Δεν πρόλαβαν να σταματήσουν οι εκκωφαντικοί ήχοι των εκρήξεων και ο Αλεξέι είχε ήδη κουμπώσει τον επενδύτη και έτρεχε βάζοντας το κράνος προς το πυροσβεστικό όχημα – δεν έχει παιχνίδια στον πόλεμο, ο Μιχαήλ στην προχθεσινή βάρδια έκανε εφτά ράμματα που δεν φόραγε κράνος όταν έσκασε η οβίδα. Οι πληροφορίες για αμάχους στο δημαρχείο είχαν σηκώσει την τρίχα της βάρδιας, είχαν βάλει μπρος τις μηχανές αυτόματα, αστραπιαία.
Στο δρόμο για το δημαρχείο, ο Διοικητής ζήτησε από τον οδηγό τον Ιβάν να κλείσει τα παράθυρα. Από στενό σε στενό εναλλάσσονταν δύο μονότονες και τρομακτικές οσμές, του νεκρού και του καμένου. Ενοχλητική η μυρωδιά, αλλά μετά από μήνες αηδιαστικά υποφερτή. Βλέπεις η όσφρηση είναι άτιμο πράμα, σε ξεγελάει και την ξεχνάς, η όραση όμως, τα μάτια δεν ξεχνάν. Ένα πράγμα δεν αντεχόταν και θα έμενε το ίδιο ανυπόφορο, το ίδιο σιχαμερό, το ίδιο ντροπιαστικό κι ας μην έφταιγε κανείς τους για τον πόλεμο: η εικόνα του νεκρού. Γιατί, μόλις τολμήσει ο νους να βάλει τον εαυτό του στη θέση του νεκρού ή μάλλον μέτρα πιο δίπλα από τη θέση αυτή, ένα ηλεκτροσόκ υψηλής τάσης χτυπάει τις αντιστάσεις του οργανισμού, τρυπάει το κορμί, το κρυώνει με ιδρώτα.
Με ένα απότομο και επαγγελματικό φρενάρισμα του Ιβάν, το όχημα σταμάτησε και κατέβηκαν κάτω τρέχοντας να ρίξουν τους αυλούς και να σβήσουν τις εστίες φωτιάς που έκαναν την ατμόσφαιρα αποπνικτική. Καμιά δεκαριά συνάδελφοι ήταν ήδη στο σημείο και ανακάτευαν τα χαλάσματα ψάχνοντας για επιζώντες- ψύλλους στα άχυρα. Ο όχλος είχε ήδη μαζευτεί γύρω από το δημαρχείο, το οποίο τα καταραμένα όπλα, αυτά τα σίδερα που βάζουν τους ισχυρούς σε θρόνους και τους αδύναμους στο χώμα, είχαν ρίξει σαν τραπουλόχαρτο που έπαιζε μικρός ο Αλεξέι με τα αδέρφια του. Η σιωπή δυσανάλογη του πλήθους που είχε μαζευτεί, λες και όλοι προσεύχονταν μέσα τους για το αδύνατο, μήπως κάτω από τόνους βρεθεί ένας ζωντανός, μήπως το Πάσχα έρθει νωρίτερα φέτος. Ο δήμαρχος αναψοκοκκινισμένος, δεν είχε πληγές, όμως το αίμα έτρεχε στα μάτια του, το έβλεπε, το ένιωθε:
– Με τόσους τόνους βομβών, μόνο από θαύμα θα υπάρχει ζωντανός κάτω από το κτήριο, έλεγε και ξανάλεγε ψιθυριστά, όχι για να μην τον ακούει ο κόσμος, πιότερο για να μην ακούει ο ίδιος τις σκέψεις του, να μην τρελαθεί.
Ύστερα από δυο ώρες, οι φλόγες είχαν σβήσει. Οι περισσότεροι με προσοχή σήκωναν τα χαλάσματα και όταν κόσμος ερχότανε να βοηθήσει τον μάλωναν, μην τυχόν και γίνει κάποιο λάθος και η παραμικρή ελπίδα, η ελπίδα για το αδύνατο σβηστεί κι εκείνη. Κι εκεί που ο Αλεξέι σήκωσε ένα θρυμματισμένο ντουβάρι, ένα τρίξιμο γρατζούναγε από κάτω μια μικρή μεταλλική πόρτα.
-Η πόρτα του χρηματοκιβωτίου, παρατήρησε ένας υπάλληλος που ήταν στο σημείο.
Και τότε, τότε ο κόσμος έγινε τόσο ανώφελος, τόσο περιττός. Τότε συνειδητοποίησε ότι καμία λευτεριά και κανένα συναίσθημα δεν προκαλεί τον πόλεμο. Αυτά τα καταραμένα τα χρήματα, ο πλούτος βάζει τους λαούς να σκοτώνονται και να χωρίζουν πράματα που δεν ανήκουν σε κανέναν τους, να πεθαίνουν παιδιά που δεν χρώσταγαν κάτι σε κάποιον, δεν είχαν βλάψει άλλον ποτέ. Μικροαστικά τα μυαλά των ανθρώπων, αλλά πολύ μεγάλη η αλήθεια για να μην τη δουν. Έπιασε την μεταλλική πόρτα και την πέταξε με δύναμη παραπέρα, λες και αυτή έφταιγε για όλα τα δεινά του κόσμου, λες και έπαιρνε κι αυτός την εκδίκησή του για τους νεκρούς του φίλους.
Είχε περάσει καιρός από όταν οι Ρώσοι κήρυξαν τον πόλεμο και οι ήρεμες νύχτες αγκαλιά με τη Σοφία τη γυναίκα του και τα δύο μωρά τους έμοιαζαν μακρινή ανάμνηση, σαν ένα παραμύθι, σαν ένα γλυκό όνειρο που κομμάτιασε ένας χειροπιαστός εφιάλτης. Η όμορφη οικογένεια του, που τόσο αγαπούσε, είχε πάει στην Πολωνία για να σωθεί και η επικοινωνία ήταν σπάνια – ένα τηλέφωνο κάθε δυο μέρες για να γίνεται οικονομία, ίσα να ακούσει η καρδιά πως εκείνοι για τους οποίους χτυπάει είναι καλά και να μπει στη θέση της. Ετούτος δεν πήγε μαζί τους, επέλεξε όπως και οι άλλοι να παραμείνει στο καθήκον, τώρα που τα δύσκολα το κάνουν πιο επιτακτικό από ποτέ.
Τα πρώτα πτώματα είχαν ήδη ξεθαφτεί. Άκρα κομμένα, κορμιά συνθλιμμένα σαν καρύδια στο σφυρί. Το φρικτό θέαμα σφράγιζαν τα μάτια των νεκρών. Σε όλα τα παγωμένα πρόσωπα των αδικοχαμένων, κάτω από τις ουλές και τα ξεραμένα αίματα, μέσα στο ωχρό του νεκρού, ζευγάρια μάτια έμεναν ορθάνοιχτα, γεμάτα απογοήτευση, που αν μπορέσεις να τα κοιτάξεις κατάματα γράφουν στα ημερολόγια της καρδιάς σου μία σελίδα γεμάτη ερωτηματικά. Μία τρίχα δένει τη ζωή του ανθρώπου κι αυτό είναι όλο. Μα σε ποιον δόθηκε το δικαίωμα να την κόψει;
Τριγύρω μανάδες, παππούδες, θείοι, φίλοι θρηνούσαν. Κι απλοί, τυχαίοι περαστικοί δεν μπορούσαν να συγκρατήσουν τα δάκρυα στο αποτρόπαιο θέαμα. Πες το συμπόνια, πες το ανθρωπιά, ίσως και μόνο επειδή σκέφτονταν ότι αύριο κάτω από τα χαλάσματα μπορεί να βρίσκεται κάποιος δικός τους. Οι πυροσβέστες ένας-ένας έριχναν κλεφτές ματιές στο Διοικητή, σαν να του ‘λεγαν ότι χάθηκε η ελπίδα, ότι μάταια έσκαβαν σε ένα απέραντο νεκροταφείο.
-Υπομονή, ψιθύρισε ο Διοικητής στον Αλεξέι, η ελπίδα κρύβεται καμιά φορά, μα ποτέ δεν χάνεται.
Το θρήνο των μανάδων τσίνησε ξαφνικά ένα αλλιώτικο μουρμούρισμα. Ήταν ένα μουρμούρισμα που έβγαινε βαθιά μέσα από τα συντρίμμια, θαρρείς από τα Τάρταρα, λες κι ο άδης είχε ανοίξει τις πύλες του. Μα τούτο το μουρμούρισμα είχε πολλή ζωή μέσα του για να ‘ρχεται από κει.
-Κάποιος είναι ζωντανός από κάτω! Φώναξε γεμάτος έκπληξη ο Ιβάν.
Και πριν τελειώσει την κουβέντα του, είχαν ήδη αρχίσει με χειρουργική ακρίβεια να τραβάνε συντρίμμια από το σημείο που έβγαινε το κλαψούρισμα. Κι εκεί μέσα από κάτι καπνισμένα δοκάρια – ω του θαύματος- ξετρύπωσε με δύναμη ένα παιδικό χεράκι! Ματωμένο, μελανιασμένο μα ολοζώντανο!
-Βλέπεις, γύρισε τότε ο Διοικητής στον Αλεξέι, η ελπίδα αρέσκεται να φυτρώνει μέσα στις στάχτες…
_
γράφει ο Γιάννης Σταύρου








0 Σχόλια