Πέτρες, βότσαλα κι αφροί,
δώσαν τη θέση τους
στην ταραχή του κύματος
που έφερε ο χειμώνας.
Γλάροι λευκοί,
κατάλευκοι, σημαδεμένοι,
από μιας βροχής την εντολή.
Πότε το φως θα πλημμυρίσει τις κορφές;
Φαίνονταν πιο γλαφυρές,
μ’ άρπαζε το κεντρί τους.
Τώρα, μεγάλη η αναμονή
κι η νοσταλγία ονειρική,
γι’ άλλους καιρούς,
για ακρογιαλιές που σε τραβούν
με τους λαμπυρισμούς τους.
Ποτέ δε μ’ άρεσε η θάλασσα.
Πάντοτε όμως μ’ έτερπε
το γαλανό της χάδι.
Να το βλέπω.
Τώρα, κατάγκριζη,
ωχρή,
στο παρελθόν απήλθε,
εθιστική,
ν’ αναμοχλεύει μνήμες.
Και περιμένω.
Καρτερώ να ξαναβρώ
το πάντρεμα τ’ ανάλαφρο,
του αφρού με τον αέρα.
Τις καλαμιές που γέρνουνε,
με το νερό φιλιούνται.
Και τον απέραντο οργασμό
του ήλιου, που κάθε δειλινό
μες στο βυθό βουτάει.
Κι όλα αυτά παίζουν στο μυαλό,
το σφυροκοπημένο
από χειμώνα ατέλειωτο,
χλωμό,
σαν φύλλο σάπιο,
ορφανό,
μες στον καιρό θλιμμένο.
_
γράφει ο Αλέξιος Πολυχρονόπουλος








0 Σχόλια