Select Page

8 και μισή, της Σμαραγδής Μητροπούλου

8 και μισή, της Σμαραγδής Μητροπούλου

 

 

Ακούμπησε την πλάτη της στο μεγάλο βράχο και κοίταξε τη θάλασσα που απλωνόταν στα πόδια της. Χάιδεψε απαλά το μπουκέτο με τα τριαντάφυλλα που κρατούσε στα χέρια της, φίλησε ένα ένα τα πέταλά τους, αφήνοντας κι ένα δάκρυ επάνω τους κι ύστερα με μια απότομη κίνηση τα πέταξε στα κύματα.

«Στο καλό!» ψιθύρισε. «Στο καλό….»

Εδώ και κάμποσο καιρό, η Μαργαρίτα ακολουθούσε το ίδιο σχεδόν τελετουργικό. Τα βράδια… εκείνα τα κρύα, υγρά βράδια του χειμώνα, όταν όλοι οι κάτοικοι του νησιού ήταν κλεισμένοι στα σπίτια τους, εκείνη γλιστρούσε, φάντασμα θαρρείς, από τα στενά, ανηφόριζε το μονοπάτι που οδηγούσε στο μεγάλο βράχο και….

Πάντα την ίδια ώρα. Οκτώ και μισή. Μέσα στη σιγαλιά που διακοπτόταν μόνο από τον ήχο της καμπάνας του μοναστηριού, που σήμαινε για κάποια ολονύκτια ακολουθία.

Όπως κι απόψε.

****

Οι φλόγες της νεκρικής πυράς υψώνονται στον ουρανό κι εγώ τις παρατηρώ να καταβροχθίζουν τον πιο αγαπημένο άνθρωπο στη ζωή μου, τον πατέρα μου. Για όλους τους άλλους ήταν ο Ραβί, ο ζωγράφος της σιωπής. Για μένα ήταν το πιο ουσιαστικό κομμάτι της ζωής μου, το πιο αληθινό, το πιο αγνό. Λίγο πιο πέρα η μητέρα μου σκουπίζει τα μάτια της. Παρόλο που είχαν χωρίσει με τον πατέρα μου, όταν ήμουν έφηβος, κρατούσε πάντα μια ξεχωριστή θέση στην καρδιά της. Και τώρα στην αρρώστια του, εκείνη του στάθηκε ως την τελευταία στιγμή. Μια στιγμή, που ήταν αρκετή να την πληγώσει…

****

«Ραβί!» ψέλλισε η Μαργαρίτα και γονάτισε στο έδαφος.

Στην παλιά σανσκριτική διάλεκτο, Ραβί σημαίνει Ήλιος.

Μα τώρα, οκτώ και μισή, είχε από ώρα ο ήλιος βασιλέψει.

«Ραβί…», ξανάπε.

****

Οκτώ και μισή.

Η μητέρα μου έχει αποσυρθεί στην παλιά της κρεβατοκάμαρα. Θέλει να μείνει μόνη με τις αναμνήσεις της, έτσι μου πε.

Οκτώ και μισή.

Βάζω το κλειδί στην πόρτα του δωματίου που εκείνος δεν άφηνε κανέναν μας να μπει. Εκεί χανόταν και ρέμβαζε με τις ώρες. Ήταν το δικό του καταφύγιο τις ώρες της σιωπής του, μιας σιωπής που είχε γίνει μόνιμος σύντροφός του εδώ και καιρό.

Οκτώ και μισή.

Ώρα να μάθω τα δικά του κρυμμένα μυστικά…

****

Η Μαργαρίτα έκλεισε τα μάτια. Ως τώρα είχε καταφέρει να διαφυλάξει το μυστικό της. Ίσως όποιος την έβλεπε, όποιος μάθαινε, θα ’λεγε πως ξόδευε τη ζωή της για ένα ψέμα, για μια σκιά.

Ανατρίχιασε στη σκέψη αυτή.

«Ήταν παραμύθι… ήταν όνειρο… όμως δεν ήταν ψέμα… δεν ήταν ψέμα», είπε δυνατά.

 

****

Ορθάνοιχτα τα μάτια μου απ’ την έκπληξη. Το δωμάτιο είναι γεμάτο πίνακες που απεικονίζουν το ίδιο πρόσωπο σε διαφορετικές πόζες.

Μια γυναίκα.

Το σκηνικό μόνο παραμένει ίδιο: απέραντο γαλάζιο ουρανού και θάλασσας κι ένας μεγάλος βράχος.

Στο τραπεζάκι δίπλα απ’ το παράθυρο ένας μεγάλος φάκελος, κι αυτός ντυμένος με χρώματα γαλάζια.

Τι θέση είχε στη ζωή σου τούτο το χρώμα, πατέρα; αναρωτιέμαι ανοίγοντας το φάκελο.

Κόλλες χαρτί, γεμάτες με τον καλλιγραφικό του χαρακτήρα.

Κι ένας μικρότερος φάκελος που γράφει απ’ έξω ένα όνομα: Μαργαρίτα

Και μέσα φωτογραφίες… της γυναίκας των πινάκων του.

«Σε σένα… σε σένα… σε σένα» η ίδια αφιέρωση σχεδόν σε όλες.

 

****

Η Μαργαρίτα άφησε τα δάκρυά της να τρέξουν ελεύθερα.

Οκτώ και μισή.

Εκεί, στο μεγάλο βράχο, εκεί που ενώνονται ουρανός και γη, ουρανός και θάλασσα… εκεί… γίνεται το δικό της καταφύγιο... έστω και αυτές τις λίγες ώρες.

****

Παίρνω τυχαία στα χέρια μου μια από τις πολλές κόλλες χαρτί που απλώνονται μπροστά μου…

Γεννήθηκε απόψε ένα λουλούδι… διαβάζω δυνατά και τα χείλη μου τρέμουν.

Θα ’θελα να τρέξω και να κυλιστώ μέσα σ’ ένα απέραντο λιβάδι από μαργαρίτες… όσο απέραντη είναι η αγάπη μου για σένα.

Θα’ θελα να τραγουδήσω πως-ναι!- η μαργαρίτα άνοιξε τα πέταλά της, την αγκαλιά της, να δεχτεί τον ήλιο.

Κράτα με στα χέρια σου… κάνε με δικό σου… μη μ’ αφήσεις να χαθώ…

Είναι δυνατός ο ήλιος λένε… μα εγώ… εγώ γυρεύω μια μικρή μαργαρίτα… να με σφίξει στα στήθη της… να με χαϊδέψει… να μ’ αγαπήσει…

(…………………………………)

Μέσα από τη γλώσσα της σιωπής μου σου μιλώ. Και σου λέω χιλιάδες λέξεις… ΑΓΑΠΗ ΜΟΥ… ΑΓΑΠΗ ΜΟΥ… ΑΓΑΠΗ ΜΟΥ…

(…………………………………)

Ω ναι ξέρω… ξέρω πως κι εσύ το ίδιο με ποθείς… τις νύχτες που σπαρταρά το κορμί και τρέμει από τη μοναξιά και την έλλειψη… σε σεντόνια τσαλακωμένα και υγρά…

(…………………………………)

Κι αν δε σε δω ποτέ με τα γήινα μάτια… θα σε βλέπω με τα μάτια της ψυχής…

(………………………………...)

Θα ’ρθω να σε συναντήσω… όλα τα σημάδια οδηγούν εκεί που ενώνονται ουρανός και γη… ουρανός και θάλασσα…

(…………………………………)

Μαργαρίτα, μόνο τούτη τη λέξη χρειάζομαι… μόνο τούτη τη λέξη… μονάχα εσένα χρειάζομαι… εσένα… για να αποχαιρετήσω τον κόσμο… την ώρα της σιωπής…

 

 

****

Οκτώ και μισή.

Ώρα που διάλεξε μια ψυχή να ταξιδέψει σε μέρη αγαπημένα.

Οκτώ και μισή.

Ώρα που στο μεγάλο βράχο τα δάκρυα ενώνονται με τη θάλασσα

Οκτώ και μισή.

Ώρα που τα τριαντάφυλλα ταξιδεύουν στης θάλασσας τα κύματα.

Οκτώ και μισή.

Πολλές φορές η πιο μεγάλη, η πιο όμορφη αλήθεια είναι το ίδιο το όνειρο.

 

_

γράφει η Σμαραγδή Μητροπούλου

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

4 Σχόλια

  1. Βάσω Αποστολοπούλου-Αναστασίου

    “Οκτώ και μισή.
    Ώρα που τα τριαντάφυλλα ταξιδεύουν στης θάλασσας τα κύματα.
    Οκτώ και μισή.
    Πολλές φορές η πιο μεγάλη, η πιο όμορφη αλήθεια είναι το ίδιο το όνειρο.”

    Πολύ ευαίσθητο και όμορφο, Σμαραγδή μου!

    Απάντηση
  2. Θεοδοσίου Τάνια

    Τ’ αναχύματα της ψυχής σου, ευαίσθητα αγγίζουν την καρδιά μου, εκεί που η Αγάπη εμφωλεύει και προσκυνάει ότι την εκθειάζει….
    Συγχαρητήρια Σμαραγδή μου!

    Απάντηση
  3. Ανώνυμος

    Σ ευχαριστώ από καρδιάς, Τάνια μου, για τα καλά σου λόγια

    Απάντηση

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Follows

Εγγραφείτε στο newsletter

Διαγωνισμοί σε εξέλιξη

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!