Κάθομαι και ξύνω τόση ώρα τα μολύβια μου. Σαν πεντάχρονο που πρωτομαθαίνει τη γραφή. Μουντζουρώνω τα χαρτιά για να σου γράψω μια αλήθεια. Μια αλήθεια που να χωρά το ψέμα μου για να κρυφτώ. Ο κάδος γεμίζει πεταμένα χαρτιά τσαλακωμένα. Τα σκίζω και τα κάνω χίλια κομμάτια. Πετούν στον αέρα μαζί με τη στάχτη από το τσιγάρο μου. Δεν αντέχω τις λέξεις. Δε με αντέχουν οι λέξεις. Σαν αποτυχημένη συγγραφέας δεν αρθρώνω συλλαβή. Δεν έχω έμπνευση. Δεν έχω ιδέα.

Δεν έχω ιδέα τι να σου γράψω. Κάτι που να μην σε λερώσει. Κάτι που να μη χαλάσει την ύπαρξή σου στο δικό μου συμπαντικό κόσμο. Για να μπορείς να υπάρχεις. Να υπάρχω και εγώ σε τούτο το αδιάφορο σχήμα. Να στροβιλιζόμαστε στο γαλαξία ετούτο σαν άτυχοι μετεωρίτες. Σαν τυχεροί δορυφόροι κάποιου άλλου πλανήτη.

Γδέρνω τις λέξεις. Τις γρατζουνώ και τις πληγώνω. Πονάνε μαζί μου. Να πονέσουν μαζί μου. Να ματώσουν μαζί μου. Τις ξεντύνω. Τις ξεγυμνώνω. Γυμνές γίνονται πιο ευάλωτες. Πιο φθαρτές. Πιο εκτεθειμένες. Σαν κι εμένα. Κοίτα τες τρέμουν. Τρέμουν στο κρύο της νύχτας. Νυχτώνει η καρδιά μου σου λέω. Και εκείνες σκοτεινιάζουν μαζί της. Θέλουν να σε καλέσουν. Να ενωθούν για να κάνουν μια φράση ερωτική. Σαρκική. Να σε θέλουν. Να σε ποθούν. Να σε φτάνουν. Μα λυγούν.

Ένα ουρλιαχτό αρκεί μέσα στο σκοτάδι για να ξυπνήσει τούτους τους δαίμονες. Μια μελωδία σαν ρέκβιεμ και σαν ήχος από καμπάνες πένθιμες αρκεί. Άκου με πώς κλαίω. Άκου με πώς πενθώ. Πίσω από μια πένθιμη ακολουθία ταπεινά περπατώ και σκυφτή. Να μη σε θέλω πια. Να μη σε αναπνέω. Να μη σε ονειρεύομαι. Με την τιμωρία μιας αιώνιας αυπνίας. Με την τιμωρία της νύχτας. Νύχτωσε σου λέω η καρδιά μου. Και το φεγγάρι δε με συμπονά. Τις αμαρτίες μου μόνο φωτίζει.

Νύχτωσε η καρδιά και τα αστέρια σβήσανε εχθρικά τα λαμπιόνια τους. Να μην ταιριάξει καμιά ευχή μου λένε φωνάζοντας. Γυρίζουν την πλάτη τους με πείσμα. Το πείσμα εκείνο που φτιάχνω με τα ίδια μου τα μάτια. Στο δικό μου ουρανό με μια γομολάστιχα τα εξαφανίζω με βία. Εγώ που τα ποθώ. Εγώ που τα σβήνω. Ένας εαυτός στα δύο κομμένος.

Κανείς δε θα ακούσει απόψε τα κλάματά μου. Κανείς δε θα δώσει το χέρι του. Κανείς δε θα ενώσει τούτες τις απελπισμένες λέξεις. Είναι τόσο ακριβή και μοναχική η δικαιοσύνη του έρωτα…

Παραδομένη σε τούτο το ναυάγιο από σύμφωνα και φωνήεντα, θα σέρνω τα βήματα σε τούτη την ακολουθία ποτίζοντας τα χαρτιά μου με υγρούς αναστεναγμούς.

Να πενθώ ανώφελα για σένα και για μένα…

 

 

*Zbigniew Preisner - Lacrimosa

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!