walking_away

«Κοίτα με! Φεύγω»

και εξαφανίστηκε σε ένα δρομάκι

που θα οδηγούσε σε μιαν άλλη ζωή.

Αλλιώτικη, ίσως και καλύτερη.

Μα σίγουρα όχι στην ίδια. Ή ίσως όχι.

Πόση σημασία να έχει, αλήθεια;

 

«Φύγε λοιπόν! Άντε»

φώναξε και εκείνη βαθιά αδιαφορώντας

για τις αλκυονίδες που δεν ήρθαν ποτέ.

Αδιαφορώντας για τα όνειρα που πνίγηκαν.

Τέσσερα γράμματα και ένα θαυμαστικό

μιας απόλυτα ανικανοποίητης ζωής. Φύγε!

 

Ούρλιαξε και ο αέρας κάτι ακατάληπτο.

Σαν χρέος. Σαν απειλή. Σαν καταδίκη.

Ήρθαν και τα δάκρυα σαν ποτάμια στερεμένα.

Σαν μια φωτιά που ξέχασε να ανάψει.

Πάγωσε και ο χρόνος. Έξι και τριάντα το πρωί.

Ούτε στιγμή πριν. Ούτε μέλλον μετά.

 

Και καμία ευκαιρία δεν επέζησε.

Το έρεβος να έχει κρυφτεί στη σωτηρία.

Δίχως ψυχή. Δίχως χρόνο. Δίχως γιατί.

Μια στάλα εγωισμό να μυρίζει

ό,τι στις έξι και τριάντα κατάφερε

να αυτοκαταστραφεί χωρίς λόγο.

 

Μόνο φόβος, τρέμουλο και χάος.

Βήμα το βήμα. Ανάσα την ανάσα.

Κανείς δεν το τόλμησε πια. Εμείς!

Ένα άλλο θαυμαστικό ατόφιο και

πέντε γράμματα ενοχικά αθώα.

Έξι και τριάντα, αέναης σιωπής.

_

γράφει ο Σωκράτης Τσελεγκαρίδης

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!