Προκλητικός και μισαλλόδοξος λόγος
Νεοελληνική Γλώσσα Γ΄ Λυκείου
Κριτήριο Αξιολόγησης
–
Κείμενο I
Η αντιμετώπιση του προκλητικού και του μισαλλόδοξου λόγου
Κατά το «φιλελεύθερο» δόγμα για το δικαίωμα έκφρασης η ελευθερία του λόγου έχει μια προεξέχουσα θέση, επιχείρημα που στηρίζεται σε θεωρίες, οι οποίες πηγάζουν κυρίως από τη σημασία του λόγου στο δημοκρατικό πολίτευμα και δευτερευόντως από τη σύνδεσή του με την προσωπική ολοκλήρωση του ατόμου. Το προβάδισμα αυτό αφορούσε αρχικά τον πολιτικό λόγο. Με την εξέλιξη όμως της νομολογίας του Ανώτατου Δικαστηρίου των ΗΠΑ κάθε κατηγορία έκφρασης έτεινε να ενταχθεί στον πολιτικό λόγο. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι δινόταν μεγάλο βάρος στη σημασία του διαλόγου σε μια δημοκρατική κοινωνία, η οποία επιβάλλει να μην αποκλείεται καμιά ιδέα από τη δημόσια αντιπαράθεση, ενώ η αρχή της αυτοκυβέρνησης συνυφασμένη με την έννοια της ατομικής αυτονομίας και της ολοκλήρωσης του εαυτού απαιτούν το σεβασμό στην ελεύθερη έκφραση κάθε άποψης όση δυσφορία κι αν προκαλεί αυτή. Έτσι εξηγείται η σχεδόν απόλυτη προστασία της οποίας χαίρει κάθε γενικό πολιτικό μήνυμα, έστω και αν κάποιοι προσβάλλονται ή ενοχλούνται και ας πληρώνεται το τίμημα της χαλάρωσης της τάξης. Η διαδικασία της στάθμισης που διαμόρφωσε το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ απέδειξε τελικά ότι ο κανόνας είναι η προστασία του λόγου και η εξαίρεση ο περιορισμός του, όταν συντρέχει άμεσος και παρών κίνδυνος. Αυτή είναι η έννοια της σχεδόν απόλυτης προστασίας.
Μια δεύτερη κατηγορία επιχειρημάτων του μοντέλου αυτού προστασίας του λόγου στρέφεται κατά των απαγορεύσεων του λεγόμενου «hate speech» και υποστηρίζει ότι τέτοιου είδους απαγορεύσεις δεν προσφέρουν ως ρύθμιση τίποτα ουσιαστικό στην κοινωνική συμβίωση και έχουν αντίθετα αποτελέσματα από τα επιθυμητά. Πλούσια είναι τα παραδείγματα ειδικότερα από την περίπτωση του μισαλλόδοξου λόγου. Η απαγόρευση αυτού του είδους λόγου μπορεί για κάποιους να είναι θεμιτή, γιατί θεωρούν το περιεχόμενό του απεχθές. Δεν ισχύει όμως το ίδιο για όλους. Κάτι που είναι ιδιαιτέρως δυσάρεστο για τον έναν μπορεί να βρίσκει σύμφωνο τον άλλο. Αυτή η διαφωνία και η αδυναμία να διαχωριστεί κάθετα τι είναι ευάρεστο και τι όχι συνεπάγεται την αδυναμία να επιλεγεί τι πρέπει να θεωρείται επιτρεπόμενος λόγος και τι απαγορευμένος. Η απαγόρευση λοιπόν μιας συγκεκριμένης μορφής λόγου δεν προσφέρει καμιά λύση, αλλά αντίθετα τραυματίζει την ελευθερία της έκφρασης και ανοίγει το δρόμο για μια καταστροφική για την ελευθερία λόγου πορεία που δεν έχει γυρισμό.
Η αντίθετη μετριοπαθής πλευρά δεν προσδίδει στο δικαίωμα έκφρασης της γνώμης εξέχουσα θέση, παρά ενδιαφέρεται εξίσου για την ισότητα και την ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Για τους υποστηρικτές των απαγορεύσεων στον προκλητικό λόγο που οδηγεί στη βία και στον μισαλλόδοξο λόγο υπάρχουν σημαντικά συμφέροντα που πρέπει να προστατευτούν και που δικαιολογούν την υποχώρηση σε ορισμένες περιπτώσεις της ελευθερίας του λόγου. Η προστασία των μειονοτήτων είναι ένα από αυτά. Οι μισαλλόδοξες και ρατσιστικές ιδεολογίες στρέφονται ενάντια στις καταπιεσμένες μειονότητες καθιστώντας δυσκολότερη κάθε προσπάθεια στήριξής τους. Η απαγόρευση των ρατσιστικών μηνυμάτων είναι ένα από τα βήματα που βοηθούν στην αποκατάσταση της θέσης των μειονοτικών πληθυσμών στην κοινωνία. Η επικράτηση της ισότητας και η εξάλειψη των διακρίσεων επιτυγχάνεται ευκολότερα με τον περιορισμό των μισαλλόδοξων απόψεων. Για τους υποστηρικτές των απαγορεύσεων η υπερβολική ελευθερία στο δικαίωμα γνώμης είναι επικίνδυνη, γιατί κινδυνεύει να οδηγήσει σε ασυδοσία. Υπάρχει ο φόβος ότι η δημοκρατία και ο ελεύθερος διάλογος δεν αρκούν, αλλά απαιτούνται και κάποιες ασφαλιστικές δικλείδες, έστω και εις βάρος της ελευθερίας του λόγου. Η αιματοβαμμένη ιστορία άλλωστε της Ευρώπης έχει αποδείξει ότι οι ολοκληρωτικές ιδεολογίες μπορούν να κυριαρχήσουν. Έτσι εξηγείται η ευαισθησία των ευρωπαϊκών κρατών στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια και την ισότητα.
Επιπλέον, κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει ότι ο προκλητικός και o μισαλλόδοξος λόγος είναι για κάποιους ιδιαίτερα προσβλητικός. Πολύ συχνά τα λόγια καταφέρουν πληγές μεγαλύτερες και βαθύτερες από τα όπλα. Προκαλούν ψυχική οδύνη, η οποία δε σβήνεται απλώς με έναν αντίλογο. Το συναισθηματικό άλγος των ανθρώπων που γίνονται αποδέκτες προκλητικών και μισαλλόδοξων μηνυμάτων δε μπορεί να το καταλάβει παρά μόνο κάποιος που το έχει υποστεί. Μολονότι η αξία της ελεύθερης έκφρασης είναι πολύτιμη, δεν πρέπει όλες οι μορφές της να αντιμετωπίζονται το ίδιο. Τα μισαλλόδοξα και ρατσιστικά λόγια δεν συμβάλλουν επ’ ουδενί ούτε στη διεξαγωγή του διαλόγου, ούτε στην πρόοδο. Η απαγόρευσή τους δεν είναι συνεπώς μόνο θεμιτή, αλλά και άκρως αναγκαία. Ακόμα κι αν ο περιορισμός δεν οδηγήσει στην κατάργηση του ρατσισμού, έχει παρόλα αυτά συμβολικό και παιδευτικό χαρακτήρα.
Αρετή Λιακάκη, Διπλωματική εργασία: «Η Ελευθερία Έκφρασης και ο Προκλητικός Μισαλλόδοξος Λόγος κατά το Εθνικό και Υπερεθνικό Δίκαιο», 2016
Για να δείτε ολόκληρο το κριτήριο κλικ εδώ!
Για να δείτε όλα τα κριτήρια αξιολόγησης κλικ εδώ!
–











