Select Page

Island Blues

Island Blues

 

Island Blues της Αλεξάνδρας Ελευθερίου

 

τοβιβλίο.net καλωσορίζει τη Μαγική Φωνή των ιστολογίων, την Αλεξάνδρα Ελευθερίου, ένα νέο άνθρωπο που καταφέρνει παρά το νεαρό της ηλικίας της να γράφει με τρόπο που μιλάει απ' ευθείας μέσα στην καρδιά των ανθρώπων. Υποδεχόμαστε σήμερα το Island Blues, μια ιστορία με φόντο τη θάλασσα αλλά και την καρδιά και το συναίσθημα των ανθρώπων.

Μπορείτε να διαβάσετε το Island Blues όπως αρχικά δημοσιεύτηκε

κάνοντας κλικ εδώ ή να περιηγηθείτε απλώς στις καρτέλες πιο κάτω.

 Μείνε όπως είσαι. Μείνε άμυαλη και μελαγχολική. Μείνε ξένη, όπως κάνεις πάντα. Μείνε κλειστή σαν σάπιο μωρό τριαντάφυλλο, που δεν θα μεγαλώσει ποτέ, για να φανερώσει τα πέταλά του. Μην αλλάξεις. Να παραμείνεις εκείνο το κενό στην καρδιά σου. Μην αλλάξεις. Μείνε μηχανή και πέρνα από παντού, ελεύθερη, χωρίς να ανήκεις κάπου. Μην αλλάξεις. Μείνε έτσι. Να ανήκεις σε φαντάσματα και δαίμονες του μυαλού. Να μην κουράζεσαι να κάνεις πίσω και να αρνιέσαι να πας μπροστά. Να δίνεσαι στο λάθος σαν θυσία. Φυλακισμένη και κρυφά εσωστρεφής να χορεύεις μέσα στις λέξεις και ποτέ γύρω από τους ανθρώπους […].

Άφησε κάτω το στυλό και έσπρωξε την καρέκλα προς τα πίσω. σηκώθηκε όρθια και πήρε το τετράδιο στα χέρια της. Έσκισε το φύλλο πάνω στο οποίο είχε γράψει και το τύλιξε στα τέσσερα έτσι, ώστε να χωρέσει στην τσέπη της ζακέτας της. Κατευθύνθηκε στον ολόσωμο καθρέφτη, στην άκρη της μικρής κρεβατοκάμαρας. Ήταν ραγισμένος από πολύ καιρό. Δεν θυμάται πότε και πως είχε γίνει έτσι. Ίσως μία νύχτα που ήταν μεθυσμένη. Η ρωγμή του ξεκινούσε από την πάνω δεξιά άκρη  κι έτρεχε διαγώνια και προς τα κάτω σκίζοντας το γυαλί και διαπερνόντας το είδωλό της. Την φόβιζε αυτή η ρωγμή, γιατί ήταν σαν να έβλεπε την προσωποποίηση της ζωής της. Σαν να έβλεπε την σπασμένη ψυχή της. Τα παραμορφωμένο μυαλό της. Την ζαλισμένη σκέψη που γεννιόταν μέσα του.

Μα πιο πολύ απ’ όλα σε εκείνο το ραγισμένο γυαλί, την φόβιζε ο ίδιος της ο εαυτός. Το κουρασμένο της πρόσωπο. Τα μελαγχολικά μάτια που ήταν πάντα πολύ υγρά, θα έλεγε κανείς μονίμως βουρκωμένα. Η μικρή καμπούρα στην μύτη και οι γυρτοί της ώμοι. Τα μαλλιά που παρατημένα, έφταναν  κάτω από την μέση της γεμάτα κόμπους και ψαλίδα.  Το μικρό ανάστημά της. Το αδύνατο σώμα της. Όλα την έκαναν να τρέμει κάπου μέσα της.

Έτσι τρέμοντας έστρωσε το φουστάνι πάνω της και γύρισε γρήγορα το βλέμμα της αλλού. Έκατσε στο κρεβάτι με τα καθαρά σεντόνια που μύριζαν λεβάντα. Έσκυψε στο ξύλινο πάτωμα, για να φορέσει τα σανδάλια της, που την περίμεναν εκεί παραδίπλα έτοιμα να τους χαρίσει για ακόμη μια φορά ζωή. Μία ακόμη βόλτα… Έτσι σκεφτόταν εκείνη κάθε φορά που έδενε τα λουράκια τους γύρω από τον αστράγαλό της, κι έπειτα σηκωνόταν κι έσβηνε το φως στο μικρό κομοδίνο. Έβγαινε έξω από το δωμάτιο. Έξω από το σπίτι γενικά.

Έτσι και τώρα σηκώθηκε και πέρασε την πόρτα του υπνοδωματίου βγαίνοντας στο χολ. Τον άδειο και κρύο διάδρομο του σπιτιού της. Ποτέ δεν αξιώθηκε να γεμίσει τους λευκούς του τοίχους. Ήταν ανώφελο. Εξάλλου γεμίζοντας τοίχους με εικόνες, κάδρα και φωτογραφίες δεν γεμίζεις και την καρδιά. Ε;

Σταμάτησε μπροστά από τον καλόγερο, δίπλα στην πόρτα και πήρε την πάνινη τσάντα της. Το μοναδικό πράγμα που κρεμόταν πάνω του. Την κρέμασε στον ώμο. Ω, ήταν ελαφριά! Κι ας κρατούσε μέσα της όλα τα όνειρά της. Όλες τις εικόνες που είχαν συγκεντρώσει με λαχτάρα τα μάτια της στο πέρασμα του χρόνου. Όλα τα συναισθήματα που είχαν τραβηχτεί σε φωτογραφίες στην ψυχή της. Κι εκείνα τα ποιήματα που είχε σκαλίσει στο χώμα, κάπου στο βάθος του εγκεφάλου της. Τα είχε –ευλαβικά- βολέψει όλα μέσα εκεί την προηγούμενη νύχτα. Όλα κλεισμένα μέσα σε μερικά κομμάτια ύφασμα. Όλα κλειδωμένα  μέσα σε μερικά κομμάτια μέταλλο.

Βγήκε από το σπίτι.

***        ***

Σύρετε εδώ αρχεία για μεταφόρτωση

Περπατούσε μόνη της στον τσιμεντένιο και γκρίζο μόλο, ακούγοντας τους γλάρους να σφυρίζουν σαρκαστικά πάνω από το κεφάλι της. Λες και διάβαζαν τις σκέψεις της. Λες και ήξεραν με έναν παράδοξο και παρανοϊκό τρόπο το πώς ένιωθε. Τα κρωξίματα τους εισχωρούσαν σαν υγρό οξύ στο τύμπανό της, το τύλιγαν, το έσφιγγαν και το έστριβαν και της έκοβαν την αναπνοή τιμωρώντας την. Κάνοντάς την να πονάει ακόμα πιο πολύ.

Ο αέρας της έπαιρνε τα μακριά μαλλιά της, καθώς ξεμάκραινε από την παραλία του νησιού. Τα έπλεκε, τα ξέπλεκε, τα έφερνε μπροστά στα μάτια της, παιδεύοντάς την. Μα εκείνη δεν έκανε τίποτα, παρά μόνο συνέχιζε να περπατάει κι ας μην έβλεπε καλά μπροστά της. Ήξερε που πήγαινε, ήξερε τι έκανε. Έγλειφε την αλμύρα στα χείλη της και ανάσαινε.

Ο μόλος φάνταζε στην καρδιά της πιο οικείος κι από το μικρό της σκοτεινό σπιτάκι. Της έδινε περισσότερη ελευθερία από μερικούς ξεφτισμένους τοίχους. Περισσότερη γαλήνη από ένα κρεβάτι ή έναν καναπέ. Σκεφτόταν πως αν μπορούσε θα έμενε σε αυτόν τον μόλο για πάντα. Αν μπορούσε… Μα τι έλεγε; Αυτό θα γινόταν το πολύ σε ένα τέταρτο. Μέχρι να το πάρει ολοκληρωτικά απόφαση. Μέχρι να αποδείξει στον εαυτό της το πόσο θαρραλέα είναι. Αλλά, πριν το κάνει αυτό, ήθελε να κάτσει λίγο. Να χαζέψει την ένωση του ουράνιου και του  επίγειου, του ουρανού και της θάλασσας. Ήθελε ένα ακόμη μαβί χάδι από τον τελευταίο ήλιο της ημέρας. Τον τελευταίο ήλιο της ζωής. Αυτή ήταν η τέλεια ώρα να το κάνει, σκέφτηκε. Η ώρα που όλη η φύση σιγοτραγουδά το κύκνειο άσμα της…

Ήρεμη πια χάιδεψε την τσάντα της και κάθισε κάτω. Είχε πια φτάσει εκεί που ήθελε. Στην άκρη του μόλου. Απέμεναν μερικά λεπτά για εκείνην τώρα.

Αντίκρισε τον πορτοκαλί ήλιο, καθώς έδινε με ευγνωμοσύνη το αργό φιλί του στην θάλασσα, που θα τον φιλοξενούσε για ακόμη μία φορά μέσα της. Παρατήρησε μερικά αφράτα σύννεφα που τον συνόδευαν και προσπάθησε να δει με τα μάτια της φαντασίας της τι θα μπορούσαν να παριστάνουν. Όπως, έκανε μικρή κι έβρισκε στον ουρανό δράκους από παραμύθια, αρκουδάκια, μπαλόνια και οτιδήποτε άλλο μπορούσε να γεννήσει ένα παιδικό μυαλό. Έκατσε έτσι, με την αλμύρα στα ρουθούνια της και τον παφλασμό των κυμάτων, όχι στα αυτιά της, αλλά φωλιασμένο στην καρδιά της πια. Κι αφού πήρε μια βαθιά ανάσα και ρούφηξε μία τελευταία γουλιά από την ζωή…

Σηκώθηκε. Είχε έρθει η ώρα.

***       ***

Στάθηκε όρθια με την πλάτη της στη θάλασσα. Έτσι που να βλέπει το πρόσωπο του νησιού της. Τα ασβεστωμένα σπιτάκια όλα κολλημένα κοντά το ένα στο άλλο. Μερικά ήταν καρφωμένα κάπου πιο απομονωμένα, στους πρόποδες του λόφου. Τα παραθυράκια τους από μακριά έμοιαζαν με μάτια, που έβλεπαν σε κομμάτια ζωής. Είδε μάλιστα κι ένα που ήταν σαν να της έκανε νόημα. Ήταν ένα μπλε παραθυρόφυλλο που –έρμαιο του αέρα- ανοιγόκλεινε. Σαν να της έκλεινε το μάτι. Λες και κάτι της έλεγε με την κίνησή του καλώντας την.

Μπορούσε να διακρίνει και κάποια από τα πλακόστρωτα δρομάκια του τόπου. Πολύ αμυδρά. Μπορούσε να ξεχωρίσει κάποια από τα αναρριχητικά φυτά που στόλιζαν κάποιες από τις γειτονιές.

Σύρετε εδώ αρχεία για μεταφόρτωση

Κατέβασε τα μάτια της, μην τυχόν και παραπλανηθεί από τον ίδιο της τον τόπο. Τράβηξε το διπλωμένο χαρτάκι έξω από την τσέπη της. Το κράτησε στα χέρια της και το άνοιξε. Διάβασε, με τα μαλλιά μπροστά από το πρόσωπό της και σκυμμένη:

[…] Να φοβάσαι να μιλήσεις. Να επιθυμείς να μισήσεις, αλλά να μην μπορείς ποτέ να το κάνεις σωστά. Να επιθυμείς να αγαπήσεις, αλλά να μην μπορείς ποτέ να το κάνεις σωστά.

Σκέφτηκε ότι κάτι ήταν λάθος σε αυτήν την πρόταση. Δεν γίνεται να αγαπήσεις ή να μισήσεις σωστά και λανθασμένα. Απλά αισθάνεσαι. Απλά.

Ένιωσε ένα σκίρτημα σε αυτή την σκέψη. Είχε εκείνη την ανάγκη να νοιώσει ‘’σωστά’’ ή και ‘’λάθος’’… Αλλά όχι δεν έπρεπε να κάνει πίσω τώρα. Είχε φτάσει στο τέλος. Δεν ήταν σωστό να αλλάξει γνώμη. Έτσι έκανε ένα διστακτικό βήμα προς τα πίσω, συνεχίζοντας να έχει την πλάτη στραμμένη στην θάλασσα. Τα δάχτυλα των ποδιών της πατούσαν στο τσιμέντο, ενώ οι φτέρνες τους ισορροπούσαν στο κενό. Άκουγε το κύμα να σκάει από κάτω τους.

Σήκωσε τα μάτια της από τις λέξεις κι έριξε ένα φευγαλέο βλέμμα απέναντί της. Κοίταξε τις ψαρόβαρκες που ταλαντεύονταν πάνω στην επιφάνεια του νερού και ακούγοντας πιο προσεκτικά το σφύριγμα του αέρα, ένιωσε πάλι μια λαχτάρα… Είχε εκείνη την ανάγκη να νοιώσει…

Πήγε να τρέξει πίσω, αλλά κρατήθηκε.

Συνέχισε την ανάγνωση του χειρόγραφού της, αναγκάζοντας τον εαυτό της να κρατάει την ισορροπία του και να κοιτάει μόνο το χαρτί:

Να θέλεις να πεις πράγματα, αλλά να μην έχεις καμία εμπειρία. Μείνε έτσι. Μέσα στο κενό και μόνη. Πάντα μόνη λησμονημένη.

Ω! Ποιον κορόιδευε; Ω! Μα δεν μπορούσε να πάρει τα μάτια της από τα σπίτια, τους δρόμους, τα παράθυρα, τις ζωές…  Δεν μπορούσε να σταματήσει να παρατηρεί τους ανθρώπους. Πώς μπορούσε να βάλει ένα τέλος σε αυτό; Δεν το ήθελε πραγματικά. Το σώμα της αντιστεκόταν. Η ψυχή της, τα συναισθήματά της. Τα πάντα μέσα της φώναζαν. Ούρλιαζαν για τις εμπειρίες που η ίδια έλεγε πως δεν είχε. Την ταρακουνούσαν. Αυτά την έσπρωξαν προς τα μπρος, έτσι που ολόκληρες οι πατούσες της να πατούν και πάλι σε στέρεο έδαφος.

Ένιωσε ένα σπρώξιμο δίπλα της. Κάτι κουνιόταν με μανία μέσα στην πάνινη τσάντα. Στριφογυρνούσε σαν αναστατωμένο ζώο. Ήθελε να βγει έξω φαίνεται.

Τράβηξε το φερμουάρ και το ύφασμα άνοιξε στα δύο. Κοίταξε για μια στιγμή τη θάλασσα. Ο ήλιος είχε χαθεί. Έχωσε το χέρι της στο εσωτερικό και έκλεισε το μοναδικό πράγμα, που υπήρχε εκεί, μέσα στην χούφτα της. Ήταν κρύο συνειδητοποίησε όταν το έβγαλε έξω. Το μέταλλο γυάλιζε αδύναμα στο ημίφως. Ανατρίχιασε. Κάρφωσε τα μάτια της στο πιστόλι, που κρατούσε στα χέρια της. Λίγο φοβισμένη και σοκαρισμένη, σαν να κρατούσε μία βόμβα γεμάτη ενέργεια κι έτοιμη να σκάσει μπροστά της. Ήταν αρκετά δειλή τελικά, παραδέχτηκε.

Μετά από λίγο, το είχε ήδη πετάξει στη θάλασσα μαζί με το χειρόγραφο. Έκλεισε τα μάτια της ακούγοντας τον παφλασμό. Χαμογέλασε.

Σύρετε εδώ αρχεία για μεταφόρτωση

Ξεκίνησε να περπατάει πάλι προς το μέρος των ανθρώπων με την πάνινη τσάντα στον ώμο της να κλωτσάει το πλευρό της. Το άγριο ζώο συνέχισε να κουνιέται μέσα της θέλοντας απεγνωσμένα να βγει έξω. Ήταν τα όνειρά της που στροβιλίζονταν μεθυσμένα από την επιθυμία της να γίνουν πραγματικότητα. Χοροπηδούσαν. Άκουγε τα γέλια τους τώρα, που άφηνε πίσω της τον μόλο.Τους υποσχέθηκε ότι θα πετούσε εκείνον τον ραγισμένο καθρέφτη… Ότι δεν θα τα πρόδιδε ποτέ ξανά…

***      ***

 

***     ***

Είχε αρχίσει να νυχτώνει όταν γυρνούσε πίσω στο νησί.

Είχε αρχίσει να ξημερώνει όταν γυρνούσε πίσω στη ζωή.

*

 

Το Island Blues μπορείτε να βρείτε στο ιστολόγιο της δημιουργού του 'Μαγική Φωνή' εδώ.

Σύρετε εδώ αρχεία για μεταφόρτωση

Γράφει η Αλεξένδρα Ελευθερίου για το Island Blues

"Το Island Blues λοιπόν (σαν τώρα το θυμάμαι), ξεπήδησε στην κυριολεξία κατευθείαν μέσα από ένα τραγούδι με παρόμοιο τίτλο (βλ. Koop Island Blues), όταν η μελωδία του με μετέφερε άμεσα σε ένα μοναχικό και άδειο νησί, δίπλα ακριβώς από την θάλασσα. Αυτή ήταν η έμπνευση για την  ηρωίδα που γεννήθηκε αυθόρμητα, όπως ακριβώς έκαναν και τα λόγια της, με τα οποία ξεκινά το κείμενο. Τα λόγια αυτά είναι απόσπασμα ενός είδους χειρόγραφου που διπλώνοντάς το, το βολεύει στην τσέπη της λίγο πριν φύγει από το σπίτι της. Τα ίδια μοιάζουν περισσότερο με εσωτερικό μονόλογο, με εξομολόγηση. Ίσως επειδή, όταν τα έγραφα ήμουν συναισθηματικά φορτισμένη κι απλώς μετέτρεπα ό,τι αισθανόμουν σε λέξεις.

Άλλωστε κάτι βασικό που περνάει διάχυτο στην ατμόσφαιρα του διηγήματος είναι το αίσθημα της μοναξιάς, της χαμηλής αυτοεκτίμησης, της απαισιοδοξίας, της ηττοπάθειας κλπ., καταστάσεις που βιώνουμε τόσο συχνά όλοι οι άνθρωποι. Εδώ, είναι προφανές πως η ανώνυμη ηρωίδα είναι ψυχολογικά διαλυμένη και σκοπεύει να αυτοκτονήσει στο μέρος που αγαπά πιο πολύ. Στο μόλο, στη θάλασσα. Ένα εύλογο ερώτημα στο σημείο αυτό είναι: γιατί;. Όπως ίσως παρατηρήσατε, ο λόγος δεν αποκαλύπτεται ολοκάθαρα πουθενά, αλλά όποιος και να είναι, δεν έχει ιδιαίτερη σημασία. Τα λόγια της είναι αρκετά. Πολλές φορές, η μοναξιά και το ακούσιο βούλιαγμα σ' αυτή είναι ικανά, ώστε να κάνουν κάποιον να φτάσει σε αυτό το σημείο.

Εκείνο όμως, που επιθυμώ να τονίσω μέσα από αυτήν τη Μικρή Ιστορία, είναι το γεγονός πως η ζωή είναι η δύναμη που κυριαρχεί πάντα. Όσο μόνοι κι αν νιώθουμε ή όσο κοντά κι αν βρισκόμαστε είτε στην καταστροφή είτε στον θάνατο, πάντα θα υπάρχουν γύρω μας ένα σωρό λόγοι, για να συνεχίζουμε.

Η ίδια η ζωή είναι Ποίηση, είναι Τέχνη ή καλύτερα: είναι ο ορισμός της Τέχνης. Εδώ ας πούμε: <<Ήταν ένα μπλε παραθυρόφυλλο που –έρμαιο του αέρα- ανοιγόκλεινε. Σαν να της έκλεινε το μάτι >>. Το περιβάλλον, η φύση, το πνεύμα της ζωής μας κάνουν νοήματα καθημερινά μέσα από τέτοιες μικρές κραυγές. Αρκεί, όπως και η ηρωίδα αυτή, να τα αποκρυπτογραφήσουμε κοιτώντας τα προσεκτικά..."

Η Αλεξάνδρα Ελευθερίου γεννήθηκε στη Λάρισα, αλλά παρέμεινε εκεί μόνο για τα δυο πρώτα χρόνια της ζωής της. Αργότερα, πέρασε από την Καλαμάτα και τον Βόλο, για να επιστρέψει για δυο ακόμα έτη στον τόπο γέννησής της κι από ’κει πάλι στη Μαγνησία. Από μικρή διαβάζει πολλά βιβλία και γράφει παραμύθια τα οποία και εικονογραφεί. Ξεκίνησε να γράφει τις ‘’Μικρές Ιστορίες’’ με αφορμή το blog ‘’Η Μαγική Φωνή’’. Δύο πράγματα που αγαπά πιο πολύ στη ζωή της είναι η οικογένεια και οι φίλοι της.

Επιμέλεια κειμένου

4 Σχόλια

  1. Στεφανία (Άιναφετς)

    Ότι το κείμενο προσωπικά με είχε συγκλονίσει και τότε που το είχε αναρτήσει η Αλεξάνδρα στο blog της, είναι σίγουρο. Σε δυο πράγματα θ’ αναφερθώ, πρώτα στον τρόπο που έχει και σε “χώνει” στο πετσί τής ηρωίδας και μέχρι την τελευταία φράση, ελπίζεις πως κάτι θα την τραβήξει πίσω στη ζωή και το σημαντικότερο είναι, ένα ερώτημα: Πώς μια πολύ νέα κοπέλα όπως είναι η Αλεξάνδρα, μπορεί να μπει στο πετσί μιας γυναίκας μιας πονεμένης και απελπισμένης γυναίκας και να την “ζωντανέψει” τόσο καλά;
    Μπράβο Αλεξάνδρα!

    Απάντηση
    • magikifoni

      Μαγισσούλα μου,
      Το ξέρεις πως πάντα σε ευχαριστώ για το αληθινό σου ενδιαφέρον και όλη τη στήριξη που απλόχερα μου χαρίζεις. Γιατί, είναι σημαντικό να ξέρει κανείς πως έχει κοντά του (με οποιονδήποτε τρόπο κι αν γίνεται εφικτό αυτό)ανθρώπους σαν εσένα!!

      Απάντηση
  2. magikifoni

    Αγαπημένε Τελευταίε!

    Σε ευχαριστώ πάρα πολύ για τη τιμή που μου έκανες, να συμπεριλάβεις αυτό το διήγημα στην ζεστή αγκαλιά του βιβλίου!

    Εύχομαι καλή συνέχεια στο υπέροχο ταξίδι.. Άλλωστε εμείς εδώ θα είμαστε για να γυρίζουμε με τρυφερότητα τις σελίδες και να διαβάζουμε όσα ωραία μας προτείνεις 🙂

    Απάντηση
    • Κώστας Θερμογιάννης

      Εγώ σε ευχαριστώ Μαγική Φωνή για τη συμμετοχή σου αλλά και για τις ωραίες ιστορίες που μας έχεις χαρίσει!

      Απάντηση

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Follows

Κερδίστε τα!

Ημερολόγιο 2018

Εγγραφείτε στο newsletter

Εκδηλώσεις

Φόρτωση περισσότερων

Διαγωνισμοί σε εξέλιξη

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!