α)
Την είδα καθώς πλησίαζα
Ξεμύτιζε το καπέλο της τιμονιέρας σαν πολεμιστής
-ξεπροβάλλει δειλά μονάχα το κράνος του
πράγμα τόσο ανάξιο, ως και λόγου-
Πολεμίστρα της ένα βουνό από δίχτυα
Ήταν γαλάζια όπως η θάλασσα
-σε μεριές βέβαια υπήρχε πεταμένο χρώμα από βότσαλα-
Έψαξα πάνω της…
Κανένα όνομα
Μονάχα η σκέψη
-τόσο γερτή-
Είναι δύσκολο να ζεις ή να πεθάνεις;
β)
Την είδα σε ένα ολόμαυρο άτι
Ήταν γεμάτη τρύπες
«Ο άνεμος,» απολογήθηκε, «και ο χρόνος»
Εγώ προσπαθούσα να βρω στα μάτια της
-σ’ εκείνα τα αμύγδαλα μάτια-
αν υπήρχε τρόμος ή κατάρρευση
ή ένας σπαραγμός, πώς φύγαν όλα
«Η ζωή μου…» είπε και μετά ένα ρήμα
Δεν το άκουσα
Έφυγε;
Πέθανε;
Τσακίστηκε;
Τι σημασία είχε;
Ένα ρήμα δε θα έδειχνε
Όσα μέσα της καλά πενθούσε
_
γράφει ο Θεόδωρος Πάλλας








0 Σχόλια