Ο ήλιος τον έβρισκε στην παραλία να μαζεύει τα φύκια. Τα έκανε σωρούς και μετά με το ίδιο δικράνι τα γύριζε στη θάλασσα. Σε εκείνη ανήκαν. Σαν τέλειωνε καθόταν στο μπαλκόνι του και τις μιλούσε. Της θάλασσας κι εκείνης με τα αμύγδαλα μάτια -μόνο που εκείνα τα μάτια ήταν καστανά.
Πέρασε έτσι καιρός.
Κάποτε, τα πόδια του τον πρόδωσαν. Τα χέρια του, όσο και να προσπαθούσαν, δεν αρκούσαν να κατέβει στη θάλασσα. Εξέπεσε! Δέθηκε στο μπαλκόνι ολημερίς και ολονυχτίς και τις μιλούσε.
Συγγνώμη, σε εκείνη με τα αμύγδαλα μάτια.
Συγγνώμη, στη θάλασσα.
Η θάλασσα πιο φιλεύσπλαχνη. Εκείνη με τα καστανά μάτια ίσως ανένδοτη. Ίσως πολύ μακριά να τον ακούσει.
Είχε κατεβεί από τη μεγάλη πόλη. Μια μικρή βαλίτσα, κόκκινη, έσερνε στο κατόπι της και μια πιο μεγάλη, κόκκινη κι εκείνη.
Αυτός ήταν γέννημα θρέμμα του τόπου.
Η γνώρα τους κάτω από τον μεγάλο πεύκο. Εκείνη, τραβηγμένο το φουστάνι ως ψηλά -πάνω από το γόνατο μη θαρρείς, άφηνε τους ίσκιους να παίζουν με τη λευκότητά της. Εκείνος είχε πάρει στο κατόπι έναν σκαντζόχοιρο και σαν το ζωντανό κρύφτηκε δίπλα από τον πεύκο κάθισε σιμά της.
Εκείνη πήρε μια μαργαρίτα και τη μαδούσε, να φαίνεται πως λέει κάτι. Εκείνος την άκουγε.
Τράβηξαν μαζί τον επόμενο καιρό. Και για καιρό. Μέρες και νύχτες τα λόγια της τραβούσαν πάνω στη γη, τα δικά του στη θάλασσα. Μέρες και νύχτες τα κορμιά έλαμναν στο πάθος, πολλοί το είπαν έρωτα.
Ταξίδευαν τα λόγια, αναστάτωναν το μέσα τους. Παθιάζονταν τα κορμιά, μέρωνε το μέσα τους. Έτσι πορεύονταν.
Υπήρχαν φορές που σε ένα κάθισμα του βουνού εκείνη του έδειχνε τα φώτα της πόλης και της άλλης πόλης και όλου του κόσμου της γης που όπως μαρτύραγε, κάπου θα τέλειωνε. Εκείνος της έδειχνε τη γαλήνη της θάλασσας που τραβούσε και όλο τραβούσε και δεν τέλειωνε ποτέ.
Τράβηξαν μαζί και τον επόμενο καιρό. Εκείνη του έδειχνε τα φώτα του κόσμου και είχε έναν πόθο στα λόγια και μια λαχτάρα που θέριευε μέσα της. Εκείνος απλά της μιλούσε για τη θάλασσα.
Ένα πρωί, με το στήθος γεμάτο λαχτάρα, του είπε πως θα ξεκινήσουν για το ταξίδι τους στην άλλη γη. Εκείνος της είπε για τη θάλασσα.
Ένα άλλο πρωί, πόσο τον αγαπούσε, του μίλησε για το ταξίδι τους στη θάλασσα, με το πάθος της πιο διεγερμένο τώρα. Εκείνος δε μίλησε. Της έδειξε τα πόδια του τα στεριωμένα εκεί.
Κι ένα πρωί, με μια σιγουριά στα μάτια που τον τρόμαξε, του άπλωσε το χέρι, ανέβαινε σε εκείνο το πλοίο που ταξίδευε ως πέρα μακριά, εκεί που η θάλασσα είναι μονάχα θάλασσα. Εκείνος αποτράβηξε το δικό του.
Ένιωσε πως δεν την αγαπούσε.
Ένιωσε πως την αγαπούσε τόσο που πως δεν μπορούσε να ταξιδέψει μαζί της. Από πάντα της ήταν βάρος στα όνειρα.
Τον πρώτο καιρό μετά το φευγιό της λημέριαζε στην εκκλησιά. Έπιανε ένα στασίδι. Το ένα χέρι καθόταν πάνω στο άλλο. Τα μάτια ψηλά. Κοιτούσαν τον θόλο και ο ένοικός του, αδιάφορος, κοιτούσε τα άστρα. Ζητιάνευε από τις εικόνες. Οίκτο, έλεος; Ίσως συγχώρεση. Για την αδυναμία του; Την ατολμία του; Το ξύλο άπραγο. Μονάχα το σαράκι μέσα του.
Τον επόμενο καιρό προσπάθησε κάτι να κάνει. Για να ξεφύγει. Υπάρχουν κάποια πολύ απλά πράγματα που μπορείς να κάνεις. Όπως να πεις ένα τραγούδι. Ή να πάρεις μια μνήμη και να την ανασκαλέψεις. Εκείνη του άφησε μονάχα μνήμες. Και την αδυναμία του να δει το μέλλον.
Ένα πρωί κατέβηκε στην ακρογιαλιά κι άρχισε να μαζεύει τα φύκια, σε τούφες. Και μετά τα επέστρεφε στη θάλασσα.
Τα μάζευε για να δει αν εκείνη είχε ξεχάσει κάτι μέσα τους. Έστω μια της πίκρα. Ή αν του άφησε κάτι για να τη θυμάται. Εκτός από τις μνήμες. Και μετά επέστρεφε τα φύκια στη θάλασσα. Της ανήκαν.
_
γράφει ο Θεόδωρος Πάλλας








0 Σχόλια