Select Page

Αλάθητο ένστικτο

Αλάθητο ένστικτο

 
Με σβέλτες και σπιρτόζικες κινήσεις που την έκαναν να μοιάζει με αερικό, πηγαινοερχόταν από την ντουλάπα στο κρεβάτι κρατώντας στα δόντια, πότε μια μπλούζα, πότε ένα παντελόνι, πότε ένα εσώρουχο και τα έσερνε μέχρι τις ανοιχτές βαλίτσες.

«Νανού, κάτσε κάτω!» της φώναζε αυστηρά η Κλέλια, που έβλεπε τα φρεσκοσιδερωμένα ρούχα της να μετατρέπονται σε σφουγγαρόπανα. Η Νανού απτόητη, έκανε αυτό που της υπαγόρευε το σκυλίσιο ένστικτό της, αφού το να λογαριάζεται ως ισότιμο μέλος του σπιτιού ήταν αδιαπραγμάτευτη συνθήκη γι’ αυτήν. Είχε βέβαια και την αβάντα του Γιώργου που την έκανε χάζι, καθώς την κοιτούσε να κουνάει την ουρά σαν σημαία και άκουγε τις πατούσες της να συνθέτουν στα πλακάκια τον ήχο της χαράς της.

Όταν καταλάβαινε πως ξεπερνούσε τα όρια και το ζευγάρι θύμωνε μαζί της, άρχιζε τα τσαλίμια και τις γαλιφιές και σαν αστραπή ορμούσε στην αγκαλιά τους, αφήνοντας με την υγρή της γλώσσα τα σημάδια της αγάπης της πάνω στο πρόσωπό τους. Έλιωναν κι οι δυο, καθώς την έβλεπαν να βιώνει την ετοιμασία του ταξιδιού με την ίδια χαρά που είχαν και κείνοι. Και πώς να μην είχαν! Χρόνια είχαν να πάνε διακοπές, αφού οικονομικοί λόγοι τους στερούσαν τη δυνατότητα να απολαμβάνουν μικρές πολυτέλειες, αν θεωρείται πολυτέλεια ό,τι προσφέρει ψυχική και πνευματική ανάταση. Κι όμως αυτή η ολιγοήμερη ψυχική ανάταση που τη λαχταρούσαν σαν ένα φιλί ζωής και την προετοίμαζαν με πολλές στερήσεις και οικονομίες, λίγο έλειψε να τιναχτεί στον αέρα όταν το απόστημα που εμφανιζόταν συχνά πυκνά και κακοφόρμιζε τη σχέση τους έσπασε τελευταία στιγμή, λες και περίμενε εκείνη την ώρα για να τους ανατρέψει τα σχέδια.

Λάπτοπ το όνομά του και η θέα του μέσα στη βαλίτσα του Γιώργου πυροδότησε έναν ακόμη καυγά, από κείνους τους ομηρικούς που ξεσπούσαν κάθε φορά που εκείνος περνούσε ώρες ατελείωτες μπροστά του, αδιαφορώντας για οτιδήποτε συνέβαινε τριγύρω του.

Όλοι οι προηγούμενοι διαπληκτισμοί όμως ωχριούσαν μπροστά στον τσακωμό εκείνης της ημέρας και στο τελεσίγραφο, που σαν ύστατο χαρτί πέταξε η κοπέλα και  δεν άφηνε περιθώρια διαπραγμάτευσης.

«Ή με μένα θα πας διακοπές ή με το λάπτοπ. Αποφάσισε!» του είπε στακάτα και μ’ ένα βλέμμα κοφτερό, σαν λεπίδι, του έδωσε να καταλάβει πως δεν αστειευόταν. Εκείνος για να μην ρίξει κι άλλο λάδι στη φωτιά, προσπάθησε να καταπιεί το θυμό του που του ‘χε κάτσει σαν κουκούτσι στο λαιμό, έβγαλε το λάπτοπ από τη βαλίτσα και το πέταξε πάνω στο κρεβάτι, κάνοντας τη  Νανού να λουφάξει  κάτω από τα κλινοσκεπάσματα από το φόβο της.

Η επόμενη μέρα τους βρήκε μουτρωμένους να φτάνουν στο νησί αλλά, κάτι η ηρεμία του τοπίου, κάτι η Νανού που με τα παιχνίδια της λειτουργούσε ως καταλύτης στις διενέξεις τους, ήρθαν και χαλάρωσαν και σιγά σιγά μπήκαν στο κλίμα των διακοπών.

Μπάνια, παιχνίδια στη θάλασσα και πολύωρες βόλτες στις γαλανόλευκες γωνιές του νησιού, κάτω από τον καυτό ήλιο που πύρωνε τα νοτισμένα από στερήσεις κορμιά τους, ήταν γι’ αυτούς ξεχασμένες απολαύσεις που τις ρουφούσαν και τις γεύονταν με τη λαχτάρα του διψασμένου, εκείνου που δε θέλει να αφήσει να πάει χαμένη ούτε μια στάλα από το ποτήρι του.

Οι μέρες κύλησαν ξέγνοιαστα και το τελευταίο πρωινό, η κοπέλα συνόδευσε το σκυλάκι στην προγραμματισμένη του βόλτα αφού ο σύντροφός της, που συνήθιζε να το κάνει, δυσκολευόταν να ξυπνήσει.

Ο ήλιος ξεμύτιζε δειλά, όταν βρέθηκαν να διασχίζουν τα λιθόστρωτα στενορύμια του νησιού που κοιμόταν ακόμη κάτω από το ανάριο σεντόνι της αλισάχνης. Τα κυανά πορτοπαράθυρα των σπιτιών ήταν σφαλιστά και μόνο οι πληθωρικές βουκαμβίλιες ανακλαδίζονταν και σκορπούσαν καλημέρες με τα άλικα φιλιά τους. Με τη Νανού να προπορεύεται με τη σιγουριά που της έδινε ο γνώριμος δρόμος, σταμάτησαν στην αυλή μιας καφετέριας την ώρα που ο ιδιοκτήτης πότιζε τα βασιλικά και τα διοσμαρίνια στις αλτάνες. Ένα ανεπαίσθητο αεράκι αναρίγησε και ράντισε την ατμόσφαιρα με σύμμικτες ευωδιές, τη στιγμή που η σκυλίτσα ξέφυγε από το λουράκι που την κρατούσε χαλαρά και μ’ ένα εναέριο λάκτισμα πέρασε ξυστά από τα αρωματικά φυτά και βρέθηκε γραπωμένη από το μπατζάκι του. Εκείνος παράτησε το λάστιχο και της χάιδεψε τα αυτιά με λατρεία, αφήνοντας την κοπέλα άναυδη με την οικειότητα που είχε αναπτυχθεί μεταξύ τους.

«Από πού τον ξέρει και είναι τόσο διαχυτική μαζί του; Κι εκείνος; Μοιάζει να την γνωρίζει καλά» αναρωτήθηκε σμίγοντας τα φρύδια με καχυποψία.

«Είσαι η Κλέλια, έτσι δεν είναι; Να, εδώ με το κορίτσι και τον Γιώργο τα λέμε κάθε πρωί, μέχρι να ετοιμαστεί το καφεδάκι του» της είπε χαμογελαστά κι έτεινε το χέρι του για να την χαιρετήσει. Στα χείλη της κοπέλας σχηματίστηκε ένα προσποιητό μειδίαμα και τον κοίταξε ξαφνιασμένη, αφού ο σύντροφός της δεν της είχε μιλήσει γι’ αυτόν. Όσο το χέρι της κρεμόταν από το δικό του σαν σπασμένο κλαρί, με την κόχη του ματιού της διέσχιζε τον όμορφα διακοσμημένο χώρο στο εσωτερικό της καφετέριας. Απ’ άκρη σ’ άκρη τον ανίχνευσε κι αφού προσπέρασε όλα τα φινετσάτα αντικείμενα, πήγε και κόλλησε πάνω στο ένα, το μοναδικό, εκείνο που αποτελούσε την πέτρα του σκανδάλου στη σχέση της. Ένα λάπτοπ βρισκόταν σε περίοπτη θέση πάνω στον μπουφέ, ενεργοποιημένο κι έτοιμο να προσφέρει τη συντροφιά του σε όποιον την αποζητούσε.

Μεμιάς, αμέτρητες φαρμακερές ακίδες πέρασαν μπροστά από τα μάτια της και σαν βέλη καρφώθηκαν στο μέρος της καρδιάς, όταν φαντάστηκε τον σύντροφό της να κάθεται μπροστά στην οθόνη παίζοντας άπληστα τα παιχνίδια που του άρεσαν και τη Νανού να μπαινοβγαίνει στη θάλασσα ολομόναχη, αναζητώντας στα κύματα τη συντροφιά που της έλειπε.

«Γι’ αυτό προθυμοποιήθηκε να βγάζει  εκείνος βόλτα τη Νανού κι όχι για να κοιμάμαι εγώ λίγο παραπάνω, όπως με παραμύθιαζε. Ο κύριος άφηνε επιδεικτικά και το κινητό του πάνω στο κομοδίνο, για ξεκάρφωμα» μονολογούσε, λοιδορώντας τον εαυτό της για την ευπιστία που επέδειξε. Με τα δυο χέρια αγκάλιασε τους γυμνούς της ώμους σα να κρύωνε κι η εικόνα έμοιαζε παράταιρη για μια μέρα ζεστή και υγρή, όπως ήταν εκείνη.

Η Νανού είχε ήδη μπει στη θάλασσα και τα γαβγίσματά της, που χαλούσαν τον κόσμο, την έβγαλαν από τις σκέψεις της. Φόρεσε  τα σκούρα της γυαλιά και με γοργά βήματα κατευθύνθηκε προς τη μεριά της. Πριν προλάβει να την πλησιάσει, εκείνη μ’ ένα σάλτο βγήκε από το νερό και πέρασε ξυστά δίπλα της. Η κοπέλα έμεινε κυριολεκτικά στα κρύα του λουτρού, όταν είδε την αναδυόμενη Νανού να την προσπερνά με άφατη αδιαφορία και να καταλήγει στην αγκαλιά του Γιώργου που είχε κάνει την εμφάνισή του αναπάντεχα.

«Έφυγες χωρίς να σε καταλάβω, κορίτσι μου» της είπε εκείνος και με μια ευθύβολη ρίψη πέταξε το μπαλάκι στη θάλασσα, για να αρχίσει μεταξύ τους ένα παιχνίδι που έμοιαζε οικείο και στους δυο. Το μαρτυρούσε η γλώσσα του σώματός τους και η ετοιμότητά τους να ανταποκρίνονται στις κινήσεις εκατέρωθεν με περισσή ευκολία.

Η αρχική της υποψία θόλωσε μπρος στη θέα εκείνου του εύγλωττου  παιχνιδιού και κοιτώντας πότε προς την πλευρά της καφετέριας και πότε προς την πλευρά της Νανούς, προσπαθούσε να συμμαζέψει τις σκέψεις της, να τις βάλει σε μια τάξη και να τιθασεύσει τη φρενήρη φαντασία της που, όπως φαινόταν, της είχε παίξει παιχνίδια, αφού είχε αντλήσει υλικό από τον πρότερο βίο του Γιώργου που δεν ήταν άμεμπτος και άσπιλος.

«Αν η σκηνή δεν επαναλαμβανόταν κάθε πρωί και αν δεν είχε ενταχθεί στην καθημερινή της ρουτίνα, σίγουρα η Νανού θα έδειχνε περισσότερο επιφυλακτική» αναλογίστηκε η κοπέλα που είχε μάθει να τη διαβάζει σαν ανοιχτό βιβλίο και με αυτή τη διαπίστωση παρόπλισε τις υποψίες της.

Μια θύελλα από δροσάτες πιτσιλιές νερού ράντισαν το πρόσωπό της κι έστρεψε απότομα το κεφάλι προς τη μεριά που πήγαζαν. Το στιλπνό κορμί της σκυλίτσας που στραφτάλιζε κάτω από το φως του ήλιου και τους ιριδισμούς της θάλασσας, καθώς και τα λαχανιασμένα γρυλίσματά της που μπερδεύονταν με τα τρανταχτά γέλια του Γιώργου, άρχισαν να γλυκαίνουν τις πικρόχολες σκέψεις που την ταλάνισαν. Μεμιάς η καρδιά της άνοιξε, σαν διψασμένο λουλούδι στο άγγιγμα του νερού, για να δεχτεί  την πρόσκληση που ερχόταν από τους αγαπημένους της.

Το αλάθητο ένστικτο της Νανούς την οδηγούσε προς τη θάλασσα και ‘κείνη το ακολούθησε, αφού ποτέ δεν την είχε απογοητεύσει. Μ’ ένα αίσθημα ενοχής, για τις ανίερες σκέψεις που έκανε, μπήκε στη θάλασσα αποφασισμένη να μοιραστεί τη χαρά του παιχνιδιού με τον σύντροφό της και την τετράποδη φίλη της, απολαμβάνοντας τις λίγες στιγμές που τους απέμεναν στο νησί με την ανεμελιά που τους άξιζαν.

_

γράφει η Χριστίνα Σουλελέ

Επιμέλεια κειμένου

Χριστίνα Παπαβασιλείου

Γεννήθηκα στην όμορφη Θεσσαλονίκη, όμως οι συγκυρίες με έφεραν στη ζεστή Λάρισα. Με τα χρόνια την αγάπησα και αυτήν. Τελευταία, οι γύρω μου λένε πως μεγάλωσα, δεν είμαι πια παιδί. Τους αγνοώ και συνεχίζω να ονειρεύομαι. Από μικρή ήμουν βιβλιόπαιδο, αγαπούσα τα βιβλία και τις περίεργες λέξεις τους. Μια νύχτα με βροχή στάθηκε η αφετηρία για να πιάσω ενεργά χαρτί και μολύβι. Έπειτα, ακολούθησαν και άλλες τέτοιες νύχτες -ενίοτε και μέρες- που οι σκέψεις μου αποτυπώνονταν στο χαρτί. Ελπίζω ότι κάποια μέρα θα γίνω καλύτερος άνθρωπος. Ως τότε, θα συνεχίσω να χορεύω στο ρυθμό της ζωής...

2 Σχόλια

  1. Αννα Ρουμελιωτη

    Μου άρεσε πάρα πολύ η ιστορία σου Χριστίνα μου καθώς και η εξέλιξη της. Όμορφες λέξεις και εικόνες με συντροφευσαν. Να είσαι καλά!!Καλό υπόλοιπο καλοκαίρι να έχουμε!!!

    Απάντηση
    • Χριστίνα Σουλελέ

      Άννα μου, χαίρομαι πολύ που σου άρεσε. Καλό υπόλοιπο καλοκαιριού στις καρδιές μας γιατί τυπικά σήμερα τελειώνει το καλοκαιράκι.

      Απάντηση

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Ημερολόγιο 2019 – Πρόσκληση

Εγγραφείτε στο newsletter

Οδηγός ιστοσελίδας

Αθήνα Παγκόσμια Πρωτεύουσα Βιβλίου

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος