Περιμένω. Σε κλειστά διαμερίσματα.
Σκεπάζω τη σιωπή σ’ ήχους άλλων.
Μου μιλούν σ’ ασφαλή απόσταση θορύβου.
Οι κουρτίνες κλειδωμένες στο καθήκον.
Έχει καεί η σάρκα τους
στην ορθοστασία.
Μυρίζουν ύφασμα στάχτης
οι βαθιές ρυτίδες.
Σκεπάζουμε τα μάτια μας
εδώ
από το τόσο φως
σαν τους πεθαμένους.
Εδώ, δεν έχει άνθη
δεν έχει φύλλα να ψηλαφίσεις
αυγής μπουμπούκια. 
Ατέλειωτη μέρα ο κάματος της όρασης.
Πόλη μηρυκάζει αποφάγια ίσκιου
στην ανίατη κάψα της σποράς της.
Δεν έχει άνθη ελιάς
το μπαλκόνι.
Μόνο πλαστικός βλαστός ιδρώνει
στο σαλόνι
γυαλίζοντας πρόστυχα σε μια 
αχρείαστη γλάστρα.
Σ’ απομιμήσεις αισθημάτων
καλείσαι να σμιλέψεις
κροτίδες λάμψης.

Περιμένω. Τη θάλασσα που είπε 

πως θα με προικίσει
μ’ υπομονή ναυτικού,
με πυξίδα
αποδημητικού.
Μονίμως εξόριστος
της βολής μου.
Αναστέλλοντας θεραπείες του αυχένα.
Βαρύς σαν κόσμημα
που καλοβλέπουν
βουλιμικά οι τοκογλύφοι. 
Σ’ εμένα
ο βόμβος της κεφαλής
δεν έφερε κανένα κέρδος.
Βέβαια, δεν τον πούλησα σε κανέναν.
Γερνώ μαζί του. Γέρνω
ν’ αποφύγω ήλιο.
Μην με βρει το φως και βγάλω καρπούς.
Μην με δουν οι καταχραστές.
Μην με συλλάβουν οι χρεωστές
της φωτοσύνθεσης.

Σοδειά λαθροκλεμμένη από τους χορτάτους 

της νηστείας.
Σοδειά θα κυλήσει βαριά
κάποτε στο χώμα
ώριμη
ανήμπορη ν’ αντέξει
την απαίτηση της γης.
Όπως ακριβώς ο αυχένας μου.
Περιμένω δημόσια. Τη θάλασσα. 
Να γλιστρήσω το χρώμα μου
στο αλάτι
πριν η γη απαιτήσει
το βάρος της.

 

_

γράφει ο Τάσος Μιχαηλίδης