Αφέντης Ουρανός
Χειμώνες που αργοστάλαζαν βουβά, λευκά σαν κρίνος όπως στο μέσο της νυχτιάς μια παγερή γωνιά, γινήκαν βράχος μέσα μας, αντήχησαν σαν θρήνος κι έφτιαξαν ύστερα σιωπή κι ανείπωτη ερημιά. Αχ, δεν το μπορώ, τη θάλασσα πιότερο να πλατύνω και να ντυθώ την ομορφιά...








