Ό,τι και να μου ζητούσες στο έδινα κι ό,τι και να μου ζητούσες θα στο έδινα. Φεγγάρι θες ή άστρα, θάλασσες ή βουνά, ποτάμια, ήλιους, κι όλα τα λουλούδια του Απρίλη. Από τη γη ολάκερη σου έδινα κι από όσα φαίνονταν φώτα να την φωτίζουν.

Όμως πάντα όχι ολόκληρα, δεν στα έδινα ολόκληρα. Κρατούσα κάτι να μένει εκεί, όχι για μένα αλλά να μένει εκεί.

Λίγο φεγγάρι, κομμάτι γης, πέταλα από άνθη, σταγόνες ελιάς, μια πορτοκαλί αχτίνα ήλιου αφημένη στην άκρη των λόφων, ακουμπισμένη σα μαραζωμένο δόρυ, ένα σπόρο στάχυ, ένα λαγούμι θάλασσα.

Όλο και κάτι λιγοστό άφηνα στην άκρη κι αυτό όχι από τσιγγουνιά, ούτε από δειλία, αλλά γιατί φοβόμουν μήπως σταματήσω να έχω να δίνω, μήπως σωθούν μιας και ήξερα ότι ήθελα να εξακολουθώ ολοένα να σου δωρίζω πολύτιμα.

Όλα μπορούσα να στα δώσω αλλά όχι ολόκληρα, όλα στα έδωσα αλλά όχι ολόκληρα.

Και τώρα, καταλαβαίνω γιατί έφυγες με παράπονο. Επειδή δεν είχες κάτι ολόκληρο δικό μου να δείξεις από εμένα σε όσους σε ρωτούσαν για μένα. Δεν είχες τίποτα ολόκληρο δικό μου να δείξεις, παρότι στα είχα δώσει όλα ή σου είχα δώσε από όλα.  Έτσι έμοιαζε πως δεν ολοκληρώθηκαν τα δώρα αυτά.

Και να σκεφτείς πως τίποτα ολόκληρο δεν μου είχε απομείνει αφότου έφυγες και πέρασε η απογραφή.

Ένα ολόκληρο κλάμα που έδωσα, τώρα σαν τα θυμάμαι,

που νόμιζα πως στο ’δωσα

κι αυτό δώρο μισάδι,

όμως μετά κατάλαβα

πως όλο το ’χα δώσει,

αφού ποτέ ξανά

δεν έκλαψα

το κλάμα είχε στερέψει.

 

γράφει ο Κωνσταντίνος Νικολόπουλος

Το σχόλιό σας είναι επιθυμητό!