Προσθέστε τον δικτυακό τόπο τοβιβλίο.net στην Google

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα της αναζήτησης

Η Ηρώ και ο Χάρης τρέχουν με τη μηχανή τους μακριά, προς άλλους προορισμούς, πίσω τους τρέχουν σκυλιά· δεν φοβούνται, δεν τρέμουν. Μπροστά τους έχουν το τέρμα της διαδρομής, και είναι άγιο. Ένα μοναστηράκι στης παρυφές ενός λόφου του νησιού. Η βροχή πέφτει αλύπητα, τους χτυπά πλάγια. Όμως δεν εμποδίζονται να αγκαλιαστούν τριάντα χρόνια τώρα. 

Πίσω, από τα πρώτα χρόνια κιόλας, πολλά παιδιά. «Είναι Εκείνη που θα τα οικονομήσει», την καθησυχάζει εκείνος, εννοώντας τη μητέρα του Θεού. Και πρόλαβαν να ορθοποδήσουν όλα τα παιδιά. Ημέρα Κυριακή. Η μηχανή καταπίνει χιλιόμετρα με προπορευόμενο τον Άγιο. Οι δυό τους ενωμένοι. 

Μια από τις θυγατέρες τους βρίσκεται στο κρεβάτι με τις κούκλες της, η λάμπα είναι αναμμένη, είναι βράδυ. Είναι σκυμμένη και δεν την βλέπω καλά. «Γράφει», του λέει εκείνη. «Η Πόπη γράφει», της χαμογελάει ψιθυριστά εκείνος:

«Παλιέ μου φίλε, 

Έρχομαι στα πάρτι, κάνεις πολύ θόρυβο. Διασκεδάζουμε στην πόλη των φοιτητικών μας χρόνων. Κατηφορίζοντας το λιθόστρωτο της Αριστοτέλους. Τα ροζ τακούνια μου ακούγονται στη σιωπή. Σε κρατώ ανεπίσημα από το χέρι. Είναι ξημέρωμα Κυριακής. 

Ο πρωινός περιπτεράς σηκώνει τα ρολά του καταστήματός του. Παίρνουμε το πρώτο πρωινό λεωφορείο από τον Λευκό Πύργο προς τη Νέα Παραλία. 

Ξεκλειδώνω. Πετώ τα παπούτσια μου σε μια γωνία. Τυλίγομαι κάτω από τις κουβέρτες μου, όπως είμαι με τα ρούχα μου. Τα ονειρά μου. Όλα δικά μου είναι. Επτά το πρωί. Ανακάθομαι στο κρεβάτι. Ξεκάλτσωτη, μπαίνω στην κουζίνα. Πίνω μισό ποτήρι γάλα. Η βροχή χτυπάει τα τζάμια από τα πλάγια.

Έχω την αγωνία να σε δω. Περπατώ στα πεζοδρόμια της Τσιμισκή. Ένας μέσα από όλους είσαι· μέσα από στο ανώνυμο πλήθος θα φανείς, δεν μπορεί, θα πέσω πάνω σου, τυχαία. Κάνω νόημα στο διερχόμενο ταξί. Στο θέατρο της Σταυρούπολης πάμε, του λέω. Είμαστε προσκεκλημένοι σε μια θεατρική παράσταση· είναι η παγκόσμια ημέρα θεάτρου. Παίζει το έργο «σε μιαν άλλη ζωή». Κρίμα, και γράφω μάθημα το πρωί. Θα το δώσω τον Σεπτέμβριο· δεν χρωστάω τίποτε, όλα τα άλλα τα έχω περασμένα. Ας είναι μόνο ένα μάθημα».

Το επόμενο μεσημέρι, το λεφούσι των φοιτητών, με γέλια και φωνές, άλλοι αισιόδοξοι και άλλοι απογοητευμένοι και νευριασμένοι, αποχωρούν από την εξεταστική αίθουσα. Εκείνος, καλός και ξεδιαλεγμένος προσπερνάει το πλήθος, αφ’ υψηλού. Φοράει το κράνος, καβαλάει το παπάκι του και κατευθύνεται προς τη φοιτητική του γκαρσονιέρα. 

Μια στάση στο σούπερ μάρκετ, στην Ιπποδρομίου, μια τσάντα ψώνια (τα απαραίτητα μόνο, ένα κουτί γάλα, ένα κουτί τυρί, ένα πακέτο μπισκότα και ένα μπουκάλι ουίσκι, και έτοιμος για άραγμα στην τηλεόραση και φαγητό από ντελίβερι. Στο τσεπάκι του είχε το εξαράκι και ένα μάθημα λιγότερο για το πτυχίο. Ήταν σίγουρος ότι είχε περάσει. Την ίδια στιγμή η Πόπη αισθάνεται τόσο μόνη και απογοητευμένη.

Γράφει:

«Αγαπημένε μου,

Να εδώ παλεύω με τις λέξεις. Να βγουν από μέσα μου, να βάψουν τους τοίχους σε σχήμα καρδιάς, να απλωθούν στο δωμάτιο οι λέξεις».

Η Πόπη παίρνει την τσάντα της (με τα απαραίτητα μόνο), κλειδώνει την πόρτα ασφαλείας πίσω της. «Ας είναι μόνο ένα μάθημα», επαναλαμβάνει, «θα πάρω και βαθμό τον Σεπτέμβριο». «Καιρός να επιστρέψω στο νησί», εννοώντας τη Σαντορίνη, τον τόπο καταγωγής της. 

Αργότερα μαθαίνει ότι οι εξετάσεις του ποινικού ματαιώθηκαν λόγω ασάφειας στη διατύπωση του θέματος. «Ω, αισθητική Ανάσταση», διαλύονται και οι τελευταίες σκέψεις.

Εκείνος τρέχει με το παπάκι του προς το αεροδρόμιο Μακεδονία, να την προλάβει. Φτάνει, χωρίς καθυστέρηση κατευθύνεται προς την αίθουσα αναχωρήσεων. Βλέπει τη μεγάλη κυλιόμενη σκάλα, διακρίνει τη λεπτή φιγούρα της Πόπης από μακριά. Του κάνει νόημα ότι όλα είναι εντάξει. Δεν του μένει παρά να κοιτάξει έξω από τη μεγάλη τζαμαρία, τα φτερά του αεροπλάνου, τον πίνακα αφίξεων και αναχωρήσεων. 

Λίγο προτύτερα έδωσαν τα χέρια, εκείνος με δάκρυα στα μάτια, η Πόπη με το πλατύ, φωτεινό χαμόγελό της. «Εγώ θα ξαναγυρίσω», του λέει, «εσύ πρέπει να συνεχίσεις την προσπάθεια», και τα μάτια της έλαμπαν.

Από την τσέπη του βγάζει ένα διπλωμένο χαρτάκι, διαβάζει: σε περιμένω κάθε βράδυ κι εσύ έρχεσαι. Πέτρο, μην πεις σε κανέναν ότι βλεπόμαστε κάθε βράδυ. Εψές βγήκα στους φωτισμένους δρόμους, ήθελα να δω ανθρώπους να κρατιούνται από το χέρι. Το χαρτάκι γράφει τη λέξη σ’ αγαπώ.

Κατάμεστο το φουαγιέ της σχολής. Το κυλικείο μοιράζει τους πρώτους καφέδες της ημέρας, η οποία προμηνυόταν μεγάλη. Τα πτυχία στη σειρά, αλφαδιασμένα στο αντίκρυ έδρανο. Φοιτητές πάνοπλοι μα ανυποψίαστοι για τη μετέπειτα σταδιοδρομία τους. 

Ένα μεγάλο άχρωμο, γκρίζο κτίριο το Πανεπιστήμιο, δίχως μπαλκόνια, δίχως ζωγραφιές γκράφιτι, με λίγο πράσινο χορτάρι και με αρκετές κόκκινες φυτεμένες τριανταφυλλιές στα παρτέρια της εισόδου.

Κόσμος σχηματίζει ουρές στα γκισέ της πολύπαθης Γραμματείας. Ανυπόμονοι και ξεσηκωμένοι πτυχιούχοι. 

-Ορίστε, μια υπογραφή εδώ και τελειώσατε. Σχεδόν πετάει στον Πέτρο το χαρτί και στρέφει το πρόσωπό της πίσω, στον Προϊστάμενό της. Της κάνει νόημα να συνεχίσει τη διαδικασία: «ο επόμενος παρακαλώ», αυτή τη φορά με πιο ευγενικό ύφος.

Χτυπάει το κινητό του Πέτρου. «Δεν μπορώ αυτή τη στιγμή. Θα σας καλέσω αργότερα», και το κλείνει χωρίς να κοιτάξει καν τον αριθμό. Ήταν η Πόπη.

Μετανιωμένος ο Πέτρος, την καλεί πίσω. Δεν απαντάει. Θυμάται την πρώτη μέρα που μετά το βραδινό μάθημα είχαν μείνει μόνοι τους στην αίθουσα διαλέξεων. Ο καθηγητής είχε βγει στο αίθριο και κάπνιζε. 

Εκείνος την πλησίασε και την φίλησε απαλά και αυθόρμητα στο στόμα. Βγαίνοντας από το γκρίζο και πολυδαίδαλο κτίριο με τις πολλές εισόδους και εξόδους, ανέβηκαν το πάνω μονοπάτι της Πανεπιστημιούπολης. Ο Πέτρος την έπιασε απαλά από τη μέση. «Σ’ αγαπώ» είπε χωρίς να το σκεφτεί η Πόπη. «Κι εγώ σ’ αγαπώ», σκέφτηκε και της είπε εκείνος, περνώντας το μπράτσο του στους ώμους της με στοργή και προστατευτικότητα. 

Κάθισαν στο παγκάκι να ξαποστάσουν, ένα σπουργιτάκι πέταξε από μπροστά τους. Ένωσαν τα πέλματά τους. Άνοιξαν τα χέρια τους προς τα πάνω, ν’ αγγίξουν τον ουρανό. Όλη τη λιακάδα που φώτισε τον πράσινο τόπο, την κατέβασαν, την πήραν μαζί τους, ανέβηκαν στο παπάκι του Πέτρου και ξεκίνησαν.

Στο διαμέρισμα του Πέτρου, κινήσεις τέλεια προσαρμοσμένες με ακρίβεια ετών φωτός. Οι γαρδένιες στο μικρό μπαλκονάκι, οι μπίσχοι που έγερναν το βράδυ και πετούσαν το λουλούδι για να το αναστήσουν το πρωί. 

Πρωί επτά η ώρα και η Πόπη, τόσο, μα τόσο ευτυχισμένη, ρίχνει στους ώμους της ένα σάλι και πιάνει ένα σιγανό τραγούδι. Τα φώτα σβηστά, μισοσκόταδο, βγαίνει στο μπαλκόνι και σκύβει με ευλάβεια πάνω από μια γαρδένια. Η ευωδιά της την κάνει ακόμα πιο ευτυχισμένη. 

Στο μπαλκόνι της απέναντι πολυκατοικίας μια ηλικιωμένη κυριά απλώνει ρούχα πάνω στα σύρματα· πρωινό αεράκι φυσούσε και έτσι θα στεγνώσουν γρήγορα. Κάτω από τα σύρματα μια άβυσσος του ακάλυπτου χώρου. Γέρνει προς τα μέσα. Ένα πουλάκι στέκεται περήφανο στα σύρματα. Οι εμπριμέ τέντες ανεμίζουν· μήπως δεν υπολόγισε το ενδεχόμενο μιας μπόρας; 

Όμως η Πόπη ατενίζει την αγάπη με ανοιχτά τα μάτια και όχι την έγνοια της απέναντι πολυκατοικίας. 

Μπαίνει μέσα, ρίχνεται στον κόκκινο καναπέ με τα κόκκινα ριχτάρια. Ανάβει τα κεριά πάνω στο τραπέζι, ανοίγει το ραδιόφωνο στον σταθμό που παίζει τραγούδια της αγάπης. Συνειδητοποιεί ότι το τηλέφωνο είναι βγαλμένο από την πρίζα. 

Πίσω στο αεροδρόμιο Μακεδονία λοιπόν, η πτήση από Σαντορίνη προσγειώνεται ομαλά. Ο Πέτρος την περιμένει με ένα μπουκέτο κόκκινα τριαντάφυλλα. Στο λεωφορείο κάθονται αντικριστά και κρατιούνται σφιχτά από τα χέρια. Ξεκλειδώνει το διαμέρισμα, «τώρα μπορώ να σε αγκαλιάσω». «Μου έφυγε ένα τεράστιο βάρος», απαντά εκείνει πετώντας τα μπαγάζια όπως-όπως σε μια γωνιά.

Κοιτάζονται στον καθρέφτη, εκείνη είναι όμορφη, περνώντας τη χτένα από τα κατάξανθα μακριά μαλλιά της, βάζοντας κατακόκκινο κραγιόν στα λεπτά χείλη της. 

Ταιριάζουν σαν ζευγάρι και οι γονείς της δεν έχουν αντίρρηση για αυτόν τον γάμο. Τοποθετεί την κορνίζα στο τραπέζι και αφήνει έναν σφραγισμένο φάκελο. Στη φωτογραφία είναι η Ηρώ και ο Χάρης με φόντο ένα μοναστήρι στο νησί, με το ηφαίστειο να καίει και να μην καίγονται. Τη φλόγα κατάφεραν να την μεταλαμπαδεύσουν σε ένα ακόμη από τα παιδιά τους και θα έπονται πολλά ακόμη.

Πτυχίο βραχιόλι και για τους δυο. Φωτογραφίες με αναμνήσεις. Τα γράμματα σβήστηκαν και οι τοίχοι καθαρίστηκαν από τα γράμματα. Το σπίτι ασβεστώθηκε και οι τοίχοι βάφτηκαν με ένα ωραίο, απαλό χρώμα ροζ ώχρας. 

Ποιος ξέρει; Μιας και τα έπιπλα πουλήθηκαν μετά τη λήξη του μισθωτηρίου συμβολαίου, δεν είχα καμία τύχη να μάθω τις απέγινε ο κόκκινος καναπές, αν ζουν ακόμη οι γαρδένιες και μπίσχοι. Είναι πολλές φορές γλυκόπικρη η γεύση που αφήνει η πρώτη εμπειρία της νιότης σαν ανοίγεις τα φτερά σου να πετάξεις σε νέους ουρανούς.

Επιστρέφοντας στο σπίτι τους, η Ηρώ και ο Χάρης, τα βρήκαν όλα ήσυχα, τακτοποιημένα, καθαρά, συμμαζεμένα. Το καντήλι αναμμένο, το φαγητό μαγειρεμένο. «Ήταν Εκείνη που φρόντισε, όσο λείπαμε», της είπε και έγειραν τα βλέφαρα παραδομένοι στην αγκαλιά του Μορφέα.

 

_

γράφει η Αλεξάνδρα Μιχαλοπούλου

Ακολουθήστε μας

Οι προσφορές των εφημερίδων για το Σαββατοκύριακο 29 – 30 Αυγούστου 2026

Οι προσφορές των εφημερίδων για το Σαββατοκύριακο 29 – 30 Αυγούστου 2026

Real News Καθημερινή Πρώτο Θέμα Το Βήμα της Κυριακής Τα ΝΕΑ Δώστε μας το email σας και κάθε Παρασκευήθα έχετε στα εισερχόμενά σας τις προσφορές των εφημερίδων (Δεν στέλνουμε ανεπιθύμητη αλληλογραφία ενώ μπορείτε να διαγραφείτε με ένα κλικ και...

Άλλοι φεύγουν και άλλοι έρχονται

Άλλοι φεύγουν και άλλοι έρχονται

Πιστεύουμε ότι το ποτάμι δεν γυρίζει πίσω. Όμως πιστεύουμε λάθος. Διότι η κοίτη διατηρείται αμετακίνητη, πάντα, σταθερή. Όπως τα λόγια που με αγάπη ειπώθηκαν. Όπως οι αναμνήσεις, όσο παλιές και να ήταν. Άλλωστε, το βάθος, το πλάτος, το μήκος, η θερμοκρασία των νερών,...

αμφιθυμία

αμφιθυμία

Ο ήλιος τον έβρισκε στην παραλία να μαζεύει τα φύκια. Τα έκανε σωρούς και μετά με το ίδιο δικράνι τα γύριζε στη θάλασσα. Σε εκείνη ανήκαν. Σαν τέλειωνε καθόταν στο μπαλκόνι του και τις μιλούσε. Της θάλασσας κι εκείνης με τα αμύγδαλα μάτια -μόνο που εκείνα τα μάτια...

Ακολουθήστε μας στο Google News

Διαβάστε κι αυτά

αμφιθυμία

αμφιθυμία

Ο ήλιος τον έβρισκε στην παραλία να μαζεύει τα φύκια. Τα έκανε σωρούς και μετά με το ίδιο δικράνι τα γύριζε στη θάλασσα. Σε εκείνη ανήκαν. Σαν τέλειωνε καθόταν στο μπαλκόνι του και τις μιλούσε. Της θάλασσας κι εκείνης με τα αμύγδαλα μάτια -μόνο που εκείνα τα μάτια...

Ζωή κλεμμένη

Ζωή κλεμμένη

H Όλγα εντελώς αυθόρμητα και με τα μάτια της βουρκωμένα άρχισε να του εξιστορεί το παιδικό της όνειρο.   “Το κορίτσι στεκόταν όρθιο στα κάγκελα της αυλής του σπιτιού του. Ήταν παιδί ακόμα και στην ψυχή του δεν υπήρχε καχυποψία. Του άρεσε να ζωγραφίζει, να αποτυπώνει...

Σάπιο πράμα

Σάπιο πράμα

Το βράδυ εκείνο του Δεκέμβρη του 1943 ο Ντίνος Δρίτσας ο τελωνειακός,δεν κοιμήθηκε...η Σουηδέζατου Ερυθρού σταυρού ήταν μεγάλο μούτρο,όμως έπρεπε να μάθει τι είχε μέσα το σεντούκι με ταγερμανικά γράμματα,που ξεφόρτωσε το πλοίο με το σιτάρι...Σηκώθηκε μεσάνυχτα και...

0 σχόλια

0 Σχόλια

Υποβάλετε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *