Select Page

Rodriguez, ο αλκοολικός μεξικάνος

Rodriguez, ο αλκοολικός μεξικάνος

Ο Rodriguez δεν ήταν αλκοολικός. Τουλάχιστον όσο ήθελε να παρουσιάζει τον εαυτό του. Δεν μπορεί να ισχυριστεί κανείς ότι την έβγαζε με πορτοκαλάδα και κόκα κόλα, αλλά συνήθιζε να υπερβάλλει σχετικά με τις επιδόσεις του στην κατανάλωση αλκοολούχων ποτών, είτε για να αυτοσαρκαστεί, είτε για λόγους εντυπωσιασμού. Το πραγματικό του όνομα ήταν Στράτος και δεν ήταν φυσικά Μεξικάνος. Καταγόταν από ένα χωριό της Βοιωτίας, κοντά στη Λειβαδιά.

 

Πήγα για πρώτη φορά στο μπαρ του Rodriguez πριν μια δεκαετία περίπου, για να συναντήσω τον φίλο μου, τον Πάρη τον Ζυθούλη. Ο Πάρης, δάσκαλος στο επάγγελμα, ήταν κοντόχοντρος, αργός στις κινήσεις, γερό ποτήρι και γερό πιρούνι επίσης, διέθετε όμως μια καλή αίσθηση του χιούμορ και μια φιλοσοφημένη οπτική του κόσμου. Τότε μόλις τα είχε φτιάξει με τη Μάγδα, Ζακυνθινή, μεσαίου ύψους, με άσχημα χαρακτηριστικά προσώπου, προεξέχοντα αραιά δόντια και μια μόνιμη απληστία ζωγραφισμένη στο βλέμμα της.

Το μπαρ του Rodrigez, που βρισκόταν σε μια πάροδο του κεντρικού δρόμου του Λαγανά της Ζακύνθου, ήταν ευρύχωρο με ακανόνιστο σχήμα, διαρκώς διαποτισμένο από μυρωδιά πολυκαιρισμένου καπνού, ενώ στους τοίχους του μπορούσες να βρεις κυριολεκτικά οτιδήποτε….

Κυνηγετικές καραμπίνες διαφόρων μεγεθών, σπαθιά ξύλινα και μεταλλικά, μεσαιωνικά ξίφη, επιγραφές από μπαρ -στα Ισπανικά οι περισσότερες-, παλαιά χαρτονομίσματα, μάσκες βενετσιάνικες, κάδρα με φωτογραφίες, ινδιάνικες στολές και πολλά άλλα αντικείμενα, τοποθετημένα με μια συμμετρική «αταξία».

 

Μπήκα μέσα εκείνο το βράδυ κατά τις δώδεκα τα μεσάνυχτα. Προχώρησα προς τη γωνιά που κάθονταν ο Πάρης και η Μάγδα, οι οποίοι τα πίνανε από νωρίς, επιεικώς θα χαρακτήριζα ότι βρισκόντουσαν σε φάση ευθυμίας. Ο Στράτος ή Rodriguez έπινε σφηνάκια και ήταν σε χειρότερη κατάσταση. Ούρλιαζε, χτυπούσε το χέρι του στο μπαρ, δυνάμωνε ξαφνικά τη μουσική, ύστερα την έκλεινε για να παίξει τον εθνικό ύμνο, με δυο λόγια, φερόταν σα να προσπαθούσε να διώξει τον κόσμο, πράγμα λίγο ασυνήθιστο για ιδιοκτήτη μπαρ. Ρίχνοντάς του μια φευγαλέα ματιά, σχημάτισα την εντύπωση ότι είναι μάλλον άκακος και ευγενική ψυχή.

Ο Πάρης βρισκόταν στο μεταίχμιο ευθυμίας και σούρας. Η γλώσσα του είχε αρχίσει να ρετάρει ελαφρώς.

«Έχουμε πιει ένα σκασμό», μου είπε . «Ο Στράτος είναι ωραίος, είναι θεότρελος, κάνουμε ωραίο κέφι».

«Που τον ξέρεις αυτόν ;», τον ρώτησα.

«Είναι φίλος της Μάγδας».

Εντωμεταξύ ήρθε ένας γύρος με σφηνάκια. Δεν είχα προλάβει να παραγγείλω καν το ποτό μου.

Τσουγκρίζω με τα παιδιά, τσουγκρίζω και με τον Στράτο, συστηθήκαμε δια χειραψίας. Συνέχισα την κουβέντα με τον Πάρη.

 

Δεύτερος γύρος με σφηνάκια, σταλμένα φυσικά από τον Στράτο.

«Τι γίνεται εδώ ;», ρωτάω τον Πάρη. «Ακόμα δεν ήρθε το ποτό μου».

«Πιες το», μου λέει ο Πάρης. «Είναι σουρωμένος και θα προσβληθεί, αν δεν το πιεις».

Ήρθε το ουίσκι μου, βρήκα σκαμπό στο μπαρ και βολεύτηκα. Παρατηρούσα την Μάγδα, που είχε ζωηρή κουβεντούλα με το Στράτο. Ο Πάρης θεώρησε υποχρέωσή του να βάλει τα πράγματα στη θέση τους.

«Δεν είναι αυτό που νομίζεις. Όχι, βέβαια. Φίλοι είναι. Όχι, τίποτα δεν τρέχει. Δεν τα σηκώνω εγώ αυτά. Άπαξ και η γυναίκα ξενοκοιτάξει, ξύλο, εγώ θα τη σαπίσω στο ξύλο. Όχι, δεν είμαι καθόλου προοδευτικός εγώ σε αυτά».

«Μα δεν νομίζω κάτι, Πάρη».

 

Τρίτος γύρος με σφηνάκια. Τσούγκρισα με τους άλλους, αλλά σκέφτηκα πως δεν πρόκειται να πιώ άλλο.

Ο Στράτος ήδη ετοίμαζε το τέταρτο. Έβαλε διάφορα ποτά χρωματιστά, διάφανα, τα χτύπησε στο shaker, τα άδειασε στα σφηνοπότηρα και τα έβαλε φωτιά. Σε κάθε σφηνάκι άναψε μια γαλαζοκόκκινη φλόγα.

«Στράτο», του λέω, «χωρίς καμία διάθεση να σε προσβάλλω, επειδή δουλεύω νωρίς αύριο, δε θα το πιω. Σε ευχαριστώ πολύ πάντως».

Ο Στράτος με κοίταξε με ύφος, σαν να του είπα κάτι εξαιρετικά δυσνόητο και περίεργο.

«Ξέχασε το, θα το πιεις», μου είπε.

Ο Πάρης είδε ότι άρχισα να εκνευρίζομαι και με σκούντηξε.

«Πιες το, είναι σούρα!», μου είπε.

«Και επειδή είναι αυτός σούρα, πρέπει να γίνω κι εγώ ;»

Ήπια εν τέλει το σφηνάκι, αλλά μου άναψε φωτιά στα σωθικά και μου τρέλανε τον εγκέφαλο. Αυτό δεν ήταν ποτό, ήταν υγρή λάβα. Ένιωσα να διαολίζομαι. Ήμουν χαλαρός και ήρεμος και μ’ αυτά τα κωλοσφηνάκια μπήκα στην πρίζα και στην τσίτα. Και το κυριότερο, χωρίς κανέναν απολύτως λόγο. Μόνο και μόνο, επειδή σούρωσε ο Ροντρίγκες.

 

Μετά από πέντε λεπτά ήρθε νέος γύρος. Τσούγκρισαν και τα ήπιανε όλοι εκτός από μένα.

«Γιατί δεν το πίνεις ;», με ρώτησε ο Στράτος.

«Γιατί δεν θέλω».

«Εφόσον έρχεσαι στο μαγαζί μου θα πίνεις τα σφηνάκια μου. Διαφορετικά είναι σα να με προσβάλλεις».

«Θα πιω όσο και όταν γουστάρω. Δεν χρειάζεται να νιώθεις προσβεβλημένος».

«Το σφηνάκι θα το πιεις!», μου είπε κοιτώντας με έντονα.

«Ρε, δεν πας να γαμηθείς!»

Είχα αρχίσει να νευριάζω για τα καλά.

Ο Στράτος θίχτηκε. Μου έριξε μια δολοφονική ματιά και απομακρύνθηκε. Έπειτα, μιλούσε στη Μάγδα και της έκανε παράπονα για μένα, έλεγε ότι τον προσέβαλα. Άρχισα να νιώθω ότι το κλίμα δε με σήκωνε.

«Πάρη, εγώ θα φύγω. Θα τα πούμε άλλη φορά».

«Όπως θέλεις. Το ποτό που ήπιες είναι δικό μου».

 

Φεύγοντας μου έφραξε τον δρόμο ο Στράτος.

«Αν δεν πιεις ένα σφηνάκι, δεν πρόκειται να πας πουθενά!»

Αισθανόταν ακόμη θιγμένος και ήθελε να πάρει τη ρεβάνς.

Αναμετρηθήκαμε για λίγο βλεμματικά. Ήταν πιο μικρόσωμος από μένα και είχε καστανά μάτια και πυκνά, μαύρα μαλλιά που κατέληγαν σε αλογοουρά. Στη συνέχεια λογομαχήσαμε έντονα και ξεκινήσαμε μια παρωδία καυγά. Εγώ, με άψογο πυγμαχικό στυλ έριξα μία γροθιά στον αέρα και την φρέναρα ακριβώς δύο εκατοστά πριν το σαγόνι του και αυτός πήρε ένα ξύλινο σπαθί από τον τοίχο και ακούμπησε τη μύτη του, στον λαιμό μου.

«Αυτό φίλε Rodriguez είναι ψεύτικο», του είπα. «Δεν φοβίζει ούτε μωρό».

«Θέλεις να δουλέψεις στο μπαρ ;», με ρώτησε, εξακολουθώντας να μου κλείνει το δρόμο.

Τον έσπρωξα κάπως βίαια και βγήκα έξω.

 

Για δυο χρόνια και πλέον δεν ξαναπάτησα το πόδι μου στο μπαρ του Ροντρίγκες, γιατί παρ’ όλο που δεν είχα κάτι προσωπικό με τον Στράτο, δεν ήθελα μπλεξίματα με τρελάρες σαν και την πάρτι του.

Όταν όμως ήρθε να περάσει λίγες μέρες στη Ζάκυνθο ο φίλος μου ο Ράντυ, σκέφτηκα πως δε θα ήταν άσχημη ιδέα να πιούμε ένα ποτό στου Ροντρίγκες. Εξ’ άλλου το πιθανότερο ήταν πως ο Στράτος δεν θα με αναγνώριζε. Πράγματι, πήγαμε ένα βράδυ, καθίσαμε στο μπαρ, ήρθε ο Στράτος να πάρει παραγγελία, κοιταχτήκαμε, δεν πρόσεξα κάποια ιδιαίτερη αντίδραση.

«Πως πάει παιδιά ;», μας ρωτάει.

«Όλα καλά», απαντάει ο Ράντυ. «Εσύ ;»

«Λιώμα- λιώμα. Ήπια δυο μπουκάλια τεκίλα».

«Σοβαρά ;»

«Ναι, πάλι καλά. Παλαιότερα έπινα τρία. Λιώμα-λιώμα είμαι, σου λέω!».

Ούτε η ομιλία του, ούτε οι κινήσεις του, ούτε τίποτα επάνω του δε σε πείθανε ότι ήπιε τόσο πολύ.

Έβαλε ο Στράτος σφηνάκια για τον εαυτό του και για τον Ράντυ.

«Εσύ μου λέει», δεν θέλεις. «Σωστά ;»

«Σωστά!»

«Από πού είστε παιδιά ;»

«Από τα Τρίκαλα. Εσύ ;»

«Από τη Λειβαδιά».

Απομακρύνθηκε ο Στράτος, σέρβιρε κάτι ποτά, σκούπισε δύο ποτήρια, πληρώθηκε από μια παρέα και ξαναήρθε.

«Πως πάει παιδιά ;»

«Όλα καλά, εσύ ;»

«Λιώμα –λιώμα! Ήπια τρία μπουκάλια τεκίλα. Παλιά έπινα τέσσερα. Από πού είστε παιδιά ;»

«Από τα Τρίκαλα, του λέει ο Ράντυ. Εσύ από τη Λειβαδιά ;»

Ο Στράτος έκανε έναν μορφασμό ανείπωτης έκπληξης.

«Και που το ξέρεις ;»

 

Από τότε περνούσα που και που από το bar του Rodriguez και τα λέγαμε με τον Στράτο με τον οποίο αναπτύξαμε φιλία. Τελευταία φορά που τον είδα ήταν πριν από δύο χρόνια, όταν πήγα διακοπές στη Ζάκυνθο με τη γυναίκα μου την Ιριάννα.

Τα είπαμε, θυμηθήκαμε τα παλιά, μας έδειξε φωτογραφίες από την εξάχρονη κόρη του, που μεγαλώνει στην Αγγλία και μία άλλη φωτογραφία που δεν μπορούσα να διακρίνω καλά τι ακριβώς ήταν. «Εδώ είμαι εγώ», δήλωσε με καμάρι ο Στράτος. Οδηγούσα, ήμουνα λιώμα και μπήκα μέσα σε μία τζαμαρία από ένα μαγαζί». Κοίταξα καλύτερα και μπόρεσα να ξεχωρίσω ένα ημικατεστραμμένο αυτοκίνητο και μια τζαμαρία θρυμματισμένη.

Ύστερα ο Στράτος μου έφερε μία μπύρα σε μπουκάλι, κερασμένη από αυτόν. Εγώ όμως δεν μπορούσα να πιω άλλο.

«Πάμε να φύγουμε ;», ρώτησα την Ιριάννα.

«Πάμε».

«Στράτο!», τον φώναξα. «Πρέπει να φύγουμε. Σε πειράζει να πάρω την μπύρα έξω να την πιω οδηγώντας».

Εντυπωσιάστηκε ο Στράτος.

«Και το ρωτάς ; Κάνε τη δουλειά σου», μου απάντησε με νόημα.

Χαιρετηθήκαμε και βγήκαμε έξω. Μόλις προχωρήσαμε είκοσι μέτρα πέταξα το μπουκάλι με την μπύρα σε ένα σκουπιδοτενεκέ.

 

Τον Πάρη τον Ζυθούλη έχω να τον δω πολλά χρόνια. Έμαθα ότι παντρεύτηκε με την Μάγδα αλλά είχε προβλήματα μετά τον γάμο. Οι κακές γλώσσες λέγανε πως η Μάγδα τον κεράτωνε φανερά και κατ’ εξακολούθηση, τον είχε εκθέσει στην κοινωνία της Ζακύνθου. Δεν το πολυπίστεψα όμως γιατί ο Πάρης δεν τα σήκωνε αυτά. Ήταν παλαιών αρχών σε τέτοια θέματα.

 

_

γράφει ο Βασίλης Γιοντζής

Επιμέλεια κειμένου

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Follows

Ημερολόγιο 2018 – Πρόσκληση

Εγγραφείτε στο newsletter

Εκδηλώσεις

Φόρτωση περισσότερων

Διαγωνισμοί σε εξέλιξη

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!