τον προσπέρασαν.

Απορημένος και ανακουφισμένος ανοίγει πλέον τα μάτια του και τρέχει στον διάδρομο χωρίς να κάτσει να σκεφτεί τίποτα άλλο. Νόμιζε ότι αν καθόταν να σκεφτεί λίγο ακόμα, θα έχανε τα λογικά του. Για αυτόν πια, υπήρχε μόνο το άγριο ένστικτο της επιβίωσης, που του φώναζε να τρέξει γρήγορα και να μη κοιτάξει γύρω του. Έτσι και έκανε, μέχρι που έφτασε σε μία πόρτα που έγραφε "ΕΞΟΔΟΣ". Δεν σταμάτησε καν να ανοίξει την πόρτα και απλά έπεσε πάνω της με το σώμα του, σπάζοντας την πόρτα και πέφτοντας στον πλακόστρωτο δρόμο, με αποτέλεσμα να τραυματιστεί στο δεξί χέρι του.

Κοίταξε μέσα από την σπασμένη πόρτα και είδε στο βάθος του διαδρόμου τρείς ανθρώπους με μαύρες στολές, κράνη και όπλα να τρέχουν προς αυτόν, δείχνοντας τον με το ένα τους χέρι. Κατάλαβε ότι έρχονταν για αυτόν και έπρεπε να τρέξει πάλι όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Για άλλη μια φορά σηκώθηκε στα πόδια του και άρχισε να τρέχει κατά μήκος του δρόμου. Δεν είχε προσέξει πριν τον κόσμο που υπήρχε, όπου είχε σταματήσει και τον κοιτούσε με απορία, μα δεν τον ενδιέφερε κιόλας. Συνέχισε να τρέχει κάνοντας ελιγμούς για να αποφύγει τους ανθρώπους, προσέχοντας να μην πέσει πάνω τους και χάσει την ορμή του. Αν συνέβαινε κάτι τέτοιο, ήταν σίγουρος ότι θα τον έφταναν αυτοί οι παράξενοι άνθρωποι. Ξάφνου, ένα χέρι τον αρπάζει και τον τραβάει μέσαα σε ένα στενό. Σαστίζει όταν βλέπει μια κοπέλα και έναν γεροδεμένο άντρα, με τα ίδια ρούχα, να του ζητάνε να τους ακολουθήσει γρήγορα. Δεν έκατσε να το σκεφτεί καν, καθώς δεν είχε και άλλη επιλογή. Πλέον, οι ελπίδες του για βοήθεια, βασίζονταν εξ ολοκλήρου πάνω τους. Συνέχισε να τρέχει μαζί τους στο στενό όταν στο τέλος του, ένας τρίτος άνθρωπος, τους ανοίγει μία πόρτα προς τα έξω, από την πλευρά του αριστερού τοίχου και γρήγορα οι τρεις τους, μπαίνουν μέσα. Η πόρτα έκλεισε πίσω τους και ο ίδιος κάθισε στον τοίχο να ξαποστάσει. Δεν άντεχε άλλο να τρέχει, πεινούσε και ένιωθε τόσο αδύναμος, ώστε με το ζόρι μπορούσε να κάτσει άλλο όρθιος. Βρίσκονταν σε μία κουζίνα μόνο οι τέσσερις τους.

-"Τζακ, είσαι εντάξει;" ρώτησε η γυναίκα και άπλωσε το χέρι της προς τον ώμο του, όταν ο ίδιος ασυναίσθητα της τίναξε το χέρι με το δικό του. Σήκωσε το κεφάλι του απορημένος και την κοίταξε.

-"Εγώ είμαι ο Τζακ;" την ρώτησε.

-"Ναι Τζακ, δεν μας θυμάσαι; Είμαστε φίλοι σου. Τι σου συνέβη και έχεις εξαφανισθεί τόσο καιρό;"

-"Πόσο καιρό έχω εξαφανισθεί; Δεν θυμάμαι τίποτα", απάντησε απορημένος.

-"Λείπεις εδώ και έναν μήνα, χωρίς κανένα σημάδι ζωής και ξαφνικά ο Τζον και εγώ, σε βλέπουμε μέσα στη μέση του δρόμου, να σε κυνηγάνε άντρες της Ι.Π.Κ. Ευτυχώς που σε βρήκαμε εμείς και δεν σε έπιασαν, γιατί ποιος ξέρει τι μπορεί να σου συνέβαινε", του απάντησε με ανακούφιση. 

-"Τι είναι η Ι.Π.Κ. και γιατί με κυνηγάει;" ρώτησε απορημένος.

-"Ιατρική Πτέρυγα Κόμματος. Αυτοί φροντίζουν για τις ασθένειες και την περίθαλψη του κόσμου".

-"Πιστεύω ότι χρειάζεται λίγη ξεκούραση και μπορεί τότε να θυμηθεί. Μου φαίνεται λίγο σοκαρισμένος, Σάρα" είπε ο τρίτος άντρας.

-"Έχεις δίκιο, Πολ. Ας τον πάμε πάνω στο δωμάτιο του να κοιμηθεί".

-"Γιατί να με κυνηγάνε όμως; Τι τους έχω κάνει; Μήπως είμαι άρρωστος;", ρώτησε ανήσυχος ο Τζακ.

-"Αν ήταν όντως κάτι τέτοιο, πίστεψε με, δεν θα ζούσες τώρα", είπε ο Πολ.

-"Το κόμμα δεν ανέχεται άρρωστους και επικίνδυνους ανθρώπους. Απλά τους σκοτώνει επί τόπου και κανένας δεν μαθαίνει τίποτα", συνέχισε.

-"Αφού δεν είμαι άρρωστος, γιατί να με κυνηγάνε; Δεν καταλαβαίνω".

-"Σίγουρα θα υπάρχει κάποιος λόγος για αυτό. Εξάλλου μη ξεχνάς, το κόμμα βλέπει και ακούει τα πάντα. Θα είναι δύσκολο να σε κρύψουμε εδώ. Μπορεί να σε βρουν ανά πάσα ώρα και στιγμή και αν γίνει κάτι τέτοιο θα μπλέξουμε όλοι μας", είπε ο Τζον.

-"Ηρεμήστε όλοι σας, μην κάνετε σαν παιδιά, θα τα αντιμετωπίσουμε όλα, μαζί σαν οικογένεια όπως κάναμε πάντα", είπε η Σάρα, ακουμπώντας τα χέρια της στοργικά τους ώμους των Πολ και Τζον.

Ο Τζακ έσκυψε το κεφάλι του και ζήτησε από τη Σάρα να τον οδηγήσει κάπου για να μπορέσει να ξεκουραστεί, αλλά κάτι μέσα του δεν ένιωθε εντάξει. Ούτε το όνομά του, ούτε οι "φίλοι" του, ούτε το μέρος, ούτε τίποτα. Ένιωθε ότι έπρεπε να φύγει από εκεί το συντομότερο. Για την ώρα χρειάζονταν όμως λίγη ξεκούραση και φαγητό, μέχρι να σκεφτεί τι μπορεί να κάνει. Ακολούθησε τη γυναίκα που τον οδήγησε έξω από την κουζίνα, διέσχισε έναν διάδρομο προς τον ανελκυστήρα, τον οποίο κάλεσε.

-"Είμαι πολύ πεινασμένος", είπε στη γυναίκα.

-"Μην ανησυχείς, ο Πολ θα σου ετοιμάσει το αγαπημένο σου γεύμα για να σε καλωσορίσει και πάλι κοντά μας", του χαμογέλασε τρυφερά και έγειρε το κεφάλι της προς τον ώμο του.

-"Πραγματικά μου έλειψες Τζακ", του είπε καθώς άνοιγε η πόρτα του ανελκυστήρα μπροστά τους. Μπήκαν μέσα και η γυναίκα πάτησε το κουμπί με το νούμερο 40.

Ο Τζακ παρέμεινε σιωπηλός σε όλη τη διάρκεια της αναμονής, προσπαθώντας συνεχώς μήπως και θυμηθεί το παραμικρό. Είχε χαθεί στις σκέψεις του, όταν τον διέκοψε η Σάρα λέγοντάς του, "Πολύ σιωπηλός είσαι, είσαι σίγουρα εντάξει;".

-"Εντάξει είμαι μην ανησυχείς, απλά χρειάζομαι φαγητό και ξεκούραση, αυτό είναι όλο", είπε, μα δεν μπόρεσε να κρύψει καλά το ψέμα του στη Σάρα. Βλέπεις, τον ήξερε πολύ περισσότερο από όσο φανταζόταν ο ίδιος.

Ο ανελκυστήρας σταμάτησε και η πόρτα άνοιξε μπροστά τους. Για μια στιγμή νόμιζε οτι ανέβαιναν για ώρες, μα ήταν μόνο μερικά λεπτά. Συνέχισαν τον δρόμο τους περνώντας πολλές άλλες πόρτες με διαφορετικά νούμερα η κάθε μια απ’ έξω.

-"Πού πηγαίνουμε;", ρώτησε ο Τζακ. 

-"Σε ένα άδειο διαμέρισμα της πολυκατοικίας για να κρυφτείς. Βλέπεις εγώ και ο Τζον είμαστε οι καθαριστές, ενώ ο Πολ δουλεύει στην κουζίνα, και έτσι έχω κλειδιά από παντού", είπε χαμογελώντας η Σάρα μέχρι που έφτασαν στην δικιά τους πόρτα, με το νούμερο 40.998, στο τέλος του μεγάλου διαδρόμου. Η Σάρα ξεκλειδώνει την πόρτα και μια οσμή οικειότητας τον λούζει, μένοντας έκπληκτος από το πόσο μικρός ήταν ο χώρος του δωματίου. 
Σκέφτηκε ότι πρέπει να ήταν περίπου 20 τετραγωνικά όλο κι όλο. Ίσα ίσα χωρούσε ένα διπλό κρεβάτι, με μια μικρή τηλεόραση απέναντι και ένα κομοδίνο στο πλάι. Το δωμάτιο είχε ένα μικρό παράθυρο, με ένα τραπεζάκι και 2 καρέκλες αντικριστά η μία στην άλλη. Μια μικρή πόρτα, μισάνοιχτη δεξιά από την εξώπορτα, όπου στέκονταν, αποκαλυπτε μέσα μια μικρή τουαλέτα, ένα ντους, ένα νιπτήρα και ένα καθρέφτη.

Η Σάρα τον έπιασε από το χέρι και τον έσυρε μέχρι το κρεβάτι τους όπου ξάπλωσαν μαζί. Ξεκίνησε να τον κοιτάει στα μάτια με ένα γλυκό χαμόγελο και του είπε με την υπέροχη φωνή της, "Πραγματικά μου έλειψες. Κόντεψα να τρελαθώ όταν εξαφανίστηκες. Αν δεν ερχόσουν, δεν ήξερα τι θα έκανα χωρίς εσένα".  Ξαφνικά χάθηκε το χαμόγελο και δάκρυα κύλησαν από τα υπέροχα μελιά μάτια της. Ο Τζακ, από την άλλη, δεν ένιωθε τίποτα απολύτως. Το βλέμμα του ήταν ψυχρό και απαθές όταν την κοιτούσε να κλαίει, σαν να μην τον ένοιαζε καθόλου η Σάρα. Σαν να μην ένοιωσε ποτέ τίποτα για αυτή. Εξάλλου, δεν θυμάται τίποτα, σήμερα τη γνώρισε πρώτη φορά, μα μέσα του ένοιωθε, ότι την ήξερε δεκαετίες και ότι είχε ζήσει όλο αυτό δεκάδες φορές. 

Η Σάρα όταν κατάλαβε ότι δεν τον νοιάζει, θύμωσε και σηκώθηκε από το κρεβάτι. Κατευθύνθηκε προς το παράθυρο, το άνοιξε, έκατσε σε μια καρέκλα και άναψε ένα τσιγάρο ατενίζοντας προς τα έξω. Ο Τζακ, πάλι, δεν νοιάστηκε και απλά έκλεισε τα μάτια του από την κούραση. Η πόρτα χτύπησε, η Σάρα ξεφύσησε τη τζούρα από το τσιγάρο της, το πέταξε από το παράθυρο και πήγε να ανοίξει την πόρτα. Δεν ήταν άλλος από τον Πολ που έφερε το φαγητό. Η Σάρα δεν μίλησε καν, πήρε το φαγητό, του έκλεισε την πόρτα χωρίς καν να του μιλήσει, το άφησε στο μικρό τραπέζι και συνέχισε να κοιτάζει έξω. Ο Τζακ άνοιξε τα μάτια, σηκώθηκε από το κρεβάτι και έκατσε στο τραπέζι, ξεκινώντας να τρώει λαίμαργα το φαγητό. Η Σάρα τον κοιτούσε καθώς έτρωγε, με ένα περίεργο ύφος που εκνεύριζε τον Τζακ, αλλά δεν έκανε τον κόπο να της μιλήσει.

Η Σάρα τσαντίστηκε ακόμα περισσότερο και τράβηξε προς το μπάνιο. Είχε ανάγκη από ένα καυτό ντους για να χαλαρώσει. Παράλληλα, ο Τζακ τελείωσε το γεύμα του, χωρίς όμως να έχει χορτάσει, αλλά δεν τον ενδιέφερε μιας και βρήκε την ευκαιρία να απολαύσει τη μοναξιά του. Κοίταξε για πρώτη φορά έξω από το παράθυρο και παρατήρησε τον κόσμο. Το βλέμμα του τράβηξε ο ουρανός που ήταν κατακόκκινος, με τα σκούρα γκρι σύννεφα του. Αναρωτήθηκε αν ο ουρανός είχε πάντα αυτό το χρώμα. Δεν του άρεσε αυτό το κόκκινο του αίματος. Ένιωθε μέσα του ότι δεν ήταν αυτό το πραγματικό χρώμα του ουρανού. Έβγαλε το κεφάλι του από το παράθυρο και κοίταξε κάτω. Έβλεπε τους ανθρώπους σαν κουκίδες και πιο κάτω έβλεπε ιπτάμενα οχήματα να κινούνται σε διάφορες κατευθύνσεις. Γύρω του συνέχισε να βλέπει πολυκατοικίες του ίδιου ύψους με της δικιάς του, αλλά τίποτα από όλα αυτά δεν του τράβηξε το βλέμμα, συνεχίζοντας να κοιτάει τον κατακόκκινο ουρανό. Είχε κλείσει τώρα το παράθυρο, μας και οι θόρυβοι της πόλης του έφερναν πονοκέφαλο. Θα πάρει καιρό να τους συνηθίσει, σκέφτηκε.

Όσο κοιτούσε έξω από το παράθυρο, η Σάρα γύρισε και έκατσε στην απέναντι καρέκλα, φορώντας το μπουρνούζι της. Ο Τζακ για άλλη μια φορά δεν την κοίταξε καν. Φαινόταν χαμένος στις σκέψεις του πάλι...

-"Θα συνεχίσεις να με αγνοείς για πολύ ακόμα;", του είπε η Σάρα, φανερά θυμωμένη.

-"Συγνώμη, δεν το κάνω επίτηδες. Απλά νιώθω χαμένος και δεν μπορώ να αντιδράσω σωστά. Συγχώρεσέ με, απλά ψάχνω να βρω τον εαυτό μου. Ελπίζω να μη πάρει πολύ", είπε ο Τζακ με μια μελαγχολία στη φωνή του.

-"Έχεις δίκαιο Τζακ, εγώ συγνώμη που φέρομαι έτσι… Απλά έχω τόσο καιρό να σε δω. Πάνω που πήγα να δεχτώ ότι έφυγες για πάντα από τη ζωή μου, ξαφνικά έρχεσαι και δεν με ξέρεις καν". 

Ο Τζακ γύρισε και την κοίταξε, αφού άρχισε να κλαίει. Τη λυπήθηκε και μετακίνησε την καρέκλα του για να είναι δίπλα της, παίρνοντας την μια αγκαλιά για να την ηρεμήσει.

-"Πώς σου φάνηκε το φαγητό;", τον ρώτησε.

-"Υπέροχο! Αν μαγειρεύει έτσι ο Πολ, κάθε φορά, νομίζω θα μου αρέσει εδώ", είπε χαριτολογώντας ξέροντας ότι το φαγητό ήταν απαίσιο. Έφαγε απλά επειδή πεινούσε και δεν ενδιαφέρθηκε ιδιαίτερα για τη γεύση του.

Η Σάρα γέλασε στοργικά και του είπε, "το ξέρω ότι το φαγητό ήταν απαίσιο, απλά δεν θα του το πούμε αυτή τη φορά".

-"Συμφωνώ, έχει να με δει τόσο καιρό, ας μη τον στεναχωρήσω", είπε χασμουριόντας και κατευθύνθηκε προς το κρεβάτι να ξαπλώσει. Με το που έκλεισε τα μάτια του ένιωσε την κούρασή του σιγά σιγά να εξασθενεί και να επέρχεται γαλήνη. Και έπειτα ο ύπνος...

_

γράφει ο Αριστείδης Χριστοφοράκης

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

Μαίρη Κάντα

Γεννήθηκα και μεγάλωσα στα Μέγαρα. Αποφοίτησα από την Φιλοσοφική σχολή των Ιωαννίνων. Το 2010 μετακόμισα μόνιμα στην Αθήνα για να σπουδάσω δημοσιογραφία στο ιεκ “ΑΚΜΗ”. Έχω παρακολουθήσει ακόμα σεμινάρια νοηματικής γλώσσας και θεατρικής γραφής, ενώ συνεχίζω τις σπουδές μου στην λογοτεχνική γραφή στη ” Tabula Rasa”. Λατρεύω την Αθήνα, γιατί σε αυτή την πόλη, έγιναν πραγματικότητα όλα τα όνειρά μου. Αγαπάω επίσης το ουράνιο τόξο μετά από μία καταιγίδα. Μου θυμίζει πως όσα προβλήματα και αν υπάρχουν, κάποια στιγμή έρχεται το «ουράνιο τόξο», η λύση στα προβλήματα.

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Follows

Κερδίστε τα!

Ημερολόγιο 2018

Εγγραφείτε στο newsletter

Εκδηλώσεις

Φόρτωση περισσότερων

Διαγωνισμοί σε εξέλιξη

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!