
Σκοτεινά βάθη τιτλοφορείται το δεύτερο μυθιστόρημα της Susanne Jansson, το οποίο διαπραγματεύεται ένα ιδιαίτερα ευαίσθητο θέμα που αποτελεί εφιάλτη για κάθε γονιό: την εξαφάνιση του παιδιού του.
Η πλοκή εκτυλίσσεται σε ένα γραφικό χωριό στο νησί Ούρουστ της Σουηδίας. Εκεί έχουν μετακομίσει ο Μάρτιν και η Αλεξάντρα με τα παιδιά τους: τον τρίχρονο Άνταμ και τη μόλις τριών μηνών Νέλι. Το παραθαλάσσιο οικογενειακό εξοχικό, που εκείνος περνούσε τα παιδικά του καλοκαίρια, φαντάζει ιδανικό για να κάνουν ένα νέο ξεκίνημα μακριά από την πόλη. Ο Μάρτιν ανέκαθεν ένιωθε μια παράξενη έλξη για τη θάλασσα, όμως ποτέ δεν φανταζόταν πως αυτή θα γινόταν ο μεγαλύτερος εφιάλτης του.
Ένα πρωινό του Γενάρη, κι ενώ ετοιμάζονταν με τον Άνταμ για μια βόλτα στην παραλία, ο Μάρτιν άφησε τον γιο του από τα μάτια του για ελάχιστες στιγμές. Όμως αυτές ήταν αρκετές ώστε ο μικρός να εξαφανιστεί χωρίς να αφήσει πίσω του το παραμικρό ίχνος, εκτός από το κόκκινο κουβαδάκι του που βρέθηκε να επιπλέει στη θάλασσα. Οι έρευνες αστυνομίας και εθελοντών αποβαίνουν άκαρπες, το σώμα του μικρού αγοριού δεν βρίσκεται ποτέ κι όλοι θεωρούν πως βούτηξε στην παγωμένη θάλασσα και πνίγηκε στα σκοτεινά βάθη της. Ο Μάρτιν βυθίζεται στην κατάθλιψη και κλείνεται στον εαυτό του, ενώ η Αλεξάντρα σταδιακά απομακρύνεται από αυτόν, προσπαθώντας να διαχειριστεί το δικό της πένθος αλλά και να παραμείνει όρθια για χάρη της κορούλας τους.
Η πρώην φωτογράφος της αστυνομίας Μάγια Λίντε, θέλοντας να αλλάξει για λίγο παραστάσεις, ζει τώρα στο Ούρουστ, έχοντας ανταλλάξει σπίτια με μια ντόπια. Μαθαίνοντας για την εξαφάνιση του παιδιού, σπεύδει να βοηθήσει με όποιον τρόπο μπορεί. Αρχικά, φαίνεται πως το μόνο που μπορεί να κάνει είναι να περνάει χρόνο με τον απαθή Μάρτιν, κερδίζοντας σιγά-σιγά την εμπιστοσύνη του. Ώσπου κάποια στιγμή καταφέρνει να τον επαναφέρει κάπως από τον λήθαργό του και του προτείνει να εξερευνήσουν μερικές παλιές κούτες που βρίσκονται στη σοφίτα. Και τότε, θα ανακαλύψουν μια τραγική σύμπτωση: άλλα δύο παιδιά έχασαν τη ζωή τους στο παρελθόν, επίσης από πνιγμό. Όλα ζούσαν κάποτε στο σπίτι που ζει τώρα ο Μάρτιν και πνίγηκαν την ίδια μέρα που εξαφανίστηκε ο Άνταμ. Πρόκειται για μια μακάβρια σύμπτωση ή πράγματι η θάλασσα καλεί, με κάποιον υπερφυσικό τρόπο, τα μικρά παιδιά κοντά της;
Όπως και στο προηγούμενο βιβλίο της, η συγγραφέας ενσωματώνει με έναν απόλυτα φυσικό τρόπο στην πλοκή τους παραδοσιακούς θρύλους της πατρίδας της. Αυτή τη φορά, έμπνευση αποτελεί η θάλασσα και τα μυστήρια που κρύβει η απεραντοσύνη της, οι παλιές δοξασίες για αυτήν και για τα πνεύματα όσων έχουν χαθεί στα βάθη της και πολλές φορές στοιχειώνουν τα μέρη όπου έχασαν τη ζωή τους. Το μεταφυσικό στοιχείο αποδίδεται με έναν τρόπο σχεδόν μυστικιστικό, υποβλητικό, τόσο ώστε να διεισδύσει στο μυαλό των ηρώων και των αναγνωστών, κάνοντας ακόμα και τους πιο δύσπιστους να νιώσουν ένα -στιγμιαίο έστω- αθέλητο ρίγος και μόνο στη σκέψη. Απέραντη και άχρονη, μυστηριώδης και ανεξερεύνητη, πάντοτε επιβλητική, η θάλασσα μπορεί να κάνει να πληρώσει ακριβά όποιον δεν τη σέβεται και την αψηφά.
Η απώλεια του μικρού αγοριού βαραίνει κυρίως τον πατέρα του, που εκτός από το πένθος έχει να αντιμετωπίσει και τις ενοχές. Τι κι αν δεν τον κατηγορεί κανείς για αμέλεια· κατηγορεί εκείνος τον εαυτό του κι αυτό είναι χίλιες φορές χειρότερο. Η Jansson σκιαγραφεί για εκείνον ένα εξαιρετικά βαθύ, αιχμηρό, άψογο ψυχογράφημα: αυτό ενός ανθρώπου που φτάνει στο ύστατο όριο της απελπισίας, χάνει τον εαυτό του και κάθε έγνοια για τους ανθρώπους που τον περιβάλλουν, αφήνεται και το μόνο που επιθυμεί είναι να πάει να βρει το χαμένο παιδί του. Δεν υπάρχει αναγνώστης που να μη νιώσει ένα σφίξιμο στην καρδιά διαβάζοντας τα στάδια πένθους του Μάρτιν, να μην του συμπαρασταθεί νοερά, να μη σκεφτεί πως θα μπορούσε κι ο ίδιος να είναι στη θέση του. Και κάπως έτσι, γίνεται αυτός ο χάρτινος ήρωας απόλυτα ρεαλιστικός, ανθρώπινος και προσιτός. Φυσικά, κι η σύζυγός του υποφέρει ως μητέρα, απλώς αυτή δεν κουβαλάει το βάρος της ενοχής ότι φάνηκε απρόσεχτη και δεν αντιλήφθηκε την εξαφάνιση του παιδιού. Το δέσιμο πατέρα και γιου είναι αυτό το οποίο θέλει πιο πολύ να αναδείξει η συγγραφέας – και το κατορθώνει.
Αλλά και οι υπόλοιποι χαρακτήρες παίζουν τον δικό τους ρόλο στις εξελίξεις, άλλος λιγότερο κι άλλος περισσότερο. Από τους πιο κοντινούς φίλους του ζευγαριού μέχρι ορισμένους ηλικιωμένους κατοίκους του νησιού που βοηθούν την έρευνα του Μάρτιν, όλοι έχουν λόγω ύπαρξης και κάτι να πουν. Ταυτόχρονα, κι ενώ η σχέση των γονιών του Άνταμ δείχνει να οδεύει σε αδιέξοδο και να απομακρύνονται ο ένας από τον άλλον, η Μάγια βρίσκει έναν σύντροφο στο πρόσωπο ενός ντόπιου καλλιτέχνη και νιώθει να ξυπνάει μέσα της ένα περίεργο συναίσθημα, που δεν αναγνωρίζει ούτε η ίδια. Αυτή η αντίθεση ανάμεσα στον θάνατο ενός συναισθήματος και τη γέννηση ενός άλλου εκφράζει την ίδια τη ζωή, που βρίσκει πάντα τον τρόπο να συνεχίζεται και να ορθοποδεί ακόμα και μετά τη μεγαλύτερη καταιγίδα.
Το θέμα που διαπραγματεύεται το βιβλίο σίγουρα δεν είναι πρωτότυπο, όμως κάθε φορά παρουσιάζει ενδιαφέρον. Είτε είναι κάποιος γονιός είτε όχι, δεν μπορεί να μείνει αδιάφορος απέναντι στον χαμό ενός παιδιού και στο δράμα αυτών που μένουν πίσω. Ουσιαστικά, το κοινωνικό στοιχείο είναι αυτό που υπερέχει του αστυνομικού ή του μυστηρίου. Είναι όμως τόσο έντονη και συναισθηματική η ατμόσφαιρα μέχρι την τελική ανατροπή και το φινάλε, που καλύπτει επαρκώς οτιδήποτε άλλο.
Η Susanne Jansson «έφυγε» από καρκίνο το 2019. Εκτός από την απώλεια μια νέας γυναίκας, ο λογοτεχνικός χώρος θρηνεί και μια ταλαντούχα συγγραφέα, η οποία είχε να δώσει πολλά ακόμα σ’ αυτόν. Κατάφερε όμως, στη σύντομη διαδρομή της, να αφήσει το στίγμα της και να βρει μια ξεχωριστή θέση στις καρδιές των αναγνωστών.






0 Σχόλια