Cosme Esteban Rojas

Cosme Esteban Rojas

[αποσπασματική προδημοσίευση από το ομώνυμο μυθιστόρημα]

castle_b

Στο πρώτο ραντεβού επικράτησε ο στυγνός τεχνοκρατικός παλμός τού αντιπροσώπου τής εταιρείας, τού Herminio. Μια επιθετική βολιδοσκόπηση, με την ισχύ των «πραγματικών» δεδομένων» ήταν πάντα επιθυμητή και προγραμματισμένη κίνηση των ανθρώπων τής εταιρείας. Αυτά τα «πραγματικά δεδομένα» είχαν πάρει στα μυαλά των στελεχών και των υπαλλήλων της τη μορφή θεϊκής αποκάλυψης. Ήταν το απόλυτο και αναμφισβήτητο τοτέμ τής ψυχής και τής λογικής τους. Ένας θεός ασάλευτος, σταθερός, αδυσώπητος. Και μάλιστα, μέσα στο υπέρτατο δέος τους, στο θρησκευτικό τους φανατισμό, στην οπαδική τους προσήλωση, ήταν εντελώς βέβαιοι ότι είχαν κατανοήσει πλήρως τη θεϊκή του ουσία και τον ήξεραν τόσο μα τόσο καλά αυτόν τον θεό που να τον έχουν κάθε στιγμή στο τσεπάκι τους. Τίποτε απρόβλεπτο δεν υπήρχε πια. Τίποτε αστάθμητο. Τίποτε αμέτρητο. Τίποτε ρευστό. Όλα ήταν κατανοητά, μετρήσιμα, αποδείξιμα. Όλα ήταν καθαρά, ολοκάθαρα: απ’ εδώ το μαύρο, απ’ εκεί το άσπρο. Εδώ η ζημιά, εκεί το κέρδος. Απ’ εδώ η ανάπτυξη, απ’ εκεί η υπανάπτυξη. Απ’ εδώ το σίγουρο μέλλον, απ’ εκεί η θανατερή προσκόλληση σ’ ένα νεκρό πάντα παρελθόν. Έμοιαζαν με κουάκερους ή μορμόνους με μιαν ηθική βίβλο στα χέρια, αδιαμφισβήτητου κύρους, που την περιέφεραν παντού και την εφάρμοζαν ζηλωτικά και δίχως δεύτερη σκέψη στα πάντα. Σίγουροι. Απολύτως. Αδιασάλευτα.

Μ’ αυτά τα «πραγματικά δεδομένα» ήταν απολύτως βέβαιοι πως θα κατακεραύνωναν τούς λαϊκούς ανθρώπους, που ήταν τα πρώτα και εύκολα θύματα, η πιο άκοπη λεία, θα έκαμπταν την αντίστασή τους και θα τούς έσερναν στην «πραγματική» λατρεία τού «πραγματικού» τους θεού, σώζοντάς τους από τον πλανημένο εαυτό τους. Πραγματικοί σωτήρες και αναμορφωτές τής ανθρωπότητας, που δεν ήθελε πολύ συχνά να δει, λατρεύοντας ειδωλολατρικά τούς δικούς της ανύπαρκτους θεούς. Πάνσοφοι κι αλάθητοι, προπαντός, καθοδηγητές που είχαν εξετάσει τα πάντα, τίποτε αστάθμητο δεν τους είχε διαφύγει από την προσοχή, και οδηγούσαν στην ατελεύτητη πρόοδο, με το αζημίωτο φυσικά και νομίμως, το ανθρώπινο κοπάδι. Μετά θα συνέχιζαν με τους αστούς που είχαν κάποια παιδεία, τούς οποίους θα προσηλύτιζαν ασκώντας πιέσεις αφόρητες μέσω τού φόβου που θα έχωναν στη σκέψη και στην καρδιά τους. Άλλωστε, γνώριζαν πως ο αστικός φόβος είναι ο καλύτερος σύμμαχός τους για την απρόσκοπτη διάδοση τού θεού τους, που σαν πιστοί πιονιέροι επιζητούσαν να επιβάλλουν. Συγκρατώντας ίσα-ίσα το επίπεδο ευζωίας και αστικής μακαριότητας, βολέματος και εφησυχασμένης ιδιωτείας, προπαντός αυτής, και επισημαίνοντας με κάθε δυνατό μέσο την απειλή να χαθεί κι αυτό, να το ζητήσει θυσία ο «πραγματικός» τους θεός, ανάγκαζαν κι αυτή την τάξη ν’ αλλαξοπιστήσει. Η συμπόρευση πάντα με την ηγέτιδα τάξη, όπως γίνεται πάντα με τις θρησκείες, ήταν δεδομένη. Το όφελος ήταν κοινό. Το μόνο που έμενε ήταν να ενεργοποιηθεί η δυνατότητα που πάντα έχει η ηγέτιδα τάξη και να διαλαλήσει προς άπαντες, με τα μεγάφωνα που διαθέτει, με τους μαζικούς πολλαπλασιαστές τής φωνής της, τη νέα λατρεία. Το θέμα είχε κλείσει. Επιτέλους, λατρευόταν ο νέος θεός!

Έτσι, τα «πραγματικά δεδομένα» ήταν η απόλυτη και αδιαμφισβήτητη παρουσία του «θεού» στη γη, η απόλυτη δέσμευση τής ελευθερίας των ανθρώπων που προσκυνούσαν την άκαμπτη και επιβλητική «πραγματικότητα» της θεϊκής παρουσίας. Και τα «πραγματικά δεδομένα» έσκασαν στη μούρη τού εγγονού τού Cosme Esteban Rojas σαν νεροποντή. Ο Herminio, μετά τους τυπικούς χαιρετισμούς και τις ρηχές φιλοφρονήσεις, άνοιξε την ιερή βίβλο τού νέου και «πραγματικού» θεού και κατακεραύνωσε τον… «συνομιλητή» του με τις θεϊκές αλήθειες.

-«Ένα σπίτι ερείπιο. Στη μέση τού πουθενά. Με κάποια χτήματα παρατημένα και λογγιασμένα από την εποχή τού Νώε! Ένα πραγματικό σκουπιδαριό. Ένα τίποτε. Αγαπητέ Cosme Esteban η Καστίλλη Λα Μάντσα βρίσκεται στην κεντρική Ισπανία. Στην κεντρική Ισπανία! Δηλαδή, στο απόλυτο μηδέν. Γιατί; Μα διότι, αγαπητέ μου, δεν έχετε σταγόνα θάλασσα. Κι ο κόσμος γουστάρει θάλασσα και ποτό, όχι ανεμόμυλους και Κιχώτες. Μην κοιτάτε την ιστορία. Ξεχάστε Μαυριτανούς, Φερδινάνδο κλπ κλπ. Εσείς αν ζείτε, ζείτε από τον τουρισμό. Υπηρεσίες παρέχετε και τίποτε περισσότερο. Σερβιτοράκια είστε, μάγειρες και καφετζήδες. Πλύστρες, ξεσκονίστρες, σφουγγαρίστρες των… τουριστών. Γκαρσονάκια είστε, όπως καλά γνωρίζετε αγαπητέ μια που φύγατε για τη Μαδρίτη. Γκαρσονάκια. Ήσασταν τσοπανάκια, μες στην προβατίλα όλη σας τη ζωή, και τώρα γίνατε γκαρσονάκια. Ξέρετε τι λένε τα «πραγματικά δεδομένα»; Λένε ότι το 49.78 τής… «οικονομίας» σας είναι… χαχαχαχα υπηρεσίες! Βιομηχανία μηδέν. Ξέρετε και τι άλλο λένε; Ότι μόλις το 11.64 ανήκει στην αγροτική σας οικονομία. Η πατρίδα τού Δον Κιχώτη έχει μοναχά Σάντσους πια και σε εξευτελιστικές τιμές. Σε τιμές ευκαιρίας. Από τούς… ελεήμονες τουρίστες, ζείτε εδώ πέρα. Που γνωρίζετε πολύ καλά πως τούς ελέγχουμε πλήρως. Τούς έχουμε κοπαδιάσει και κοπαδιαστά τούς οδηγούμε. Ο Δον Κιχώτης πέθανε! Ζήτω ο Σάντσο!». Ο Herminio έκανε μια μικρή αναγνωριστική παύση για να καταλάβει την πρώτη επίδραση τής επίθεσής του στον εγγονό τού Cosme Esteban Rojas. Το σχέδιο πήγαινε όπως προβλεπόταν. Ο εγγονός απαξιωνόταν σιγά-σιγά στα μάτια τού ίδιου του τού εαυτού με τη βοήθεια των «πραγματικών δεδομένων» και τής μελετημένης εταιρικής ψυχολογίας. Έπρεπε πάση θυσία να σβήσουν μέσα του και οι τελευταίες φωνές τού τόπου του, των προγόνων του, τής οικογενειακής του παράδοσης. Να κατασιγαστούν οι φωνές αυτού τού σπιτιού, των τοίχων, των δωματίων του, των διαδρόμων, των πατωμάτων. Έπρεπε όλα να βουβαθούν γιατί μόνο έτσι, όπως πάντα γίνεται, μπορεί να ακουστεί ο αληθινός λόγος τού «θεού», των «πραγματικών δεδομένων», το ευαγγέλιο της εταιρείας, η Νέα Ηθική. Η φράση τού Herminio για τον Δον Κιχώτη έπεσε τόσο βαριά πάνω στον εγγονό που τον καταπλάκωσε. Τον κατέθλιψε τόσο που τον αποδιοργάνωσε κι απομείωσε στο ελάχιστο κάθε πιθανή διάθεσή του να αντισταθεί. Ήταν κι αυτό μες στο πρόγραμμα. Όχι πως είχε δέσει τη ζωή του με ιπποτισμούς και μυθιστορήματα. Όχι πως υπερασπιζόταν κάποιες αιώνιες αρχές, κάποιους νόμους πνευματικούς. Όχι πως θεωρούσε τις ψυχικές δυνάμεις, αν υπήρχαν τέτοιες…, άξιες να μπουν στη ζυγαριά της Νέας Ζωής τής ανάπτυξης και της οικονομικής προόδου, που υμνολογούσε τη θεότητα που ακούει στην «αύξηση τού κατά κεφαλήν εισοδήματος». Όχι. Μα όσο και να το κάνει κανείς, οι πνευματικές αντιστάσεις που κουβαλούσε, όπως όλοι οι άνθρωποι, μέσα του αυτόματα, ενεργοποιήθηκαν στο άκουσμα αυτών των φράσεων και διεκδίκησαν δικαιώματα. Αυτό το ήξερε η εταιρεία και το επεδίωκε! Μάλιστα το επεδίωκε! Για τον απλούστατο λόγο πως μπροστά στην ανάγκη… βελτίωσης τού βιοτικού επιπέδου και απόκτησης ευμάρειας, αυτή η αντίσταση των ψυχικών δυνάμεων άρχιζε σε κλάσμα δευτερολέπτου να υποχωρεί, να αδυνατίζει, να ηττάται και ο οικονομικός εκβιασμός έπαιρνε έτσι το απόλυτο πάνω χέρι θάβοντάς την, αφού ο κακόμοιρος άνθρωπος που ένιωθε και την ελάχιστη αξιοπρέπεια να αντισταθεί, έπεφτε ηθικά στα ίδια του τα μάτια με τη συνθηκολόγηση που εκβιαστικά του επέβαλλε ο παράς να υπογράψει. Το παιχνίδι είχε κερδηθεί. Είχε δίκιο ο Herminio: οι εταιρείες πάντα θριαμβεύουν!

Όμως, τα λόγια του αυτά ήχησαν πολύ παράξενα μέσα στους κούφιους χώρους τού σπιτιού των Rojas. Μέσα στο κουφάρι τού οίκου τους. Το σκέλεθρο τού σπιτιού έμοιαζε εκείνη τη στιγμή απειλητικό, αιμοβόρο, εκδικητικό. Οι φράση τού Herminio για τον Δον Κιχώτη και τον Σάντσο έδειξε να κολλά ιερόσυλα πάνω στους αγριεμένους τοίχους, που έδειχναν να αποκτούν ανθρώπινα γνωρίσματα, να σαλεύουν, να ριγούν και να φοβερίζουν με βλοσυρά αδυσώπητα μάτια. Ένιωθε κανείς πως υπόσχονταν τιμωρία. Ήταν ένα ακαθόριστο συναίσθημα που με τη δύναμή του έκανε τούς συνομιλητές να βουβαθούν με συστολή για μερικά δευτερόλεπτα. Τους επιβλήθηκε. Ήταν ορατό αυτό από το στιγμιαίο κίτρινο χρώμα που κάλυψε το πρόσωπό τους. Όμως δεν έδωσαν έκταση. Περιφρόνησαν, ο καθένας για τους δικούς του λόγους, το ίδιο τους το συναίσθημα και το θεώρησαν στιγμιαία συναισθηματική ανοησία και βλακώδη ρομαντισμό. Άλλωστε, ο Herminio φορούσε την ανίκητη πανοπλία του που σαν φυλαχτό έδιωχνε από κοντά του κάθε επιβουλή, ορατή και αόρατη,: το κοστούμι του! Το εταιρικό του κοστούμι με το συγκεκριμένα επιλεγμένο γκρι χρώμα. Στο λόγο του, μέχρι τώρα, έκανε ελάχιστες παύσεις. Όμως, όσες έκανε ήταν μελετημένες. Χρωμάτιζε, ωστόσο, έντονα όσες λέξεις θεωρούσε πως έπιαναν τόπο στον εγγονό. Χειρονομούσε συγκρατημένα και είχε ως εμπροσθοφυλακή το… κοστούμι. Το ένδυμα μιας κολαριστής ηθικής. Το σύμβολο κάποιας αόριστης κατάκτησης τού ανθρώπου επί τού κόσμου. Το φετίχ της κυριαρχίας του… άψογου μέσα στην αποκρουστική κοσμική αναρχία. Λειτουργούσε μ’ αυτό. Το ’νιωθε σαν ιερά άμφια. Και όπως γνώριζε καλά η εταιρεία, τα ιερά άμφια λειτουργούν με το κύρος. Επιβάλλονται. Θέλουν το δέος κι είναι φορείς, κατά τρόπο μαγικό, μιας αόρατης εγγυήτριας δύναμης. Αν τα σεβαστείς, μπορείς να επιβιώσεις. Αν όχι, θα σε κατακεραυνώσουν και θα σε ποδοπατήσουν μέχρι εκμηδενισμού. Η εταιρεία γνώριζε άριστα ότι ο θεός που λατρεύεται δίχως αντιρρήσεις είναι ο θεός τής επιβλητικής δύναμης, ο θεός που προβάλλει πάντα άψογα λαμπικαρισμένος στους αφελείς πιστούς και με την τετράγωνη αισθητική του τούς απολιθώνει στον θαυμασμό. Εκεί, τους απαλλάσσει από την ενοχλητική και αντιαναπτυξιακή ελευθερία τους και τούς χαρίζει ελεήμονα την απόλυτη βεβαιότητα και σιγουριά τής υποταγής. Αυτοί εξασφαλισμένοι βιοτικά θα τού αποδίδουν τιμές και λατρεία μέχρι τελικής πτώσεως… Ο Herminio συνέχισε την επιθετική λογοδιάρροιά του σ’ ένα ακόμη μεγαλύτερο βαθμό προέλασης: «Το βλέπω στα μάτια σας, αγαπητέ Cosme Esteban. Μη θίγεστε. Είναι άδικο και κυρίως ανώφελο. Δεν υποβαθμίζω τον τόπο σας, την περιουσία σας. Λέω απλά την πραγματικότητα. Αν νομίζετε, πάλι, ότι η ζωή βρίσκει πάντα τρύπες και ξεμυτίζει κι έτσι, με κάποιο τρόπο, θα σωθεί μια μέρα και η Mancha, τότε έχετε λάθος. Όχι αγαπητέ, η ζωή υπάρχει μόνο όπου υπάρχει πρόγραμμα και σχεδιασμός. Κι αυτά τα έχουμε μόνον εμείς. Μόνο. Κοιτάξτε! Επενδύσεις στη Mancha: μηδέν! Ανειδίκευτοι εργάτες: γενεές γενεών! Πυκνότητα πληθυσμού: πέντε ψύλλοι! Χαχαχαχα ακριβώς: πέντε ψύλλοι. Τα «πραγματικά δεδομένα» λένε 25.71 ανά τετρ. χιλ. Ξέρετε αγαπητέ μου ποια είναι η μέση πληθυσμιακή πυκνότητα στην Ισπανία, στο σύνολο της χώρας; Ξέρετε; Θα σας πως εγώ: 88.6! Μάλιστα. Τελευταία δεδομένα. Είστε η 9η περιοχή πληθυσμιακά στην Ισπανία. Ξέρετε τι ποσοστό τού ισπανικού πληθυσμού καλύπτετε; 4.42%. Χαχαχα. Συγγνώμη για το θάρρος, αλλά είστε οικονομικά ένα τίποτε. Μια πορδή. Μια περιοχή αραιοκατοικημένη. Υπανάπτυκτη. Εξαρτημένη από τις ορέξεις των τουριστών που ελέγχουμε. Η γήρανση; Καλύτερα να μην το σκέφτεστε: ένας πληθυσμός που γερνά. Δηλαδή μια περιοχή που αχρηστεύεται χρόνο με το χρόνο. Για να πούμε και τού στραβού το δίκιο, αν λίγο περιμένουμε, αν στρέψουμε την προσoχή μας αλλού και ξαναγυρίσουμε σε λίγα χρόνια, μπορούμε να τα πάρουμε όλα, μα όλα, έτσι. Τσάμπα. Για ένα τίποτα. Αφού έτσι κι αλλιώς είναι ένα τίποτα. Σας είπα και πριν: Δεν σάς βλέπει θάλασσα. Με βουνά ολόγυρα, η πιο ορεινή περιοχή τής Ισπανίας με μέσο υψόμετρο 6οο μέτρα! Άνυδρη ουσιαστικά. Κάτι ξέραν οι άραβες… Μη μου πείτε ότι ποτέ δεν ακούσατε το όνομα που δίνει ολόκληρη η Ισπανία στην περιοχή! España seca!!! Η ξηρή Ισπανία! Και βέβαια, αυτό είστε, αν αγαπάτε να λέτε την αλήθεια. Μια περιοχή ξηρή, ξερή, κατάξερη. Ο Guadalquivir διέρχεται αδιάφορος, ο Henares κι ο Júcar το ίδιο. Οι αναξιοποίητες όχθες τους βρίθουν αγριοκαλαμιές. Εσείς παραδέρνετε ανάμεσα. Αν δεν σας βοηθήσουμε, αν δεν καταδεχτούμε να επενδύσουμε στην ξεραϊλα σας, θα σκάσετε εδώ μέσα. Τι θαρρείτε πως θα σας σώσει η Unesco; Ο… πολιτισμός δεν τρώγεται αγαπητέ. Ξέρετε πως έχουμε τη δύναμη να επενδύσουμε όπως θέλουμε. Μα θα επενδύσουμε σε κάτι βιώσιμο. Θα βγάλουμε λεφτά από τους ανεμόμυλους, θ’ ανεβάσει το κασέ και τις μετοχές μας ο Δον Κιχώτης, θα μας προσφέρουν άνεση και πολυτέλεια τα βουνά τού Τολέδο. Το ίδιο το Τολέδο και ο Greco θα υπηρετήσουν τις ανάγκες μας. Θα διευκολύνουν τα σχέδιά μας. Η πρωτεύουσα τής Mancha, το ξακουστό Τολέδο, μόνο στα χέρια μας θα αρχίσει να βγάζει παραδάκι. Τα κάστρα τής περιοχής θα ’ναι οι κράχτες των συμφερόντων μας. Μόνο μαζί μας μπορούν να ζήσουν, να έχουν μέλλον το Alcázar de Toledo, το Alcázar Molina de Aragón. Εμείς θα γεμίσουμε με τουριστικά βαλάντια τον καθεδρικό τού Τολέδο, τής Cuenca, θα ζωντανέψουμε, δίνοντας προοπτική, την Albacete. Μα στα σοβαρά νομίζετε πως με πέντε ψωραμπέλια κι άλλα τόσα ελαιόδεντρα, πέντε μισοχαλασμένους ανεμόμυλους, δέκα ηλιοτρόπια, ένα κιλό μανιτάρια, τυρί manchego, και πέντε-έξι δράμια πολιτισμό, τραγουδάκια και ποιηματάκια, κιθαρίτσες και χορούς, θα την βγάλετε καθαρή με τις απαιτήσεις τής σύγχρονης οικονομίας; Νομίζετε πως γι’ αυτά, γι’ αυτά τα ερείπια, γι’ αυτά τα παλιοχώραφα, μπορείτε να ζητήσετε τιμή, να διαπραγματευτείτε; Είστε πολύ λογικός και θα συμφωνήσετε, πιστεύω, με τα… «πραγματικά δεδομένα». Μια ανοιχτή πεδιάδα στο πουθενά είναι η Mancha, αγαπητέ μου Cosme Esteban, μια ανοιχτή πεδιάδα οι δύο Καστίλλες. Μια ανοιχτή πεδιάδα, άσχημη, σαν να πάτησε κάποιος με το παπούτσι του και σεις ανοίξατε, απλωθήκατε, ξεχειλώσατε. Εμείς προσφέρουμε ανάπτυξη. Τουριστική. Πράγμα που δεν μπορείτε να κάνετε μόνοι σας, καταβυθισμένοι στο χρέος και το δανεισμό. Έχουμε τον τρόπο να σάς αραδιάζουμε κοπάδια-κοπάδια τούς τουρίστες. Να μπαίνουν, να έρχονται, να βλέπουν και να ξαναφεύγουν από τον κωλότοπό σας. Αυτό σάς δίνουμε. Και θα θέλαμε κι ένα ευχαριστώ από πάνω. Να το εκτιμήσετε και λίγο. Όχι να νομίζετε πως δίνετε και χρυσάφι, αγαπητέ. Δεν μπορεί να σας θρέψει ο Δον Κιχώτης αγαπητέ. Ούτε και το έκανε ποτέ. Μόνο εμείς δίνουμε φαΐ και στέγη. Θα το ξαναπώ ακόμη μια φορά για να το ακούσετε και να το βάλετε καλά στο μυαλό σας: ο Δον Κιχώτης πέθανε! Ζήτω ο Σάντσο!». Η πρώτη επέλαση ήταν βέβαιο πως είχε αφήσει πίσω της καμένη γη και πολλά, πάρα πολλά, θύματα στον ψυχισμό και τη διαπραγματευτική ισχύ τού εγγονού. Ο Herminio το έβλεπε αυτό πεντακάθαρα. Ο εγγονός ελάχιστα αντιστεκόταν κι όταν το έκανε το δήλωνε με μια τραυματισμένη σιωπή, ψελλίσματα αδύναμων αντιρρήσεων και κάποια αντιρρητικά επιφωνήματα, πασπαλίζοντάς τα όλα αυτά με μια μεγάλη δοσολογία ευγένειας, γεγονός που δήλωνε την κάμψη του, την ολοκληρωτική υποταγή του, την είσοδό του ουσιαστικά στην κατάσταση τού φτηνού εμπορεύματος στα χέρια τής εταιρείας. Η ευγένεια, όταν εκδηλωνόταν η αντίσταση των διαπραγματευτών, ήταν συνηθέστατα, όπως τους είχαν διδάξει στην εταιρεία, το σίγουρο δείγμα ασθενούς θέσης εκ μέρους τους και βέβαιης αοπλίας. Η δουλοποίηση τού εγγονού είχε επιτύχει. Ο Herminio δίχως αναβολή, δίχως στιγμή να χάνει χρόνο, έβαλε σε εφαρμογή το σχέδιο που ’χαν διδαχθεί στα κλειστά σεμινάρια τής εταιρείας και ονόμαζαν «εξοντωτική επέλαση και κατάκτηση εκμηδένισης». Σηκώθηκε, ίσιωσε τον κορμό του, έκανε ένα γύρο στο γραφείο και ρούφηξε, όρθιος, μια γουλιά λικέρ απ’ το ποτήρι που ’ταν ακουμπισμένο πάνω στο παμπάλαιο και κατασκονισμένο γραφείο τής οικογένειας των Rojas. Έπειτα, έβγαλε με μετρημένα επιδεικτική κίνηση ένα μαντήλι από το χαρτοφύλακά του, ξεσκόνισε το κάθισμά του χτυπώντας το πάνω του και κάθισε. Η σκόνη που αναπήδησε αμέσως, διωγμένη έτσι, με τέτοιο κατακτητικό και αγενή κυρίως τρόπο, από τη χρόνια γαλήνη της, φάνηκε να σχηματίζει μικρά εγχειρίδια στον αέρα, ζωντανά, θα ’λεγε κανείς, σχήματα που απλώνονταν στο χώρο και καραδοκούσαν να επιβάλλουν το νόμιμο τής ιδιοκτησίας τους. Αν ήταν κανείς ποιητής, θα ριγούσε από δέος νιώθοντας πως οι τόποι είναι ολοζώντανοι και εκδικούνται κάθε ασέβεια πάνω στο κορμί τους. Ο Herminio απλώθηκε βασιλικά και βαριά στο κάθισμά του, ανασήκωσε ελαφρά τα μανίκια, άλλαξε ολότελα τόνο και έβαλε μπρος την επέλαση τεθωρακισμένων για την κατάκτηση του αχανούς πεδίου τής οικίας των Rojas.

-«Έλα τώρα. Άσε τα ψόφια… Μεταξύ κατεργαρέων…» κι έκανε μια παύση περιμένοντας να συμπληρώσει ο εγγονός τού Cosme Esteban τη φράση, σαν για να τον υποτάξει και να τον κάνει να αυτογελοιοποιηθεί μ’ αυτή την επανάληψη, να αδυνατίσει μέσα του, με την παραδοχή που η φράση υποδήλωνε, κάθε είδους αντίσταση, «…ειλικρίνεια! Ειλικρίνεια, αγαπητέ μου Cosme Esteban Rojas! », κι έκανε με νόημα μια μικρή παύση όλο χυδαιότητα. «Ελάτε τώρα», και ξαναχρησιμοποίησε τον πληθυντικό, χτυπώντας με διπλά χαστούκια τον πωλητή τής οικίας των Rojas, μια κατεβάζοντας τον στην γελοιοποίηση και μια ανεβάζοντάς τον, εξυψώνοντάς τον, σε μια περίεργη αυτοεκτίμηση που την έλεγχε ο ίδιος με την μπαγκέτα τής ψυχολογικής διεύθυνσης τού παιχνιδιού, «ελάτε. Ούτε σεις ούτε εμείς δίνουμε πραγματικά δεκάρα για την Mancha. Για την Καστίλλη. Ο τόπος μάς είναι αδιάφορος. Παντελώς. Και στους δυο μας. Είπαμε: μεταξύ κατεργαρέων… Ούτε σεις ούτε εμείς τον πονάμε. Θα ’ταν άλλωστε πεζός συναισθηματισμός. Ξεπερασμένα πράγματα. Τι να νοιαστεί κανείς από δαύτον, ε; Όποιος πραγματικά νοιάζεται το μόνο που ζητά είναι να τον αξιοποιήσει. Να τον εκμεταλλευτεί. Ο τόπος, αγαπητέ Cosme Esteban, πρέπει να αποφέρει κέρδος. Πρέπει να δίνει. Πρέπει να υπηρετεί τις ανάγκες μας. Έτσι βολεύονται όλοι. Έτσι προχωρά το πράμα. Και προχωρά μαζί κι ο τόπος…». Έκανε άλλη μια παύση, ήπιε αργά και ηδονικά το σερβιρισμένο λικέρ που βρισκόταν πάνω στο πρόχειρα ξεσκονισμένο γραφείο τού παππού Cosme Esteban Rojas, ξεροκατάπιε και συνέχισε στον ενικό τώρα κι έναν τόνο πιο ήπια, έτσι που να βγει η επιδιωκόμενη σκληρότητα που επιθυμούσε, η άψογη κυνικότητα που ήθελε, ώστε να δημιουργηθεί η θηλιά τού εκβιασμού με τον πιο εύστοχο τρόπο και να την περάσει εύκολα στον λαιμό τού εγγονού τού Cosme Esteban για να κλείσει επιτέλους το θέμα οριστικά. «Είμαστε δυο αρπαχτικά στη ζούγκλα. Απλά. Και το θήραμα είναι πάντα ένα. Τώρα, ολόκληρη η περιοχή τής Mancha. Εμείς είμαστε οι πιο δυνατοί. Εμείς η εταιρεία. Πάντα. Εσείς, εσύ Cosme, οι αδύναμοι. Ο λαουτζίκος. Πες μου, αν τιμάς στο ελάχιστο τη λογική Cosme, ποιος το κατασπαράζει;… Χαχα είναι νόμος αγαπητέ!», και τόνισε έτσι την τελευταία φράση, συνοδεύοντάς την μ’ ένα κοφτό γελάκι, που να φαίνεται πως κι ο ίδιος υπακούει σ’ ένα νόμο σχεδόν μεταφυσικό, σαν να υποτάσσεται σε μιαν ανώτερη αρχή που είχε θεσπίσει αυτούς τούς νόμους και την αλήθειά τους, και γι αυτό ήταν και ο ίδιος αδύναμος να πράξει διαφορετικά, μια και οι νόμοι αυτοί ήταν αναπόφευκτοι, αναγκαστικοί. Γινόταν σχεδόν ευάλωτος. Μαλακός. Ανθρώπινος. Άφησε τον εγγονό τού Cosme Esteban Rojas να πάρει δυο ανάσες, έτσι που δήθεν αυτόβουλα να δει το λογικό τού πράγματος και να ’χει την ψευδαίσθηση πως ο ίδιος, αυτός, χωρίς καμιά εξωτερική βία, χωρίς την παραμικρή εξωτερική παρέμβαση, αποφασίζει και αποφασίζει καλά για όλους και για τον ίδιο τον τόπο και πως όλες οι γενιές των προγόνων του θα χαίρονταν με την ευθυκρισία, τη λογική και την απόφασή του. Αμέσως μετά, αφού έκανε λίγα βήματα και βρέθηκε πίσω από την πλάτη του, ψιθύρισε με φωνή εξομολόγου πάνω απ’ τον ώμο του και στον πληθυντικό και πάλι, κάνοντας μια μαεστρική κίνηση αποστροφής τού λόγου για να θίξει όσο πιο προσβλητικά, μα και παράλληλα όσο πιο συγκρατημένα μπορούσε, σε τόνο απόκοσμο και συνωμοτικό, τις κρυφές χορδές τού εγγονού: «Κι εσείς, Cosme Esteban, το ίδιο κάνετε. Το ίδιο θέλετε. Την εκμετάλλευση. Δεν αγαπάτε τη Mancha. Μένετε μόνιμα στη Μαδρίτη. Αμφιβάλλω αν επισκεφτήκατε αυτό το ερείπιο δυο φορές τα τελευταία 20 χρόνια… Κατά βάθος σάς κουράζει, μην πω σάς ενοχλεί, σάς πονοκεφαλιάζει, σάς έχει γίνει φόρτωμα. Είναι φανερό από το σώμα σας, από τα μάτια μας, από τη στάση που έχετε στο χώρο, ότι σάς έχει κάτσει στο σβέρκο και σάς παραζαλίζει πια. Βρισκόμαστε στα 2012, αγαπητέ Cosme Esteban, μέσα στο καμίνι της κρίσης, κι ο κόσμος είναι απίστευτα κουρασμένος από τις… κληρονομιές. Δίνει τα πάντα για να ξαλαφρώσει. Και τον εαυτό του τον ίδιο, προκειμένου να περάσει κάποια χρόνια, ή και μια ζωή ακόμη, ανεμελιάς. Τι σχέση έχουν πια τα παλιά με μας, ε; Καμιά! Δεν είμαστε πια δεμένοι άνθρωποι, αγαπητέ μου. Ξεκόψαμε από δεσμούς κι άλλες παρόμοιες ανοησίες και επιθυμούμε απλά να ζούμε. Να είναι ο βίος μας ανέξοδος, άκοπος, χαλαρός. Τι στο διάβολο, κακό είναι τούτο; Όχι δα. Ελάτε, αφού το ξέρετε ήδη. Παραδεχτείτε το. Θέλετε να εκμεταλλευτείτε τούτα τα ερείπια με τον καλύτερο δυνατό τρόπο και να ξεμπερδεύετε μια και καλή μαζί του. Δεν είναι διόλου κακό. Ποιος ανόητος μπορεί να πει πως είναι ανήθικο να ξεπουλά κανείς τις κληρονομιές του; Ελάτε τώρα, αγαπητέ Cosme Esteban, ό,τι κάνουμε εμείς, η εταιρεία, σε μεγάλη κλίμακα το κάνετε σεις σε μικρή. Όλοι ζητούμε να ξεκοκαλίσουμε ό,τι παρέχεται από τα άχρηστα, τα ερείπια, τα νεκρά σώματα τόπων, σπιτιών και χωραφιών. Είμαστε ίδιοι αγαπητέ! Ολόιδιοι. Μόνο που εμείς είπαμε: πιο δυνατοί! Και δεν αγαπάμε δα τη Mancha. Ούτε και σεις. Ολόιδιοι. Λοιπόν τι λέτε, θα υπογράψουμε;...»

 

_

γράφει ο Στάθης Κομνηνός

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

Υποβολή σχολίου

Υποβολή συμμετοχής!

Εγγραφείτε στο newsletter

Αρχείο

Είσοδος