Ποιο δάκρυ κύλησε
διαμάντι ακριβό
στα αφίλητα τα ωραία σου τα μάτια
ποιο φως στης νύχτας το σκοτάδι
στάθηκε απαλό
και σου ‘δειξε τα αρχαία σκαλοπάτια.
Απ’ το Θησείο στην παλιά την αγορά
παίζουν οι αέρηδες
στα ζάρια τους αιώνες
και εσύ σωπαίνεις
δεν αντέχεις τη βαριά κληρονομιά
ξένους αφήνεις να μιλούν
για όσα δικά σου,
μάρμαρα λευκά και Παρθενώνες.
Παλιά η κορνίζα
και το τζάμι της θολό
ασπρόμαυρη απ’ το χτες φωτογραφία
τη γαλήνια θλίψη
μες το βλέμμα,
στον καθρέφτη σου κοιτώ
και ξαναβρίσκω
της πληγής την αφορμή
και της ζωής
την πιο γλυκιά μου αμαρτία.
_
γράφει η Ζωή Δικταίου








[…]και εσύ σωπαίνεις
δεν αντέχεις τη βαριά κληρονομιά
ξένους αφήνεις να μιλούν
για όσα δικά σου,
μάρμαρα λευκά και Παρθενώνες.[…]
Τα δυνατά σας λόγια …με το χάδι της ρίμας και των εικόνων σας..πάλλονται πάντα στην καρδιά μου
Την καλημέρα μου…
Πόσο τρυφερά η ψυχή σου αφήνεται με εμπιστοσύνη στις λέξεις μου, Μάχη. Ευχαριστώ για την τιμή και την αγάπη σου.