Select Page

To Φως που Καίει – Κώστας Βάρναλης

To Φως που Καίει – Κώστας Βάρναλης

«Να σ’ αγναντέβω, θάλασσα, να μη χορταίνω, απ’ το βουνό ψηλά στρωτήν και καταγάλανη και μέσα να πλουταίνω απ’ τα μαλάματα σου τα πολλά» (Κώστας Βάρναλης, ‘Πρόλογος’).

O Kώστας Βάρναλης, το 1922, δημοσιεύει την ποιητική συλλογή 'Το Φως που Καίει', συλλογή στην οποία εντυπώνει τον ορίζοντα του στοχασμού του, χρησιμοποιώντας μία γλώσσα λαϊκή-δημοτική, έκκεντρη & ανοιχτή στις εκφάνσεις της.

Στο 'Φως που Καίει' ο Κώστας Βάρναλης ανατρέχει στην παράδοση για να την νοηματοδοτήσει, συγκροτεί ποιητικές πλαισιώσεις που αντανακλούν κοινωνικές-φιλοσοφικές θέσεις, επαναπροσδιορίζοντας την μαρξική διαλεκτική (ο μαρξισμός του Κώστα Βάρναλη δια-κρατεί την ιδιαίτερη ιστορική 'εμπλόκιση' του χρόνου), υπό το πρίσμα της δι-επαφής, της ανάδειξης σημαινόντων εντός ποίησης, εντός των 'διαφορικών' διαλόγων. Το 'Φως που Καίει' δύναται να δια-κρατήσει έναν πρωταρχικό ριζοσπαστισμό, ο οποίος, ως ένταση & προτροπή φέρει ονόματα: Προμηθέας, Ιησούς & Μώμος.

Εναλλάσσοντας τους όρους της κοινοποίησης & της 'ανταλλαγής' ιδεών, ο ποιητής, μεταξύ ή εντός προσώπου & προσωπείου, διαμεσολαβεί την ιστορία των 'εμβαπτίσεων', τον φετιχισμό & την 'τελετουργία' του μυθεύματος, τις εναλλαγές της εξουσίας (αστικής και μη), αναδεικνύει μία κοινωνική ολότητα αντιφάσεων-αντιθέσεων, φέροντας στο προσκήνιο τον Προμηθέα ως δυναμική, τον Ιησού ως ελπίδα, τον Μώμο (η άλλη διαλεκτική 'πρόνοια'), ως μίκρο & μάκρο-δυνατότητα, προβολή, 'παραγωγή-γέννηση' διαμέσου της λέξης, του πλήθους καθώς και της αδημονίας περί το πλήθος.

Ο Γερμανός φιλόσοφος Μάρτιν Χαϊντέγγερ αναφέρει πως «ο λαός (...) φέρει ήδη πάντοτε μέσα του το θεμελιώδες βιοπολιτικό ρήγμα. Είναι συνεπώς αυτό που δεν μπορεί να ενσωματωθεί στο σύνολο του οποίου αποτελεί μέρος και δεν μπορεί να ανήκει στο σύνολο στο οποίο ήδη είναι ενσωματωμένο».[1]

Στην ποιητική συλλογή του Κώστα Βάρναλη, στη Βαρναλική ποιητική γραφή, ο 'λαός' ως 'διαφορικό' υποκείμενο δύναται να φέρει και το ρήγμα, τη διά-ρρηξη της ίδιας του της θέσης, του 'εαυτού' του, σημασιοδοτεί την 'ανεστιότητα' του, την προσίδια 'αθόρυβη' μνήμη του, την διαθετικότητα της 'δημιουργίας εκ του μηδενός',[2] όπως επισημαίνει ο Σάββας Μιχαήλ. Ο λαός δεν ανήκει παρά στον ιστορικό χρόνο, μετωνυμικός 'άγγελος' με την ρομφαία της υποκειμενικής 'πρόκλησης'.

Σε αυτό το σημείο, στο σημείο της 'δημιουργίας', ενσκήπτει το λαϊκό υποκείμενο της επανάστασης των 'από κάτω' (της μεσσιανικότητας), & ο ποιητής μέσα στο 'λαό-πλήθος' και στις 'δοκιμές' του. Το Χαϊντεγγεριανό 'θεμελιώδες βιοπολιτικό ρήγμα΄ μετουσιώνεται και στις 'δόκιμες' και 'α-δόκιμες' γραφές, στις διάστικτες πληγές, στην πορεία μέσα στην ιστορία.

Ο ποιητής επι-φέρει στο ποιητικό πεδίο την δύναμη-δυναμική των κινητοποιητικών ιδεών οι οποίες συνέβαλλαν στη διαμόρφωση της αστικής νεωτερικότητας, προβάλλει τις όψεις του μεσσιανικού, εγκολπώνεται 'παιγνιδίσματα', γλωσσικές εγκλήσεις, 'σαρκάζοντας' τα πλαίσια της υστεροφημίας.

Σε ένα σχεδόν κατανυκτικό κλίμα, ο Κώστας Βάρναλης δεν απορρίπτει παρά συναρθρώνει-συνυφαίνει δημιουργικά λόγους & παραδόσεις, το 'φορτίο' του κοινωνικά επώδυνου που 'ακουμπά' το μαρξικό πρόταγμα της κοινωνικής-ταξικής 'απελευθέρωσης', (ο ποιητής συγκροτεί το διχοτομικό αλλά σύνθετο στις εκφάνσεις του, σχήμα ''Άρχοντας & λαός''), προσιδιάζοντας προς την δόμηση μίας γενεαλογίας που 'εγγίζει' τα 'τοιχία' της ανθρώπινης ιστορίας, δια-περνά φωνές, 'μετουσιώνεται' στις διάστικτες 'θεάσεις' της 'Μάνας του Χριστού', (που 'επι-κοινωνεί με τους 'Πόνους της Παναγίας'), εκεί όπου επιτελείται ο μητρικός πόνος & θρήνος, η εκ νέου 'απο-κάλυψη' του σώματος, η φοβερή ιαχή: 'υιέ μου, υιέ μου'.

Ο λόγος ζητεί την ανα-στροφή, όπως στην έξοχη αναπαράσταση απόδοση του μητρικού θρήνου της Μεγάλης Παρασκευής στην περιοχή της Ηλείας: «Δε μου μιλάς παιδάκι μου, δε μου μιλάς παιδί μου;».[3] Επρόκειτο και για μία ιδιαίτερη ανάγνωση του Μπενγιαμικού 'χρόνου του τώρα', για την μεταφορά μίας Μάνας που μαρτυρεί το 'άλλο εξουσιαστικά ' ακατονόμαστο': 'υιέ μου, υιέ μου''.

 Ένας λόγος-χρησμός, ένα ποιητικό πράττειν που τείνει προς την 'εδαφικοποίηση' και του Μώμου-υιού της κάθε μητέρας και της 'σπαρακτικής' μητρότητας, του Μώμου-οδηγητή, του Μώμου-λαού, του Μώμου-εξέγερσης, αλλά και της μαϊμούς που ενέχει τους 'Νόμους' της προσφοράς και της διάθεσης.

Η Βαρναλική ποίηση προχωρά προς την κατεύθυνση των ''ρυθμιστικών διευθετήσεων της χρονικότητας''. Ο Σάββας Μιχαήλ αναφέρει: «Η δημιουργία γίνεται όχι in nihilo, αλλά in principio, στα λατινικά της Vulgata, Εν αρχή, στη μετάφραση των Ο', Μπερεσίτ στα εβραϊκά της Τορά».[4]

Και μία ποιητική δημιουργία που επαναφέρει την πάντα ένσαρκη Μαγδαληνή: «Κανείς (και πλήθη και σοφοί και μαθητάδες και γονιοί) δεν ξάνοιγε το σπαραγμό στα θάματα σου πίσω κι αν πρόσμενες το λυτρωμό σου από την άδικη θανή, Εγώ μονάχα το νιωσα, που είμουνα λάσπη και κοινή… πόσο, Χριστέ σουν άνθρωπος! Κ' εγώ θα σ' αναστήσω!».[5]

'Το Φως που Καίει' συνιστά μία ριζοσπαστική τομή στην ελληνική ποίηση, στις αρχές του 20ου αιώνα, αρθρώνοντας παράλληλα μία αντίθετη και 'γόνιμη' ελληνικότητα, αντλώντας υλικό και από το 'υπόστρωμα' του καθημερινού, από τις ευρύτερες κοινωνικές αναγνωρίσεις. Στο 'Φως που Καίει' λαμβάνει χώρα μία ποιητική οντολογία που 'παράγει' υποκείμενα που αναζητούν.

Ο Κώστας Βάρναλης, με τον δικό του ιδιαίτερο ποιητικό τρόπο, στο 'Φως που Καίει', κωδικοποιεί την διερώτηση που θέτει ο Frantz Fanon, στο βιβλίο του 'Μαύρο Δέρμα, Λευκές Μάσκες': «Ω σώμα μου, κάνε με πάντα έναν άνθρωπο που θέτει ερωτήματα!».[6]

Διερωτήσεις που δύνανται να 'ανιχνεύσουν' τις όψεις της ανθρωπινότητας, που επαναπροσδιορίζουν το σώμα στην κατεύθυνση της ίδιας της 'αναζήτησης' της απορίας, διερωτήσεις που ως έγκληση και 'έκκριση', παλινδρομούν μεταξύ Προμηθέα, Ιησού & Μώμου, ο οποίος, δια-κρατώντας το όνομα της 'ευτέλειας', συν-διαλέγεται με το βάθος των ιδεών, ανα-καλώντας τα πεδία της 'αναγνώρισης' του υποκειμένου. Το ποιητικό σώμα 'προφέρει' τις διερωτήσεις: ποια είναι η ευρύτητα της πράξης; πως ανακύπτει ο λόγος των αντιθέσεων;.

Η Βαρναλική ποιητική, παραπέμπει στους συμβολισμούς των χρήσιμων 'αφιερώσεων' για να αναφερθεί στους όρους της ανθρώπινης εντοπιότητας, σε μία Μητέρα που θρηνεί για τους όρους της 'απο-λύτρωσης', σε έναν 'Οδηγητή' ο οποίος καλεί διαρκώς και εγκαλεί. Τον χρόνο και τον χώρο της εντροπίας.

'Το Φως που Καίει' καθίσταται μία ποιητική συλλογή που αρθρώνει έναν πρωτεϊκό-μητρικό ριζοσπαστικό λόγο, που εναλλάσσεται μεταξύ βίου και απαντοχής, θανάτου και συμβολισμού του, αίματος και 'τιμώμενης' λέξης, θυσίας και πρόσληψης της, φέροντας παράλληλα τις τομές του Fanon, τι τομές του ίδιου του ελληνικού και μη αιώνα: «Ω σώμα μου, κάνε με πάντα έναν άνθρωπο που θέτει ερωτήματα».

'Ερωτικός ίμερος' δύναται να καταστεί και η ποιητική φορά, ο ποιητικός και μη αγώνας και η 'αγωνία' του. Η ίδια η 'αγωνία' για την μεταβολή, για την άλλη ανθρωπινότητα του κόσμου.

Και όπως επισημαίνει η Judith Butler, «μόνο όταν ο εαυτός μπορεί να ανακτήσει και να διερευνήσει τον εαυτό του, είναι δυνατόν να υπάρξουν οι ιδεώδεις συνθήκες για έναν ανθρώπινο κόσμο».[7]

 

_

γράφει ο Σίμος Ανδρονίδης

 

 

_____

[1] Αναφέρεται στο: Αθανασίου Αθηνά, ‘Τεχνολογίες του ανθρώπινου, απορίες της βιοπολιτικής και το διαμελισμένο σώμα της ανθρωπότητας’, στο: Αθανασίου Αθηνά, (επιμ.), ‘Ζωή στο όριο. Δοκίμια για το σώμα, το φύλο και τη βιοπολιτική’, Εκδόσεις Εκκρεμές, Αθήνα, 2007, σελ. 63.

[2] Βλέπε σχετικά, Μιχαήλ Σάββας, ‘Το έργο της απουσίας’, στο: Μιχαήλ Σάββας, (επιμ.), ‘Homo Liber. Δοκίμια για την Εποχή, την Ποίηση και την Ελευθερία’, Εκδόσεις Άγρα, Αθήνα, 2016.

[3] Βλέπε σχετικά, ‘Μεγάλη Παρασκευή: Τα Πάθη του Χριστού στη λαϊκή ποίηση- Ο θρήνος της Παναγίας’, ‘Τελευταία Έξοδος’, Απρίλιος 2017, teleytaiaexodos.blogspot.gr.

[4] Βλέπε σχετικά, Μιχαήλ Σάββας, ‘Το έργο της απουσίας’, στο: Μιχαήλ Σάββας, (επιμ.), ‘Homo Liber. Δοκίμια για την Εποχή, την Ποίηση και την Ελευθερία’, Εκδόσεις Άγρα, Αθήνα, 2016, σελ. 137. Ένας εκτατικός θρήνος, ένας ίδιος και ‘άλλος’ ‘Επιτάφιος’ του Γιάννη Ρίτσου. Ο θρήνος της Παναγίας, της μητέρας, εγκολπώνεται το ‘μη-πρέπον΄, την θηλυκότητα που ΄θυσιάζεται’ στο βωμό της λέξης & του σώματος, την ‘εξορία’ πάνω στο σταυρό, προσδιορίζοντας τον χώρο: για κάθε εσταυρωμένο, η ‘επωνυμία’ του πένθους: μήτρα (‘matrix’). O θρήνος είναι η δική της ‘εξέγερση’.

[5] Βλέπε σχετικά, Βάρναλης Κώστας, ‘Η Μαγδαληνή’, Ποιητική συλλογή, ‘Το Φως που Καίει’, Εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα, 1976, σελ. 79.

[6] Αναφέρεται στο: Μπάτλερ Τζούντιθ & Αθανασίου Αθηνά, ‘Απ-αλλοτρίωση. Η επιτελεστικότητα στο πολιτικό’, Μετάφραση: Κιουπκιολής Αλέξανδρος, Εκδόσεις Τόπος, Αθήνα, 2016, σελ. 120

[7] Βλέπε σχετικά, Μπάτλερ Τζούντιθ & Αθανασίου Αθηνά, ‘Απ-αλλοτρίωση…ό.π., σελ. 121.

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Εγγραφείτε στο newsletter

Οδηγός ιστοσελίδας

Αθήνα Παγκόσμια Πρωτεύουσα Βιβλίου

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος