τοβιβλίο.net

Select Page

Ευχέλαιο

Ευχέλαιο

Η κυρά Βασιλική αξημέρωτα έκοψε τους ανθούς από τα κολοκύθια του κήπου της. «Με την ανάσα τους να τους κόβεις», έλεγε του πρωτότοκου γιου της, του Μανόλη, που την ρώταγε πώς φτιάχνει τέτοιες νοστιμιές γλείφοντας τα δάχτυλά του. Προσεκτικά έκοψε τα λαχανικά, έβρασε λίγο την σάλτσα βάζοντας ένα σωρό μυρωδικά και τσιγάρισε δυο λογιών ρύζια. Ύστερα με τέχνη γέμιζε μια κουταλιά και τύλιγε με λάδι στα δάχτυλα τους ανθούς. Τα έβαλε σφιχταγκαλιασμένα στο ταψί και σκούπισε το μέτωπό της με μια πετσέτα. Έπειτα κοίταξε το ρολόι του τοίχου και βγήκε έξω στην αυλή. Σκούπισε, έριξε με το λάστιχο νερό και πότισε τους βασιλικούς και τα γιασεμιά που χάιδευαν τους ασβεστωμένους τοίχους. Κατέβηκε στον κήπο και τάισε τις κότες, στριμώχτηκε στο κοτέτσι και ξεχώρισε καμιά δεκαριά αυγά στο καλάθι της. Έκοψε μαρούλια και φρέσκο κρεμμύδι από το διπλανό παρτέρι και ξαναγύρισε στην κουζίνα της. Χαμήλωσε την φωτιά στην κατσαρόλα που σιγόβραζε το κρέας από το πρωί και συμπλήρωσε με λίγο νερό. Έσφιξε την ποδιά της που κάθε λίγο και λιγάκι της έπεφτε και κάθισε στο τραπέζι να καθαρίσει λίγα βλίτα. Με την άκρη του ματιού της κοίταξε το ρολόι. Έκανε να πάρει το τηλέφωνο που είχε δίπλα της μα σταμάτησε. «Αμάν βρε μάνα χίλια τηλέφωνα κάνεις. Δεν ξεκινήσαμε ακόμα!» κάναν ηχώ τα πρωινά λόγια.

Μόλις άρχισε να αχνίζει το νερό της μεγάλης κατσαρόλας έριξε λίγα λίγα τα χόρτα κι εκείνη έστεκε από πάνω με την κουτάλα έτοιμη στο χέρι να τα ψαρέψει γρήγορα να μείνουν καταπράσινα και με τις μυρωδιές τους. Ύστερα έριξε λίγα κολοκύθια και ντομάτες. «Όπως τους αρέσουν», χαμογέλασε. Ανακάτεψε και πάλι λίγο το κρέας και κοίταξε τους ανθούς. Ύστερα έβγαλε την ποδιά της και έβγαλε το λερωμένο ρούχο της με δυσκολία. Πήγε στο μπάνιο και έριξε νερό στο πρόσωπό της. Η θέα του γυμνού κορμιού της στον καθρέφτη την έκανε πάντα να παγώνει. Χάιδεψε το γερασμένο της δέρμα και τα τσαλακώματά του. Ύστερα πλησίασε και κοίταξε τα γαλανά της μάτια που είχανε πια ξεφτίσει. Χτένισε το μαλλί της και το έδεσε καλύτερα σε κότσο και ξαναέριξε λίγο νερό στο πρόσωπό της. Άνοιξε τον καθρέφτη ντουλάπι και έβγαλε μια κρέμα σχεδόν άγγιχτη. Την ξεβίδωσε προσεκτικά. «Να σε προσέχεις ρε μάνα. Να κι η Αγγελική βάζει κάθε μέρα το πρωί. Πες κι εσύ Αγγελική» της έλεγε αμήχανα ο γιος της, ο Μανόλης, σαν της το έδωσε. Πήρε λίγο με τα δάχτυλά της και άπλωσε. Θυμήθηκε που βαφόταν για τον μακαρίτη κι εκείνος της φώναζε. «Γαλανομάτα μου ίντα τσι θες τις μπογιές εσύ; Εσύ είσαι φωτιά…» της έλεγε και την φίλαγε στα χείλη. Έβαλε το καλό της το φόρεμα που φορά στην εκκλησιά και το κολιέ που της έχει πάρει η άλλη της νύφη. Ψέκασε λίγη κολόνια στο λαιμό της και ξαναπήγε στην κουζίνα της.  Κοίταξε άλλη μια φορά το ρολόι αφηρημένη.

«Θα πεθάνει κυρά Βασιλική. Δεν θα αντέξει άλλο. Προετοιμάσου». Να προετοιμαστεί; Με δυο ανήλικους γιους; Με τόσα έξοδα; Χωρίς το στήριγμά της; Χωρίς εκείνον πώς θα έχει ζωή; Έβαλε τα στήθη της μπροστά. Χωράφια, αμπέλια, κήπους, ζώα. Για τα γράμματα. «Εσείς θα μάθετε γράμματα» τους φώναζε. «Να φύγετε απ’ εδώ. Εδώ στο χωριό ίντα θα κάμετε; Θα παλεύετε με το χώμα και την φύση που την χαλάσαμε ή μήπως θα γενείτε παπάδες;» έλεγε και ξαναέλεγε. Ο μεγάλος της γιος, ο Μανόλης έγινε βιολόγος, κι ο μικρός της ο Σίφης έγινε πιανίστας. «Άκου πιανίστας!» του φώναζε. «Σε πανηγύρια θα πηγαίνεις;» του έλεγε θυμωμένη κι εκείνος γέλαγε. Ήξερε πως γάβγιζε δίχως να δαγκώνει η μάνα τους. Και την αγαπούσαν και οι δυο που ήταν βράχος και δίχτυ ασφαλείας. Ποτέ δεν πέρασε εμπόδιο από το σπίτι που να μην το διαλύσει. Και ποτέ δεν το έβαλε κάτω.

Έκανε να σηκωθεί μα κάθισε πάλι στην καρέκλα της. Νόμιζε πως τους άκουσε. Το χωριό είχε γνώριμη ησυχία και γνώριμο θόρυβο. Κι εκείνη πια ήξερε ποιος περνά και πότε. Ξανακοίταξε το ρολόι με αγωνία.

«Πόσο χρόνο έχω;» είπε στο γιατρό. «Εξαρτάται κυρά Βασιλική μου. Αυτά πάνε ανάλογα με τον άνθρωπο. Μπορεί δυο μήνες μπορεί και χρόνο!» της είπε δειλά ο γιατρός. Πέρασε ενάμιση χρόνος από τότε. Το κορμί της μάζεψε. Το πρόσωπό της κιτρίνισε. Μα δεν σταμάτησε ούτε στιγμή. Αυτό το καλοκαίρι όμως δεν χαρίστηκε  στους γιους της, σαν το άλλο που «δεν κατάφεραν να έρθουν επειδή είχαν λίγη άδεια». Με απειλές τους είπε στο τηλέφωνο «αν δεν ερθείτε θα πάω να πέσω από τον γκρεμό κάτω στο χωριό και θα αφήσω ένα χαρτί στο τραπέζι πως πέφτω από τον γκρεμό γιατί με ξέχασαν τα ίδια μου τα παιδιά!». Τα βάζεις με τις απειλές της Βασιλικής; Δεν τα βάζεις. Κανόνισαν κι οι δυο τις άδειες τους, πήραν παιδιά, σκυλιά γατιά και μπήκαν στο πρωινό πλοίο.

Κοίταξε το ρολόι. Ίσιωσε το φόρεμά της κι ύστερα άφησε το βλέμμα της να χαθεί στο εικονοστάσι της με την φωτογραφία του μακαρίτη πάνω και καμιά άλλη εικόνα. «Ποιος Θεός; Αυτός μας φυλάει. Ο πατέρας σας. Κανένας άλλος!» τους έλεγε κι η δασκάλα της έβαζε τις φωνές όταν την έβλεπε. «Κυρά Βασιλική μην τους λες τέτοια. Μην τα διώχνεις από τον δρόμο του Θεού!». «Για ποιον Θεό μου μιλάς κυρά δασκάλα και μου το παίζεις και έξυπνη και μορφωμένη; Τούτον που πήρε τον άντρα μου ή εκείνον που αφήνει να πεθαίνουν παιδιά; Τηλεόραση δεν βλέπεις; Τα είδαμε τα χαΐρια όλων εκείνων με τις εικόνες στο χέρι. Διάολε και να τους καθάριζα όλους αυτούς να ξεβρωμίζαμε!» της φώναζε κι η δασκάλα σώπαινε. Μπορεί επειδή δεν ήθελε να τα βάλει με χήρα γυναίκα μπορεί και να μην είχε να πει κάτι…

Σαν άκουσε τον ήχο των αμαξιών σηκώθηκε μουδιασμένη. Έσβησε τον φούρνο και τις κατσαρόλες της, πήγε προς την πόρτα και την άνοιξε διάπλατα. «Καλώς τα δέχτηκες» της φώναξε η γειτόνισσα κι εκείνη της έγνεψε ευχαριστώ. Έβαλε το καλύτερό της χαμόγελο στο πρόσωπο και πήγε πιο έξω να τους δει που βγαίνουν από το αμάξι. Δαγκώθηκε πολλές φορές για να μην κλάψει. Χρωματιστοί, φρέσκοι, τραγανοί. Σύκα χρυσά του Αυγούστου που θα γλύκαιναν το τελευταίο της καλοκαίρι δίχως να το ξέρουν.

Πρώτος πρόβαλλε ο εγγονός της ο Γιώργης της. Ίδιος ο παππούς του. Με μάτια λαμπερά σαν βότσαλα. Χώθηκε στην ποδιά της και αγκάλιασε τα πόδια της. Ακολούθησε ο Σίφης με την Αρετή την γυναίκα του με το γατί στο χέρι. Ύστερα ήρθε η Άρτεμις, σκέτο γυναικάκι πια, η μεγάλη της εγγονή. Στριμώχτηκε στο στήθος της με ένα «γιαγιά μου» όλο γλύκα. Αχ πόσα δάκρυα φυλάκισε σε τούτο τον ήχο. Η Αγγελική την φίλησε και την αγκάλιασε σφιχτά και τελευταίος ο Μανόλης της. Ο πρώτος της. Ο δεύτερος άντρας του σπιτιού της. Ο προστάτης της. Έφτασε αντίκρυ της και την κοίταξε βαθιά στα μάτια.

«Αδυνάτισες μάνα» της είπε και την φίλησε γλυκά.

«Είναι που σε περίμενα» του είπε και τον έσφιξε στην αγκαλιά της

«Συγγνώμη μάνα. Δεν θα το ξανακάνω…» της είπε με ύφος μωρού όπως της έλεγε μικρός σε κάθε του αταξία

«Το ξέρω…», του είπε δίχως να τον αφήσει από την αγκαλιά της κι επέτρεψε σε ένα μονάχα δάκρυ να στάξει στην πλάτη του, ευχέλαιο για το υπόλοιπο της ζωής του.

Επιμέλεια κειμένου

Μάχη Τζουγανάκη

Δηλώνω τυπικά αρχισυντάκτρια της σελίδας. Άτυπα όμως και πιο γνήσια, δηλώνω μέλος μιας όμορφης ομάδας πολύ δεμένης που οι «τίτλοι» του καθενός είναι περιττοί. Δηλώνω επίσης συγγραφέας, ποιήτρια, ερασιτέχνης φωτογράφος, μουσικόφιλή, βιβλιόφιλη, θεατρόφιλη, σινεφίλ και ερωτευμένη με οτιδήποτε ξυπνά τη δημιουργικότητά μου. Τελικά όμως έμαθα… πως το να δηλώνει κανείς τι είναι και τι δεν είναι, είναι ένα μεγάλο παραμύθι, όχι από εκείνα που μου αρέσει να διαβάζω, αλλά από εκείνα που σου θέτουν όρια και σε στριμώχνουν σε καλούπια. Μα εγώ τις λέξεις «όρια» και «καλούπια» τις έχω αφαιρέσει από το λεξικό της ψυχής μου...

1 σχόλιο

  1. Απόστολος Παλιεράκης

    !!!! Πότε θα γίνουν βιβλίο αυτά τα υπέροχα που γράφεις;

    Απάντηση

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Έρευνα

Ημερολόγιο 2019

Εγγραφείτε στο newsletter

Ενημέρωση μόνο για λογοτεχνικούς διαγωνισμούς

Οδηγός ιστοσελίδας

Αθήνα Παγκόσμια Πρωτεύουσα Βιβλίου

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος