Επιλέξτε Page

Manhattan transfer, του John Dos Passos

20.05.2021

σχόλια

Manhattan transfer

John Dos Passos

_

γράφει ο Σίμος Ανδρονίδης

Από τις εκδόσεις ‘Μεταίχμιο’ κυκλοφόρησε το 2020 το μυθιστόρημα του Αμερικανού συγγραφέα John Dos Passos, με τον χαρακτηριστικό τίτλο ‘Manhattan Transfer,’ στην πολύ καλή και λειτουργική μετάφραση της Τρισεύγενης Παπαϊωάννου, και σε πρόλογο της καθηγήτριας Αμερικανικής Λογοτεχνίας στο τμήμα Αγγλικών Σπουδών του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, Θεοδώρας Τσιμπούκη.[1]

Προτού καταπιαστούμε με το μυθιστόρημα[2] αυτό καθαυτό, μπορούμε να σταθούμε λίγο στο μεταφραστικό εγχείρημα της Τρισεύγενης Παπαϊωάννου, η οποία και καταφέρνει να αποδώσει το πνεύμα που διέπει την λογοτεχνική αφήγηση του Dos Passos, που εν προκειμένω, ‘επιχρωματίζεται’ δραστικά με μία σειρά εικόνων της πόλης της Νέας Υόρκης,[3] εικόνες που συμπληρώνουν τα ‘ίχνη’ των πρωταγωνιστών[4] του συγκεκριμένου λογοτεχνικού έργου, μεταφράζοντας δημιουργικά τις ‘ζωτικές’ παρεμβολές που επιχειρεί συχνά ο Dos Passos.

Και λέγοντας κάτι τέτοιο, εννοούμε πως μεταφράζει δημιουργικά τα διαλογικά μέρη του έργου, και τις λεπτές αποχρώσεις της γλώσσας, προσδιορίζοντας θεωρητικά αυτό που η Pascale Casanova αποκαλεί ως «διπλή μετάφραση»:[5] Έτσι, από την μία πλευρά, προσφέρει στον Έλληνα αναγνώστη μία πανοραμική κάτοψη[6] της κοινωνικής και πολιτισμικής ζωής στην Νέα Υόρκη στις αρχές του 20ου αιώνα, και, από την άλλη, παρεμβαίνει μεταφραστικά όσο χρειάζεται για να διατηρήσει το έργο εντός της εποχής του.

Της εποχής όπου γράφτηκε. Το ‘Manhattan transfer,’[7] δεν προσιδιάζει μορφολογικά, προς την κατεύθυνση των «δομών αναπαράστασης της ιστορίας»,[8] για να παραπέμψουμε στην ανάλυση της Ν. Χαραλαμπίδου για το μυθιστόρημα ‘Ορθοκωστά’ του Θανάση Βαλτινού, αλλά, αντιθέτως, αφήνει να διαρρεύσει μία αίσθηση νεωτερικής ιστορίας που άπτεται των εξελίξεων και των ευρύτερων διεργασιών που έχουν ως επίκεντρο τους την πόλη της Νέας Υόρκης,[9] συναρθρώνοντας αυτή την αίσθηση με χαρακτηριστικά μυθοπλασίας.

Σε αυτό το σημείο όμως, εντοπίζουμε μία ιδιαίτερη λειτουργία του όλου εγχειρήματος του συγγραφέα από τις Ηνωμένες Πολιτείες (με Πορτογαλική καταγωγή), ή αλλιώς, ένα τύποις παράδοξο που αμβλύνεται όσο προχωρά η ανάγνωση του μυθιστορήματος.[10]

Και αναφερόμαστε στο γεγονός ό,τι η μυθοπλασία ως λογοτεχνικός τρόπος γραφής και προσέγγισης που επιλέγεται από τον συγγραφέα, δεν παύει να συν-διαλέγεται ποιοτικά με έναν βαθύ ρεαλισμό,[11] ο οποίος και αντλεί, αφενός μεν από τον τρόπο με τον οποίο ο Dos Passos πλάθει τους χαρακτήρες του,[12] που είναι αντιφατικοί, ανθρώπινοι και όχι εξιδανικευμένοι, με διάθεση υπερβάσεων και συμβιβασμού, πασχίζοντας να ισορροπήσουν μεταξύ της εποχής και των προσδοκιών της, και, αφετέρου δε, αντλεί από την αναγωγή της Νέας Υόρκης σε θέση βασικού πρωταγωνιστή του μυθιστορήματος.[13]

Πόλη που στις σελίδες του βιβλίου, προσλαμβάνεται ως μία εκ των μείζονων μητροπόλεων των Ηνωμένων Πολιτειών και του κόσμου στις αρχές του 20ου αιώνα, ως πόλη που ενσωματώνει μία πανσπερμία κοινωνικών-πολιτικών αντιλήψεων, αισθητικών προσεγγίσεων και αφηγήσεων, ως μεταναστευτικό κέντρο, το οποίο και αναπνέει στις οδούς και στα διάφορα σοκάκια, στις λεωφόρους και στα χρηματιστηριακά κέντρα της,[14] στα πορθμεία και στην ανθρώπινη[15] κίνηση.

Οπότε, μπορούμε να κάνουμε λόγο για την Νέα Υόρκη ως μία πόλη που καθίσταται ‘ζωντανή,’ πέραν των σελιλόιντ, στο εγκάρσιο σημείο όπου το μυθιστόρημα μπορεί να διαβαστεί και ως μία ‘Νεοϋορκέζικη τοιχογραφία.’ Και είναι χαρακτηριστικό να ειπωθεί πως, ο Dos Passos, στην αρχή και στο τέλος του έργου του, υιοθετεί τους επι-γενόμενους όρους μίας, διαλεκτικής προσέγγισης, με κοινό σημείο εκ νέου την Νέα Υόρκη.

Έτσι, στην πρώτη περίπτωση, ο εσωτερικός μετανάστης ονόματι Σταν που μεταναστεύει στην Νέα Υόρκη προς εύρεση εργασίας και αναζήτησης μίας καινούργιας ζωής, εγκλωβίζεται στην ‘λάμψη’ της πόλης, περιτριγυρίζοντας την και αδυνατώντας να βρει εργασία που θα λειτουργούσε ως συμβάν με «κανονιστική σημασία»[16] για τον ίδιο, κατά την ανάλυση του Scherer, με τον ίδιο να καταλήγει σε άσυλο, καλούμενο να διαχειριστεί, όχι συνειδητά, την απωλεσθείσα προσδοκία για κοινωνική ανέλιξη και καταξίωση (και μέσω της εκλογής του στο δημοτικό συμβούλιο της πόλης), για την συμβολική εμβάπτιση του στα νάματα της Νέας Υόρκης, της ‘μεγάλης’ πόλης.

Τις ουσιαστικά, τελευταίες στιγμές, ο συγγραφέας τις περιγράφει με μία υπόγεια δραματοποίηση, δίχως όμως μελοδραματισμό ή διδακτισμό αντίστοιχα,[17] στο εύθραυστο σημείο όπου επέρχεται η διαδικασία της συμπύκνωσης: Αποχωρώντας από το άσυλο, διασχίζει ασκόπως σημεία της πόλης, αυτο-προσδιορίζεται με βάση ‘αυτό που δεν είναι,’ ήτοι ένας επιτυχημένος και ευυπόληπτος κάτοικος της πόλης, κάτι που μας ωθεί στο να τονίσουμε πως αυτο-προσδιορίζεται ως ένα ‘ανοίκειο’ (ξένο) υποκείμενο, τείνοντας προς μία μετάπλαση των τραυμάτων[18] του που αναμειγνύονται έντονα, παράγοντας την απο-ευθυγράμμιση του προς ό,τι ορίζεται ως πόλη και συλλογικός βίος, ως ταυτότητα της πόλης.[19]

Παράγοντας την αυτοχειρία του, με τον Σταν να πέφτει από μία γέφυρα του ποταμού Χάντσον. Στο δεύτερο υπόδειγμα αντίστοιχα, ένας εκ των βασικών πρωταγωνιστών του έργου, ο νεαρός δημοσιογράφος Τζίμι Χερφ,[20] λαμβάνοντας την απόφαση να χωρίσει από την σύζυγο του, θεατρική ηθοποιό Έλεν Χερφ (Όγκλθορπ), περιδιαβαίνει και αυτός τους δρόμους της πόλης, καταθέτοντας σκέψεις και προθέσεις, παίρνοντας την απόφαση που συνιστά τομή, όντας και ο ίδιος μετέωρος μεταξύ μνήμης και καθημερινότητας: Την απόφαση εγκατάλειψης της Νέας Υόρκης, με τον νεαρό δημοσιογράφο να μην εγκλωβίζεται από την θεωρούμενη ως ‘αίγλη’ και ως ‘λάμψη’ της.

Το φορτηγό που συναντά, από τον οδηγό του οποίου ζητεί την επιβίβαση του σε αυτό, δύναται να ‘ενσαρκώσει’ την δυνατότητα της φυγής, ήτοι της ‘αποκοπής’ με άλλον τρόπο από αυτόν που επιχείρησε ο Σταν. Άλλωστε, εντός της πλοκής και της εξέλιξης της ιστορίας, ο Τζίμι Χερφ σε ανύποπτο χρόνο είχε εκφράσει την επιθυμία να εγκαταλείψει την Νέα Υόρκη. Πρόσωπα και καταστάσεις τέμνονται και αλληλο-διαπλέκονται εκκινώντας από διαφορετική αφετηρία, συναντώνται και στην πορεία αποκλίνουν για να συναντηθούν ξανά, στην ίδια πόλη και με μουσική υπόκρουση τζαζ, επαναπροσδιορίζοντας στάσεις και προτιμήσεις.

Ο John Dos Passos, καταγράφει εκ του σύνεγγυς τις ευρύτερες μεταβολές που συντελούνται στη Νέα Υόρκη και στις Ηνωμένες Πολιτείες στην αυγή του 20ου αιώνα, προβαίνοντας παράλληλα σε ενδιαφέρουσες παρατηρήσεις για το τι προκύπτει από την επικοινωνία μεταξύ μεταναστών και γηγενών,[21] για την διαμόρφωση μίας κουλτούρας διασκέδασης που με επίκεντρο εστιατόρια και χορευτικά κέντρα, συνυφαίνει την ψυχαγωγία μετά χορού και μουσικής, με την συζήτηση και την ανταλλαγή απόψεων[22] και ιδεών (θα λέγαμε πως είναι κάτι περισσότερο από τα δικά μας καφενεία), την επαφή με την δυνατότητα μίας εκ νέου κοινωνικοποίησης των θαμώνων, ως επί το πλείστον νεαρών, χωρίς όμως την διάθεση ευδαιμονισμού και βιωματικού βιταλισμού που συναντούμε στον ‘Μεγάλο Γκάτσμπι’ του Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ.[23]

Σκιαγραφώντας το περίγραμμα και τον πυρήνα αυτής της Νεοϋορκέζικης κουλτούρας της διασκέδασης, ο Ντος Πάσσος, σκιαγραφεί πρόσωπα που άλλοτε υπομονετικά και άλλοτε με διάθεση ξεσπάσματος, νοηματοδοτεί την πτώση από τα βάθρα της κοινωνικής-οικονομικής ισχύος στην πόλη που άνοιγε δρόμους, δεικνύοντας προς την ίδια κατεύθυνση της Νεοϋορκέζικης αφομοίωσης: Το πλέον χαρακτηριστικό στοιχείο της πόλης της εποχής της, λίγο πριν, εντός και την επαύριον του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, είναι η δυνατότητα της με να αφομοιώνει διαφορετικές κουλτούρες και πολιτισμικές αξίες, μεταστοιχειώνοντας με τρόπο ώστε να αποκτήσει την δική της ταυτότητα.

Και σε αυτή την διαδικασία, συμβάλλουν οι πρωταγωνιστές του ‘Manhattan Transfer,’ οι οποίοι και διατηρούν την αίσθηση ό,τι κάτι μπορεί να αλλάξει. Όμως οι ίδιοι, θα παραμείνουν κάτοικοι της πόλης, ουσιωδώς Νεοϋορκέζοι. Με το ‘Manhattan transfer,’ ο Ντος Πάσσος, δημιουργεί ένα ιστορικό μυθιστόρημα που διακρατεί και μοτίβα μυθιστορήματος του δρόμου, όντας πρωταρχικά, μυθιστόρημα μίας εποχής που αφήνει πίσω της την αθωότητα, εκεί όπου αποκαλύπτονται μία σειρά από ρήγματα στο σώμα της πόλης.

 

_____

[1] Βλέπε σχετικά, Dos Passos John, ‘Manhattan Transfer,’ Μετάφραση: Παπαϊωάννου Τρισεύγενη, Πρόλογος: Τσιμπούκη Θεοδώρα, Εκδόσεις Μεταίχμιο, Αθήνα, 2020., όπου και μία κατατοπιστική παρουσίαση του συνολικού λογοτεχνικού έργου του Ντος Πάσσος και των βασικότερων ιδεών που το διέπουν από την Θεοδώρα Τσιμπούκη. Όπως τονίζει σχετικά με την τριλογία του συγγραφέα που φέρει τον τίτλο ‘U.S.A.’: «Η χαρτογράφηση του αμερικανικού ιστορικού τοπίου τις πρώτες δεκαετίες του αιώνα, η αναβίωση του ρευστού ακόμη παρελθόντος, η δραματοποίηση των κοινωνικών ζυμώσεων και ηθικών διεργασιών που συντελέστηκαν είναι η λογοτεχνική επιδίωξη του Ντος Πάσος και στην επική του τοιχογραφία U.S.A. που περιλαμβάνει τους τόμους The 42nd Parallel {Ο 42ος παράλληλος} (1930), 1919 (1932), The Big Money {Τα Πολλά Λεφτά} (1936)». Ευρύτερα ομιλώντας, θα ειπωθεί πως ο συγγραφέας επεδίωξε να καταγράφει και να προσδιορίζει την υπό διαμόρφωση και εν εξελίξει έννοια της ‘Αμερικανικότητας’ και από τι αυτή συντίθεται. Επιχειρώντας μία παρέκβαση εντός του κειμένου, θα ισχυρισθούμε πως, εάν ο Τζον Ντος Πάσσος συνθέτει κατά βάση μία τοιχογραφία των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής, τότε, ο Αμερικανός τραγουδοποιός Μπρους Σπρίνγκστιν, με το τραγούδι του ‘Born in the USA,’ συντάσσει την μακρινή μουσική υπόκρουση αυτή της λογοτεχνικής τοιχογραφίας, τηρουμένων των αναλογιών.

[2] Το έργο διαρθρώνεται σε τρία κεφάλαια που με την σειρά τους συμπεριλαμβάνουν επιμέρους υπο-ενότητες, εκεί όπου μπορούμε να διακρίνουμε βαθύτερα, όχι ένα συγγραφικό τέχνασμα, αλλά αναφορές που θα επιτρέψουν να αποκτήσουμε μία ευρύτερη εικόνα του έργου. Σε αυτό το πλαίσιο, πρώτον, διακρίνουμε, θρησκευτικές χροιάς, Βιβλικές αναφορές, όπως και αναφορές από την Αγία Γραφή, κάτι ευδιάκριτο στους τίτλους ενοτήτων όπως ‘Ακόμα ένας ποταμός ως τον Ιορδάνη,’ ‘Η κατά της Νινευί προφητεία.’ Οι αναφορές αυτές καθιστούν το έργο δια-κειμενικό, αποκαλύπτοντας την αίσθηση μίας πόλης που με περισσή ευκολία τείνει στην ‘αμαρτία,’ στην ‘άφεση’ και στην ‘αναγέννηση’ ως συστατικό της στοιχείο. Δεύτερον, εντοπίζουμε στοιχεία που άπτονται των τεχνολογικών εξελίξεων την πρώτη περίοδο του 20ου αιώνα, με σημείο αναφοράς την Νέα Υόρκη, στοιχεία ορατά σε τίτλους όπως οι κάτωθι: ‘Νικελόντιον,’ ‘Ουρανοξύστης,’ ‘Περιστρεφόμενες πόρτες,’ ‘Σιδηροτροχιές.’ Τρίτον, δεν εκ-λείπει η διάσταση της καθημερινής κίνησης και της καθημερινής , ατομικής και κοινωνικής ζωής στην πόλη: ‘Πυροσβεστική αντλία,’ ‘Τρενάκια του λούνα παρκ,’ ‘Αποβάθρα,’ ‘Δολάρια,’ ‘Πέντε τυπικοί λόγοι,’ ‘Μιας ημέρας θαύμα.’ Από κοινού, αυτές οι αναφορές συνθέτουν και το υπόστρωμα πάνω στο οποίο και αναπτύσσονται σπειροειδώς οι παράλληλες ιστορίες του.

[3] Ο Αμερικανός συγγραφέας, τοποθετεί την πόλη της Νέας Υόρκης, εντός μίας εξελικτικής διαδικασίας, με την πόλη της Ανατολικής Ακτής των Ηνωμένων Πολιτειών να αποτελεί την κορύφωση ή αλλιώς, την κορωνίδα της εξελικτικής διαδικασίας, εκεί όπου ορθώνεται ο ουρανοξύστης ως ‘διαφορά’ και ως ‘υπέρβαση,’ ή αλλιώς, γήινος και υπερβατικός μαζί. Χωρίς να εγκολπώνεται τα χαρακτηριστικά της ‘μελλοντολογίας,’ ο Ντος Πάσσος καθιστά τον ουρανοξύστη και τα υλικά από τα οποία και φτιάχνεται, ως εγγενές στοιχείο της μητρόπολης, ή αλλιώς, τιθέμενο διαφορετικά, της πόλης του 20ου αιώνα. Τα υλικά κατασκευής που χρησιμοποιούνται για την κατασκευή της πόλης, φανερώνουν τις τάσεις της χωρικής-τεχνολογικής εξέλιξης, ώστε από τις «πλινθόκτιστες» Νινευί και Βαβυλώνα να μεταβούμε στην Νέα Υόρκη του ατσαλιού, του ουρανοξύστη ως πραγμάτωση ενός αιώνα που στις αρχές του παρέσυρε πολλούς στην ευφορία του. Ας δούμε πως ξεκινά το κεφάλαιο 2 που έχει τον τίτλο ‘Μητρόπολη’: «Υπήρχαν η Βαβυλώνα και η Νινευί, που ήταν πλινθόκτιστες. Η Αθήνα ήταν όλο χρυσές και μαρμάρινες κολόνες. Η Ρώμη στηριζόταν σε φαρδιές αψίδες από γυμνή πέτρα. Στην Κωνσταντινούπολη οι μιναρέδες αστραποβολούν σαν τεράστιες λαμπάδες γύρω από τον Κεράτιο… Ατσάλι, γυαλί, υαλότουβλα και μπετόν θα είναι τα υλικά των ουρανοξυστών. Στοιβαγμένα στο στενό νησάκι τα κτίρια με τα χιλιάδες παράθυρα θα υψώνονται αστραφτερά, η μια πυραμίδα πάνω στην άλλη, σαν κορυφές από λευκά σύννεφα πάνω από καταιγίδα». Στην παράγραφο που εκκινεί από τη φράση ‘Στοιβαγμένα στο στενό νησάκι’ και τελειώνει στα ‘λευκά σύννεφα πάνω από καταιγίδα,’ διακρίνουμε μία οιονεί ποιητική χροιά. Βλέπε σχετικά, ‘Dos Passos John, ‘Manhattan Transfer…ό.π., σελ. 31.

[4] Δεν θα ήταν υπερβολή να σημειώσουμε πως ο Ντος Πάσσος δίδει έναν εκ των πρωταγωνιστικών ρόλων του μυθιστορήματος, στην ηθοποιό του θεάτρου Έλεν Όγκλθορπ. Μάλιστα, για την ίδια όπως και για τον Τζίμι Χερφ, οι τροχιές των οποίων κάποια στιγμή θα συναντηθούν, αλλά για σχετικά βραχύβιο χρονικό διάστημα, ο συγγραφέας αφιερώνει εξ αρχής χρόνο και χώρο εντός του έργου, παρακολουθώντας την πορεία της (τους) από την παιδική τους ηλικία. Κομψή, και λεπτεπίλεπτη, ερωτική και υποκείμενο που συγκεντρώνει τα βλέμματα, η Έλεν παντρεύεται από νεαρή ηλικία (17 ετών) για λόγους επαγγελματικής εξέλιξης, αρεσκόμενη στο να αφήνει τις ευκαιρίες να έρχονται (παθητικά; ), παρά να τις κυνηγά η ίδια, έχοντας εκείνο το είδος της περίσσιας αυτοπεποίθησης που συνδέεται με ό,τι δύναται να αποκαλέσουμε ‘αύρα,’ και επιπλέον, ως ‘Νεοϋορκέζικη αύρα.’ Στο πρόσωπο της συναιρούνται αντιφάσεις που συνιστούν τις αντιφάσεις της Νέας Υόρκης. Υπό αυτό το πρίσμα, η Έλεν είναι τολμηρή και ριψοκίνδυνη ώστε και να παντρευτεί στα 17, να επιχειρήσει τον απεγκλωβισμό της (χωρισμό) από τα στενά όρια του γάμου, να ερωτευθεί τον νεαρό και γόνο ευκατάστατης οικογένειας Σταν Έμερι, προσδίδοντας στον έρωτα της τους όρους της ‘απελευθέρωσης,’ του πάθους που προκύπτει και από τον ‘κίνδυνο,’ και να κρατήσει το παιδί του, μετά τον αδόκητο θάνατο του Έμερι, αμφισβητώντας εμπράκτως τις κοινωνικές νόρμες της εποχής. Ταυτόχρονα είναι άτομο που επιζητεί την ασφάλεια, που την βρίσκει ή επιδιώκει να την βρει στα πρόσωπα του Τζίμι Χερφ και του δικηγόρου Τζορτζ Μπόλντουιν, την σταθερότητας της ανδρικής αγκαλιάς ωσάν πατρικής αγκαλιάς, την παρεϊστικη ατμόσφαιρα, όπως επίσης, την απλότητα και την πολυτέλεια ενός καλού εστιατορίου. Αρχετυπικά, η φιγούρα της Έλεν, είναι αυτή που ‘ενσαρκώνει’ πέραν των αντιφάσεων της πόλης, το ό,τι η πόλη είναι μία πόλη εν κινήσει.

[5] Βλέπε σχετικά, Casanova Pascale, ‘η παγκόσμια πολιτεία των γραμμάτων,’ Μετάφραση: Γιαννοπούλου Έφη, Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα, 2011, σελ. 328. Στο επίκεντρο της έννοιας της «διπλής μετάφρασης» που χρησιμοποιεί η Casanova, τίθεται το έργο του Μαλγάσιου ποιητή Ζαν-Ζοζέφ Ραμπεαριβέλο, ο οποίος και «κατασκευάζει το έργο του σε ένα διαρκές πηγαινέλα μεταξύ γαλλικών και μαλγασικών, ως μια διπλή μετάφραση». Στη δική μας ανάλυση, χρησιμοποιούμε την έννοια της «διπλής μετάφρασης» γλωσσικά μεν, αλλά διαφορετικά μεν, στο βαθμό που μέσω αυτής επιθυμούμε να αναδείξουμε το πως η μεταφραστική εργασία δεν επικάθεται πάνω στο πρωτότυπο μεταφέροντας σε μία άλλη γλώσσα, εν προκειμένω την ελληνική, όσο επικοινωνεί δημιουργικά με την γλώσσα του συγγραφέα, διατηρώντας την αυθεντικότητα της.

[6] Σε διάφορα σημεία του έργου, ο Τζον Ντος Πάσσος, προσφέρει μία άποψη της εισροής πληθυσμών με μεταναστευτικό υπόβαθρο στην πόλη της Νέας Υόρκης, διαδικασία που εξελίσσονταν με έντονους ρυθμούς τα πρώτα χρόνια του 20ου αιώνα. Και το πράττει, στρεφόμενος στη γλωσσική ανάμειξη, όπου η χρήση ιδιωματικών γαλλικών εκφράσεων εναλλάσσεται με την καθομιλουμένη αγγλική της Νέας Υόρκης, αξιο-θεμελιώνοντας την νέα κοινωνική, αξιακή και πολιτισμική πραγματικότητα που ίσχυε στην πόλη. Για τους Γαλλόφωνους μετανάστες, η χρήση της γαλλικής γλώσσας σε διαλόγους που αναπτύσσουν μεταξύ τους, προσομοιάζει προς την προσίδια δυνατότητα επανεπινόησης των δεσμών οικειότητας (και ενθύμησης της πατρίδας ως ‘εστία’), εντός ενός διαφορετικού κοινωνιο-γλωσσικού περιβάλλοντος, προς την κατεύθυνση έκφρασης βαθύτερων επιθυμιών και προσδοκιών. Η εναλλαγή των γλωσσών, ενώ εξελίσσονται συνομιλίες με κατοίκους της πόλης, σε διάφορα ρεστοράν και κέντρα διασκέδασης, αναδεικνύει μία κοσμοπολίτικη και διεθνική χροιά, την συνάντηση εκείνη που για τον Αμερικανό εκφράζει το ‘καινούργιο’ και για τον Γαλλόφωνο το ‘δυνατό,’ σημαίνοντας ταυτόχρονα και την κοινωνική προέλευση αρκετών εξ αυτών των Αμερικανών, η οποία τους επιτρέπει να αποκτήσουν ένα τέτοιο γνωστικό, συμβολικό ‘κεφάλαιο’ που κάνει δυνατή την εκμάθηση των γαλλικών όχι ως γλώσσα των ‘ελίτ’ αλλά ως γλώσσα της λεπτεπίλεπτης ευγένειας. Στην ανθρωπογεωγραφία που δημιουργεί ο συγγραφέας και του ‘U.S.A.,’ ενυπάρχει μία πληθώρα ατόμων με διαφορετικό κοινωνικό υπόβαθρο, πολιτισμικό ‘κεφάλαιο’ και παραδόσεις, όπως επίσης και μία πληθώρα προσλήψεων πάνω στο τι ‘είναι η Νέα Υόρκη.’

[7] Όπως ορθώς επισημαίνει στον πρόλογο της η Θεοδώρα Τσιμπούκη: «Στο Manhattan transfer εφαρμόζει πετυχημένα για πρώτη φορά την τεχνική του μοντάζ, την οποία δανείζεται από τον κινηματογράφο, και του κολάζ και πειραματίζεται μ’ έναν ιμπρεσιονιστικό τρόπο γραφής, ο οποίος συνδυάζει το μυθοπλαστικό στοιχείο με το πραγματικό». Βλέπε σχετικά, ‘Dos Passos John, ‘Manhattan Transfer…ό.π., σελ. 13.

[8] Βλέπε σχετικά, Χαραλαμπίδου Ν., ‘ Ο λόγος της ιστορίας και ο λόγος της λογοτεχνίας: Δομές αναπαράστασης της ιστορίας στην Ορθοκωστά του Θανάση Βαλτινού και στην πεζογραφία του Εμφυλίου,’ στο: ‘Ιστορική πραγματικότητα και Νεοελληνική πεζογραφία (1945-1995),’ Απρίλιος 1995, Εταιρεία Σπουδών Νεοελληνικού Πολιτισμού και Γενικής Παιδείας, 1997, σελ. 249-277. Για μία κατατοπιστική αναλυτική παρουσίαση του συγγραφικού έργου του Θανάση Βαλτινού, βλέπε και, Αθανασοπούλου Μαρία, ‘Η πρωτοπόρος γραφή ενός πολύπτυχου αναγνώσματος,’ Περιοδικό ‘Νέα Εστία,’ Τόμος 178ος, Τεύχος 1869, Ιούνιος 2016, σελ. 622-630.

[9] Σε αυτό το σημείο, θα επιχειρήσουμε μία συγκριτική προσέγγιση του τρόπου με τον οποίο και αναπαριστά λογοτεχνικά την πόλη της Αγίας Πετρούπολης ο Φιόντορ Ντοστογιέφσκι, στη νουβέλα του ‘Λευκές Νύχτες,’ και του αντίστοιχου τρόπου προσέγγισης της Νέας Υόρκης από τον Ντος Πάσσος. Για τον Ρώσο συγγραφέα, η Αγία Πετρούπολη, καθίσταται πόλη ανοιχτή, ιδανική για να την διασχίσεις, αρκούντως ρομαντική και ιδανική για ονειροπολήσεις, την περίοδο της εμφάνισης του φαινομένου των ‘Λευκών Νυχτών.’ Και σε ένα τέτοιο φόντο στήνει την πλοκή της νουβέλας του, σε γέφυρες και σε προκυμαίες γύρω από τον ποταμό Νέβα, με τον βασικό πρωταγωνιστή να συναντά και να γνωρίζει την Νάστενκα σε ένα ρομαντικό και ήσυχο περιβάλλον που εναρμονίζεται με τις επιθυμίες του, εκεί όπου ο μικρό-κοσμος τους αποτελεί μία ιδιαίτερη εικόνα της Αγίας Πετρούπολης, με τις λευκές νύχτες να συνδράμουν σε παράλληλες και αμοιβαίες αποκαλύψεις. Αντίθετα, ο Ντος Πάσσος, συγκροτεί μία Νέα Υόρκη που σφύζει από ζωή, διάστικτη από θορύβους, από οσμές του δρόμου, από παράλληλες φωνές και αφηγήσεις, από διαφορετικές γλώσσες, με την καθημερινή πολύβουη κίνηση και ροή των αυτοκινήτων (αρκετοί εκ των πρωταγωνιστών χρησιμοποιούν το ταξί), να διαδραματίζουν ιδιαίτερο ρόλο στην ‘οικονομία’ της αφήγησης, και τις ζωές των προσώπων να προσπαθούν να παρακολουθήσουν τους γρήγορους ρυθμούς της μητρόπολης. Εάν ο Νέβα συνιστά το φόντο για μακριούς περιπάτους και στοχασμούς, υπό το φως της λευκής νύχτας, ο Νεοϋορκέζικος ποταμός Χάντσον, λειτουργεί ως υδάτινο στοιχείο το οποίο, και δύναται να φέρει εγγύτερα, και δύναται να απομακρύνει, δίδοντας στην πόλη κάτι από την χαρακτηριστική της κίνηση και ροή και αποβιβάζοντας ανθρώπους, εμπορεύματα, ιδέες και μνήμες. Ενώ η Έλεν είναι δυναμική και διεκδικητική με τον τρόπο της, η Νάστενκα, διακρίνεται για το πνεύμα της παιδικής ‘αθωότητας’ που την διακατέχει, της ‘αγνότητας’ αυτού που προσμένει έναν έρωτα συν-ένωσης και κοινής ζωής, με τους δύο πρωταγωνιστές να έχουν κάτι κοινό: Ο μεν Τζίμι Χερφ λυγίζει κάτω από το βάρος της αδυναμίας του να ευθυγραμμίσει την ζωή με την ζωή και τους ρυθμούς της Έλεν της ‘Νέας Υόρκης,’ ενώ, το δε Ντοστογιεφσκικό υποκείμενο, λυγίζει κάτω από το βάρος του έρωτα του για την Νάστενκα που παραμένει ‘εκεί,’ στο δικό του ‘χώρο,’ ήγουν, παραμένει ανείπωτος. Βλέπε σχετικά, Ντοστογιέφσκι Φιόντορ, ‘Λευκές Νύχτες,’ Μετάφραση: Σπαθάρης Σ.- Μιχαλακέας Χ., Εκδόσεις Αφοί Ζυριχίδη, Θεσσαλονίκη, χ.χ.

[10] Στο ‘Manhattan transfer,’ o Γάλλος Κόνγκο, μετανάστης στην Νέα Υόρκη, σε μία πόλη υποδοχής μεταναστευτικών ρευμάτων που την συν-διαμόρφωσαν ιστορικά, όπως και ο δικηγόρος Τζορτζ Μπόλντουιν, πραγματώνουν την επιθυμία της κοινωνικής ανόδου και της κοινωνικής ανέλιξης. Ο Ντος Πάσσος όμως, λογοτεχνικώ τω τρόπω, δεν βιάζεται να πάρει θέση, αφήνοντας τον αναγνώστη να αξιολογήσει και να επιλέξει. Ο Κόνγκο που δεν σπαταλά τις λέξεις του αστόχαστα, όντας ‘ξένος’ αλλά και γνώριμη φιγούρα της νύχτας, θα επιτύχει την κοινωνική του άνοδο μέσω της πραγματοποίησης λαθρεμπορίου ποτών, δια-κρατώντας όμως μία ανοιχτότητα και μία εγκαρδιότητα, που θα βοηθήσει τον Τζίμι Χερφ στις περιπλανήσεις του στην πόλη και στη νύχτα, και σε μία σειρά σύντομων εξομολογήσεων. Ο Κόνγκο, εντάσσεται αλλά δεν παύει να διατηρεί και τις αποστάσεις τους. Ο δικηγόρος Τζορτζ Μπόλντουιν, εραστής αρχικά και εν συνεχεία σύζυγος της Έλεν, καθίσταται κυνικός, ψυχρά υπολογιστικός και ωφεμιλιστικός, για να πετύχει τους σκοπούς του, αξιοποιεί τις κατάλληλες γνωριμίες για να ανέλθει την ιεραρχία και να φθάσει στην θέση του γενικού εισαγγελέα της πόλης, διακατεχόμενος όμως από ένα αίσθημα ανασφάλειας, ανισορροπίας σε ένα αστικό πεδίο αποκλίσεων, και αποζητώντας την γυναικεία συντροφιά, ως επιβεβαίωση αυτής της ανασφάλειας.

[11] Είναι ενδεικτικό όσο και χαρακτηριστικό του τρόπου θεώρησης των πραγμάτων από τον Τζον Ντος Πάσσος, το ό,τι οι εξελίξεις που επισυμβαίνουν στις Ηνωμένες Πολιτείες και στον υπόλοιπο κόσμο στις αρχές του 20ου αιώνα, η διεξαγωγή του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου (1914-1918), και η μεταπολεμική περίοδο (βλέπε Ισπανική γρίπη), να περνούν χαμηλόφωνα, με σποραδικές μόνο αναφορές, χωρίς να διακόπτουν τους ρυθμούς μίας γρήγορης αφήγησης (γρήγορης όπως και οι ρυθμοί της πόλης), που ενίοτε αφήνει να διαρρεύσει η συνειδησιακή εξομολόγηση όχι ενώπιον κατόπτρου, αλλά ενώπιον της πόλης. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, οι πρωταγωνιστές του μυθιστορήματος, δεν καθίστανται εσωστρεφείς, αλλά, προβάλλουν μία κατά βάση αισθησιο-κεντρική αντίληψη, που σχετίζεται με το ότι πιστεύουν πως ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος για παράδειγμα, δεν θα τους αγγίξει ιδιαίτερα και δεν θα επηρεάσει την καθημερινότητας τους. Και το ενδιαφέρον εδώ είναι πως, όπως τεκμηριώνει η Θεοδώρα Τσιμπούκη, ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος ως μείζον ιστορικό συμβάν, συνέβαλλε καθοριστικά στη διαμόρφωση της πολιτικοϊδεολογικής άποψης του Ντος Πάσσος. Βλέπε σχετικά, ‘Dos Passos John, ‘Manhattan Transfer…ό.π., σελ. 12.

[12] Στον ‘Μεγάλο Γκάτσμπι’ του Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ, το περιώνυμο Αμερικανικό ‘όνειρο’ σκιαγραφείται στις πρώιμες εκδοχές του, τροφοδοτούμενο από τα σημαίνοντα του ‘ρίσκου’ και της ‘υπέρβασης’ που συνυφαίνονται με την νεότητα και την διάθεση ‘απελευθέρωσης’ από έναν καθωσπρεπισμό και από κανόνες που ‘οδήγησαν’ στον ‘Μεγάλο Πόλεμο,’ (δράσε για να ξεφύγεις από την σκιά του πολέμου), την ίδια στιγμή που το πρόσημο της ‘θυσίας’ ανακύπτει δραστικά: ‘Τι είσαι διατεθειμένος να ‘θυσιάσεις’ στο κυνήγι της καλής ζωής;’ Βλέπε σχετικά, Φιτζέραλντ Σκοτ Φράνσις, ‘Ο Μεγάλος Γκάτσμπι,’ Μετάφραση: Μπερλής Άρης, Επιμέλεια: Πετσόπουλος Σταύρος, Εκδόσεις ΄Άγρα, Αθήνα, 2012.

[13] Η Νέα Υόρκη λειτουργεί ως μία σύγχρονη ‘Βαβέλ,’ που αντικατοπτρίζει όλα όσα θέλει να αποκτήσει κάποιος, αλλά και όσα τάχιστα μπορεί να απωλέσει. Από μητρόπολη των Ηνωμένων Πολιτειών, μητρόπολη μετεξελίσσεται σε μητρόπολη του σύγχρονου, νεωτερικού γίγνεσθαι, εγγράφοντας (ας το κρατήσουμε αυτό το σημείο διότι ανακύπτει άλλη μία θρησκευτικού τύπου έγκληση), την ματαιοδοξία στις διάφορες μορφές της.

[14] Την αντίληψη περί ραγδαίας κοινωνικής πτώσης και απώλειας κοινωνικού, συμβολικού ‘κεφαλαίου’ (Πιερ Μπουρντιέ), συμβολίζει μία φιγούρα της πόλης, που από άλλοτε ισχυρός χρηματιστής, έχει μετατραπεί σε νυχτερινό φύλακα αποθήκης, κομίζοντας το σημαίνον του ό,τι ‘όλα μπορούν να συμβούν.’ Για τον Ντος Πάσσος, και αυτή η μικρο-ιστορία είναι τυπικά Νεοϋορκέζικη, καθότι εκφράζει την τάχιστη άνοδο αλλά και πτώση από το βάθρα της ‘Βαβέλ’ την ίδια στιγμή.

[15] Το υπόδειγμα της διακινδύνευσης και των παράλληλων υπερβάσεων, του μη υπολογισμού του κόστους στη θέα μίας γεμάτης ζωής, ‘ενσαρκώνει’ ο Σταν Έμερι, ο αδόκητος, από διαρροή γκαζιού, θάνατος του οποίου, δεν περιβάλλεται από μία αχλή μυστηρίου, αλλά, επιτρέπει μία ανά-κληση της σύντομης ζωής του, η οποία και εμπεριέχει την αμφισβήτηση της στερεοτυπικής νόρμας, την αποκοπή από την πατρική-κοινωνική καταγωγή και κληρονομιά, το φλερτ με το όριο και την ακρότητα, όψεις που καθιστούν τον Σταν Έμερι ως έναν Νεοϋορκέζο ‘μπον βιβέρ,’ που έχει ως σημαίνουσα αρχή το ‘Ζήσε διασκεδάζοντας και όσο είσαι νέος, το τώρα.’ (εξιδανίκευση της νεότητας). Ακόμη και πριν τον θάνατο του, κινείται μεταξύ πίστης και αφέλειας, με την λογοτεχνική αφήγηση να προσθέτει πινελιές τραγικότητας στην περίπτωση του. Με μυθολογικούς όρους, ο Σταν Έμερι, για τον οποίο οι προσδοκίες ήταν διαφορετικές, είναι ένας ‘Ίκαρος’ εντός της πόλης, που δεν συνειδητοποιεί ό,τι η πτώση έχει ήδη ξεκινήσει.

[16] Βλέπε σχετικά, Scherer, K. R., ‘Appraisal considered as a process of multi-level sequential checking,’ στο: Scherer K.R., Schorr A., & Johnstone (επιμ.), ‘Appraisal processes in Emotion: Theory, methods, research,’ N.Y., Oxford University Press, 2001, σελ. 99-120. Ως «κανονιστική σημασία» ορίζεται η αξία που δύναται να αποκτήσει για το κοινωνικό υποκείμενο ένα συμβάν. Στην περίπτωση μας, η εργασία και ως προϋπόθεση συμπερίληψης στο κοινωνικό-αξιακό γίγνεσθαι της Νέας Υόρκης.

[17] Το μοτίβο της έκπληξης για αυτό που μπορεί να συμβεί όχι την μέρα της εργασίας, αλλά την ημέρα του γάμου, το εξέφρασε ο καπετάνιος Μακ Αβόι, όταν μέλη του πληρώματος του τον ενημέρωσαν για την εύρεση της σορού του αυτόχειρα Μπαντ. «Κοίτα τι μπορεί να σε βρει τη μέρα του γάμου σου». Βλέπε σχετικά, Dos Passos John, ‘Manhattan Transfer…ό.π., σελ. 180. Επίσης, θα προσθέταμε πως δεν υπάρχει και διάθεση ωραιοποίησης των καταστάσεων από την πλευρά του συγγραφέα παρά η πρόθεση έκθεσης της Νέας Υόρκης όπως είναι. Οι ευκαιρίες κοινωνικής ανέλιξης συνυπάρχουν με την έκθεση σε συνθήκες κοινωνικής επισφάλειας που οξύνουν προϋπάρχουσα οικογενειακά τραύματα.

[18] Τα τραύματα που μεταπλάθονται, που εμπρόθετα συν-δημιουργούν ένα περιβάλλον θανάτου αφού πρώτα έχει επέλθει ο συμβολικός ‘θάνατος,’ είναι η μη ένταξη του υποκειμένου στο κυρίως ‘σώμα’ της Νέας Υόρκης, και το δεύτερο και ίσως σημαντικότερο, υπόγεια δοσμένο, η εν-σώματη βία (που φέρει σημάδια), που υπέστη ο Σταν από τον πατέρα του. Έτσι, η ρήξη, του, κατά την διατύπωση του Σάββα Μιχαήλ «πατρικού νόμου», δεν επέρχεται, με το φάντασμα του πατέρα και την βία ωσάν ‘μνήμη,’ να ανα-καλούνται. Τελετουργικά η πτώση γίνεται στα νερά όχι ως εμβάπτιση στα νερά του Ιορδάνη, αλλά ως τελική πράξη. Βλέπε σχετικά, Μιχαήλ Σάββας, ‘Πλους και κατάπλους του Μεγάλου Ανατολικού,’ Εκδόσεις Άγρα, Αθήνα, 1995, σελ. 40.

[19] Η διαμόρφωση μίας Νεοϋορκέζικης εργατικής τάξης και η ισχυροποίηση του εργατικού κινήματος, λίγο πριν και κυρίως λίγο μετά το συμβάν της Οκτωβριανής Επανάστασης του 1917, παρατίθενται προς τα τελευταία κεφάλαια του βιβλίου. Η Νέα Υόρκη ως μεταναστευτικό κέντρο, ως κέντρο ανταλλαγής ιδεών και πολιτικών αφηγήσεων, δεν μένει ανεπηρέαστη, με τον συγγραφέα να εστιάζει στην ανάπτυξη των εργατικών ιδεών στους κόλπους της Εβραϊκής κοινότητας της πόλης, καταγράφοντας όμως και τις αναπτυσσόμενες και αντίρροπές, κοινωνικά και πολιτικά, δυνάμεις. Η απεργοσπάστρια γυναίκα Εβραϊκής καταγωγής, καθίσταται ο αποδιοπομπαίος τράγος της κοινότητας της, με όρους κοινωνικούς-ταξικούς, συνδικαλιστικούς και όχι φυλετικούς. Με έναν ιδιαίτερο τρόπο, λαμβάνουμε εικόνα και της παρουσίας και της δραστηριοποίησης στην πόλη, πληθυσμών με Ιρλανδικό προφίλ. Που είναι δραστικά ενσωματωμένοι σε αυτήν.

[20] Ο Τζίμι Χερφ, παιδικός φίλος του εκλιπόντος Σταν Έμερι, είναι μορφωμένος και στοχαστικός, ονειροπόλος και ρεαλιστής, χωρίς μεγάλες προσδοκίες και διστακτικός ως προς την έκφραση των συναισθημάτων του, άνθρωπος της ημέρας και θαμώνας νυχτερινών καταστημάτων της, συλλέκτης εικόνων, που, την κρίσιμη στιγμή, επι-τελεί την δική του μικρή εξέγερση: Εγκαταλείπει την πόλη-μήτρα, ως πράξη ‘χειραφέτησης’ και υποστασιοποιημένης διά-ρρηξης της αναβλητικότητας. Σε αυτή την περίπτωση, δεν κερδίζει κάτι υλικά, παρά την δυνατότητα να θέσει στο προσκήνιο τα δικά του επίδικα. Με την πράξη της φυγής, φέρει κάτι από το πνεύμα της νεωτερικότητας (ανακάλυψη).

[21] Αυτό που προκύπτει, είναι μία και ‘υβριδική’ κουλτούρα εντοπιότητας, καύσιμη ύλη της οποίας είναι η μικρή κλίμακα, το ‘συν-αντικρίζειν’ μία πόλης που μεταβάλλεται ‘από τα μέσα,’ η δυνατότητα της φυγής και η ανταλλαγή βιωμάτων και πληροφοριών.

[22] Η διασκέδαση σχετίζεται με την ανταλλαγή ιδεών, εν ώρα χορευτικής επιτέλεσης. Μετά το ποτό, ως σχηματοποιημένη ενεικόνιση της τελετουργίας της διασκέδασης, θα ορίσει νέες κλίμακες και προοπτικές αυτής.

[23] Βλέπε σχετικά, Φιτζέραλντ Σκοτ Φράνσις, ‘Ο Μεγάλος Γκάτσμπι…ό.π.

Ακολουθήστε μας

Οι ντετέκτιβ της βεράντας, της Ιωάννας Μπαμπέτα

Οι ντετέκτιβ της βεράντας, της Ιωάννας Μπαμπέτα

Η Άννα και ο Δημήτρης επισκέπτονται τα Σαββατοκύριακα τον παππού και τη γιαγιά τους αντίστοιχα που μένουν στις απέναντι πολυκατοικίες κι έτσι γνωρίστηκαν. Μια μέρα διαπιστώνουν πως το σκυλί της γειτόνισσας της Άννας λείπει κι αρχίζουν τις έρευνες. Ποιος το πήρε και...

Retroland: Ιστορικός τουρισμός και η αναζήτηση για το αυθεντικό, του Βάλεντιν Γκρέμπνερ

Retroland: Ιστορικός τουρισμός και η αναζήτηση για το αυθεντικό, του Βάλεντιν Γκρέμπνερ

Τι είναι ο ιστορικός τουρισμός και πώς προέκυψε; Πώς είναι όταν εμπορευματοποιούνται μνημεία και εκδηλώσεις του παρελθόντος ως μάρτυρες της τοπικής «ταυτότητας» και της αυθεντικότητας; Τι νέο προκύπτει όταν το παρελθόν το επισκέπτεται κανείς για αναψυχή; Γιατί υπάρχει...

Ακολουθήστε μας στο Google News

Ακολουθήστε μας στο Google News

Επιμέλεια άρθρου Ομάδα σύνταξης

Επιμέλεια άρθρου

Διαβάστε κι αυτά

Retroland: Ιστορικός τουρισμός και η αναζήτηση για το αυθεντικό, του Βάλεντιν Γκρέμπνερ

Retroland: Ιστορικός τουρισμός και η αναζήτηση για το αυθεντικό, του Βάλεντιν Γκρέμπνερ

Τι είναι ο ιστορικός τουρισμός και πώς προέκυψε; Πώς είναι όταν εμπορευματοποιούνται μνημεία και εκδηλώσεις του παρελθόντος ως μάρτυρες της τοπικής «ταυτότητας» και της αυθεντικότητας; Τι νέο προκύπτει όταν το παρελθόν το επισκέπτεται κανείς για αναψυχή; Γιατί υπάρχει...

Αναζητώντας το παιδί, της Νίκης Γρηγορίου

Αναζητώντας το παιδί, της Νίκης Γρηγορίου

Δουλεύοντας ως δασκάλα του δημοτικού σχολείου για αρκετό διάστημα, η Νίκη Γρηγορίου θέλησε να γνωρίσει καλύτερα και βαθύτερα τα παιδιά και ταυτόχρονα να μελετήσει πώς, πότε και γιατί άλλαξε η σχέση δασκάλου και παιδιού μέσα στα χρόνια. Το να είσαι παιδί έχει την ίδια...

Έγκλημα στον Λόφο της Αλκυόνης, της Sophie Hannah

Έγκλημα στον Λόφο της Αλκυόνης, της Sophie Hannah

Ακόμα μια περιπέτεια με ήρωα τον Ηρακλή Πουαρό μάς χαρίζει η πένα της συγγραφέως Sophie Hannah. Αυτή τη φορά, ο διάσημος ντετέκτιβ και ο επιθεωρητής Κάτσπουλ της Σκότλαντ Γιαρντ καλούνται να εξιχνιάσουν ένα Έγκλημα στον Λόφο της Αλκυόνης. Ο Πουαρό και ο Κάτσπουλ...

0 σχόλια

0 Σχόλια

Υποβολή σχολίου