William Shakespeare “Τα Σονέτα”

17.02.2020

William Shakespeare: “Τα Σονέτα”

Εκδ. Δημοτικό Περιφερειακό Θέατρο Αγρίνιου, 2018

Μετάφραση: Γιώργος Μικέλλης

ISBN: 970-960-86633-3-6

Βιβλιοκριτική – Κείμενο:

Γρηγόρης Σκιαδάς

 

Ο Γιώργος Μικέλλης στο μεταφραστικό έργο του “Σαίξπηρ, Τα Σονέτα” επιχειρεί να αποδώσει στην ελληνική γλώσσα ένα σημαντικό έργο τού μεγάλου Άγγλου δημιουργού. Αποτέλεσε δύσκολο εγχείρημα το να αναλάβει, μέσω της μεταφραστικής οδού, να γνωρίσει στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό ένα έργο και ένα ποιητικό είδος αντιμετωπίζοντας, ταυτόχρονα, πολλά και σημαντικά για τη λογοτεχνική μετάφραση ζητήματα. Η απόδοση τού μεγάλου δραματουργού και του συγκεκριμένου ποιητικού είδους – του σονέτου – σε οποιαδήποτε άλλη γλώσσα φαντάζει εξαιρετικά δύσκολη, μάλλον αδύνατη, αν περιοριστούμε σε καθαρά γλωσσικά κριτήρια. Οι απαιτούμενες δεξιότητες απόδοσης καθιστούν κάθε προσπάθεια τού μεταφραστή απαιτητική, δύσκολη, αλλά και ελκυστική.

Ο Γιώργος Μικέλλης, άριστος χρήστης της αγγλικής και ελληνικής γλώσσας, βασίζεται στις φιλολογικές του σπουδές (έχει σπουδάσει αγγλική φιλολογία και θεατρολογία) και σε μια ξεχωριστή αισθητική του ποιητικού λόγου. Έχοντας βαθιά γνώση του σαιξπηρικού γλωσσικού και λογοτεχνικού περιβάλλοντος, καθώς και των άλλων των έργων του μεγάλου δραματουργού, προσεγγίζει τα σονέτα με “σαιξπηρική” διάθεση. Το μεταφραστικό αποτέλεσμα παρουσιάζεται, κατά την ταπεινή μου γνώμη, ως άκρως ενδιαφέρον και επιτυχημένο αφού ο ίδιος ο μεταφραστής καταδεικνύει τον απαιτούμενο σεβασμό στο λόγο, τη θεματολογία και στα νοήματα του πρωτότυπου, τα οποία διατηρεί στο ακέραιο. Διαβάζοντας τα σονέτα στη μετάφρασή τους και συγκρίνοντάς τα με το αυθεντικό κείμενο από την πρώτη έκδοση του 1609, παρατηρώ τη μεταφραστική διεργασία να αναπτύσσεται άκρως επιτυχημένα ταυτόχρονα σε τρία διαφορετικά επίπεδα.

  1. Μεταφραστικό επίπεδο

Το ζητούμενο, το οποίο είναι και πρόκληση για το μεταφραστή σε κάθε μεταφραστική διεργασία, είναι το αποτέλεσμα να αποτελεί και το ίδιο λογοτεχνικό είδος που ταυτίζεται με το πρωτότυπό του. Ο Γιώργος Μικέλλης καταφέρνει να μεταφέρει στην ελληνική γλώσσα ακριβώς αυτό που παραλαμβάνει από το μεγάλο δημιουργό. Παράγει ένα, κοντά στο πρωτότυπο, ποιητικό έργο συμπεριλαμβάνοντας στη μητρική του γλώσσα όλα τα χαρακτηριστικά των σονέτων του Σαίξπηρ. Διατηρεί και, μέσω του τελικού αποτελέσματος, προβάλλει το πλούσιο περιεχόμενο των σονέτων μένοντας πιστός στο ύφος, τη μορφή, την ουσία, το περιεχόμενο και τα νοήματά τους.

  1. Γλωσσικό επίπεδο

Διατηρεί τις γλωσσικές χάρες του πρωτότυπου, τις οποίες και μεταφέρει στη νεοελληνική γλώσσα επιτυγχάνοντάς το με την προσεκτική -σχεδόν ευλαβική-προσαρμογή του αγγλικού κειμένου σε αυτή. Καταφεύγει σε προσεγγίσεις και στρατηγικές οι οποίες καθιστούν τα σονέτα προσεγγίσιμα και αναγνωρίσιμα ως έργο ποιητικής τάξης από τον αναγνώστη τους. Χρησιμοποιεί τα κατάλληλα λεξικά στοιχεία τα οποία του δίνουν τη δυνατότητα να παραμένει κοντά στον πρωτότυπο ποιητικό λόγο ως προς το νόημα και το ύφος. Βασικό εργαλείο αποτελεί η επιλογή του Γιώργου Μικέλλη να “θυσιάσει” την ομοιοκαταληξία και τον αριθμό των συλλαβών κάθε στίχου του αυθεντικού κειμένου χρησιμοποιώντας ένα δεκαπεντασύλλαβο ιαμβικό ανομοιοκατάληκτο στίχο αυξάνοντας τους πόδες του σαιξπηρικού στίχου (ιαμβικό πεντάμετρο) και τις συλλαβές από δέκα σε δεκαπέντε.

  1. Αισθητικό επίπεδο

Το τρίτο επίπεδο είναι αυτό που ο αναγνώστης αντιλαμβάνεται καλύτερα αφού αφήνεται στην πανδαισία των μηνυμάτων, των εικόνων και των νοημάτων. Μη γνωρίζοντας συχνά πολλά από αυτά που αναφέρονται στα δύο προηγούμενα επίπεδα τού δίνεται η ευκαιρία να απολαύσει το αριστούργημα του Σαίξπηρ στη δική του γλώσσα. Οι λεξικές επιλογές του μεταφραστή βρίσκονται κοντά στις γνωστικές, αισθητικές και καλλιτεχνικές εμπειρίες του έλληνα αναγνώστη, ώστε σύντομα να το κάνει δικό του κτήμα. Η επιμελής επιλογή των γλωσσικών σχημάτων και των λεξικών στοιχείων από το μεταφραστή κατά την ανάγνωση του κειμένου οδηγεί τον αναγνώστη σε ένα ταξίδι αισθήσεων και ψυχοσυναισθηματικών διαδικασιών. Ο αναγνώστης αισθάνεται να ζει το περιβάλλον που το σονέτο περιγράφει και του δημιουργείται η αίσθηση ότι τα γεγονότα εξελίσσονται εμπρός του σα σε σκηνή μικρού θεάτρου. Οι λέξεις τον κάνουν να βλέπει, να νιώθει, να αγγίζει, να μυρίζει και τελικά να αντικρίζει το δικό του κόσμο, τις δικές του εμπειρίες σε μια πορεία προσωπικής αυτοκάθαρσης και, συχνά, αυτολύτρωσης. Όλα τα παραπάνω αποτελούν χαρίσματα του έργου τού Σαίξπηρ αφού ο ίδιος έχει αναδειχτεί σε άριστο γνώστη της ανθρώπινης ψυχής και προσωπικότητας.

Παρατίθενται από το παραπάνω βιβλίο τα σονέτα 18 και 116 καθώς και τις μεταφράσεις τους από το Γιώργο Μικέλλη ως αντιπροσωπευτικό δείγμα του συνολικού μεταφραστικού του έργου.

 

 

Sonnet 18

Shall I compare thee to a summer’s day?

Thou art more lovely and more temperate:

Rough winds do shake the darling buds of May,

And summer’s lease hath all too short a date:

Sometime too hot the eye of heaven shines,

And often is his gold complexion dimmed,

And every fair from fair sometime declines,

By chance, or nature’s changing course untrimmed:

But thy eternal summer shall not fade,

Nor lose possession of that fair thou ow’st,

Nor shall death brag thou wander’st in his shade,

When in eternal lines to time thou grow’st,

So long as men can breathe, or eyes can see,

So long lives this, and this gives life to thee.

 

 

Σονέτο 18

Με μέρα του Καλοκαιριού εσένα θα συγκρίνω;

Εσύ ’σαι ομορφότερος, πιο μετρημένος είσαι:

σκληροί βοριάδες σείουνε του Μάη τα μπουμπούκια

κι ο χρόνος του Καλοκαιριού όλο και λιγοστεύει.

Πότε το μάτι τ’ ουρανού πυρέσσει και φωτίζει,

άλλοτε γίνεται θαμπή η όψη η χρυσή του,

κάθε ωραίο χάνει την, τότε, την ομορφιά του,

η τύχη και οι αλλαγές τής φύσης το μαραίνουν.

Μα Θέρος ατελείωτο εσύ θα έχεις πάντα,

η ομορφιά δεν χάνεται που τώρα σε στολίζει

κι ο χάρος δεν θα καυχηθεί πως σ’ έχει κυρίευση

στους στίχους τούς αθάνατους, σαν ζεις εσύ κι ο χρόνος.

Όσο οι άνθρωποι μπορούν να ζούνε και να βλέπουν,

οι στίχοι μου θα ζήσουνε, ζωή για να σου δίνουν.

 

 

 

Sonnet 116

Let me not to the marriage of true minds

Admit impediments. Love is not love

Which alters when it alteration finds,

Or bends with the remover to remove:

O, no! it is an ever-fixed mark,

That looks on tempests and is never shaken;

It is the star to every wandering bark,

Whose worth’s unknown, although his height be taken.

Love’s not Time’s fool, though rosy lips and cheeks

Within his bending sickle’s compass come;

Love alters not with his brief hours and weeks,

But bears it out even to the edge of doom.

If this be error and upon me proved,

I never writ, nor no man ever loved.

 

Σονέτο 116

Στην ένωση πιστών ψυχών αιτία ας μην έχω,

εμπόδια να δέχομαι∙ αγάπη που αλλάζει,

όταν βρεθεί σε αλλαγές, αγάπη δεν λογιέται

ή που αλλάζει, σαν αυτός που αγαπά αλλάζει.

Μα όχι, είν’ αθάνατο φως φάρου ριζωμένου,

που τις φουρτούνες τις θωρεί, χωρίς να τις φοβάται∙

είναι τ’ αστέρι που οδηγεί κάθε χαμένο πλοίο

μ’ αξία που δεν ξέρουμε, μα ξέρουμε το ύψος.

Του Χρόνου γελωτοποιός δεν είναι η αγάπη

κι ας πιάνει στο δρεπάνι του τα μάγουλα, τα χείλια∙

ώρες, βδομάδες σαν περνούν, αυτή δεν την αλλάζουν,

αλλά αντέχει και κρατά, ώσπου να ΄ρθει το τέλος.

Αν όμως σφάλλω και αυτό μπορούν να τ’ αποδείξουν,

κανένας δεν αγάπησε, δεν έγραψα ποτέ μου.

 

_

Ο Γρηγόρης Σκιαδάς είναι Συντονιστής Εκπαιδευτικού Έργου Αγγλικής Γλώσσας στην Περιφέρεια Εκπαίδευσης Δυτικής Ελλάδας

Ακολουθήστε μας!

Κερδίστε το!

Οδηγός ιστοσελίδας

Αρχείο

0 σχόλια

0 Σχόλια

Υποβολή σχολίου