Θεόδωρος Γρηγοριάδης «Το τραγούδι του πατέρα»

23.02.2020

σχόλια

 

Θεόδωρος Γρηγοριάδης 

«Το τραγούδι του πατέρα»

 

Εκδόσεις ΠΑΤΑΚΗ

γράφει ο Άγγελος Πετρουλάκης

Ο Θεόδωρος Γρηγοριάδης έχει διαγράψει μια έντιμη πορεία στα ελληνικά γράμματα, με σημαντικό έργο. Από την πρώτη του εμφάνιση με το «Κρυμμένοι Άνθρωποι» (εκδόσεις Λιβάνη, 1990), μέχρι το πρόσφατο «Το τραγούδι του πατέρα» έχει στο ενεργητικό του συνολικά δέκα επτά βιβλία. Τον γνώρισα προσωπικά, παρουσιάζοντας το δεύτερο βιβλίο του, το «Ο Αρχαίος Φαλλός» (εκδόσεις Λιβάνη, 1991), στην πόλη μου και δυο χρόνια μετά, παρουσίασα το «Ο Ναύτης» (Κέδρος, 1993). Η απλή, ανεπιτήδευτη γραφή και η δροσιά που εξέπεμπαν τα κείμενά του, με γοήτευαν. Ακολούθησαν τα άλλα βιβλία του, με τον δικό τους κόσμο, πάντα ιδιαίτερο («Ο Χορευτής στον Ελαιώνα», Κέδρος – 1996, «Τα Νερά της Χερσονήσου», Κέδρος – 1998, «Το Παρτάλι», Πατάκης – 2001, «Έξω απ’ το σώμα», Πατάκης – 2003, «Αλούζα, χίλιοι και ένας εραστές», Πατάκης – 2005, «Χάρτες», Πατάκης – 2007, «Δεύτερη γέννα», Πατάκης – 2009, «Ο Παλαιστής και ο δερβίσης», Πατάκης – 2010, «Το μυστικό της Έλλης», Πατάκης – 2012, «Ζωή μεθόρια», Πατάκης – 2015, «Ο ξεχασμένος άγγελος των Φιλίππων», Πατάκης – 2015, «Καινούργια πόλη», Πατάκης – 2017, και «Γιατί πρόδωσα την πατρίδα μου», Πατάκης – 2018).

Το τελευταίο βιβλίο του, νουβέλα θα το χαρακτήριζα, είναι ένα βιβλίο διαφορετικό. Είναι ένας φόρος τιμής στον πατέρα του, αλλά και σε μια εποχή που έφυγε χωρίς επιστροφή, αφήνοντας πίσω της γλυκόπικρες αναμνήσεις. Το προηγούμενο βιβλίο που είχα διαβάσει με τα ίδια συναισθήματα ήταν η νουβέλα τού Σταύρου Ζουμπουλάκη «Στ’ αμπέλια» (Εκδόσεις ΠΟΛΙΣ, 2018). Γιατί; Γιατί αναφέρονται σε μια εποχή που γέννησε τη σημερινή και που περιείχε περισσότερα όνειρα, περισσότερη απλότητα και περισσότερη αμεσότητα. Ήταν μια εποχή που το λίγο αρκούσε να γεννήσει χαρά και να προσφέρει ικανοποίηση, αυτό, δηλαδή, που απουσιάζει σήμερα, καθώς οι περισσότεροι νιώθουν ανικανοποίητοι σε κάθε φάση της ζωής τους.

Βιβλία όπως «Το τραγούδι του πατέρα» θα πρέπει να διαβάζονται από τους νεότερους. Και να προσεγγίζονται με ευλάβεια. Γιατί δεν αποτελούν μια απλή προσωπική αναφορά, αλλά εκφράζουν ένα σύνολο, τη ζωή πολλών ανθρώπων, οι οποίοι αντιμετωπίζοντας την φτώχεια ως κάτι το φυσιολογικό, έχοντας συμφιλιωθεί με την στέρηση, οικοδόμησαν την κοινωνία στην οποία οι νεότερες γενιές είχαν πολλά περισσότερα εφόδια για να διεκδικήσουν τη ζωή.

«Τότε ο πατέρας μου δεν είχε καν ένα δικό του ζευγάρι παπούτσια. Και τα καλά τους παπούτσια, όταν χαλούσαν, και μέχρι ν’ αγοραστούν καινούργια, τα μοιράζονταν μεταξύ τους τέσσερα αδέλφια, περιμένοντας ο ένας τον άλλον να γυρίσει από τη βόλτα του…», γράφει ο Γρηγοριάδης, καταθέτοντας την πραγματικότητα για τους περισσότερους νέους τής Ελλάδας τής υπαίθρου.

Ο Θεόδωρος Γρηγοριάδης επιστρέφει σε μια παιδική ηλικία με ιδιαίτερη κατανόηση και ευγνωμοσύνη. Στρέφει το βλέμμα μας στον καημό κάποιων νέων ενός χωριού τού Παγγαίου (Παλαιοχώρι) για την μουσική. Χωρίς ωδεία ή άλλες σπουδές, με μόνο οδηγό μια αγάπη και μια ανησυχία, εκείνοι οι νέοι, παίρνουν στα χέρια τους ένα μουσικό όργανο και, για την ψυχή τους, παίζουν μουσική. Ο πατέρας του Θεόδωρου Γρηγοριάδη αγκαλιάζει μια κιθάρα. Ένας φίλος του, βιολί. Άλλος φίλος του, ακορντεόν. Ο παππούς του έπαιζε ούτι. Πότε; Όποτε εκείνος ήθελε, «όταν είχε κέφια…» Πού; Σ’ ένα χωριό που προσπαθούσε να βιοπορίσει καλλιεργώντας καπνό. Σ’ ένα χωριό που προσπαθούσε να βρει τον βηματισμό του με την συγχώνευση των προσφύγων τής Μικρασιατικής Καταστροφής με τον ντόπιο πληθυσμό. Με λίγες λέξεις, λιτά όσο δεν παίρνει, ο Θεόδωρος Γρηγοριάδης, δίνει τα κοινωνικά χαρακτηριστικά εκείνης της συγχώνευσης:

«Οι ντόπιοι παραμένουν οι πιο δύσκολοι, οι πιο παραδοσιακοί, οι πρόσφυγες φέρνουν μαζί τους τον ξεριζωμό, βρίσκονται σε μια διαρκή εσωτερική αναστάτωση και αναζήτηση, δεν τους παραξενεύουν τα καινούργια πράγματα…

»Πληθαίνουν και οι μεικτοί γάμοι – όχι πάρα πολλοί, συνήθως μια ντόπια κοπέλα μετακομίζει στους προσφυγομαχαλάδες, ενώ σπανίως συμβαίνει το αντίθετο…»

Ο πατέρας – Λεωνίδας Γρηγοριάδης – είναι πάμφτωχος. Η τέχνη τού τσαγκάρη, θα συμπληρώνει το πενιχρό αγροτικό εισόδημα της καπνοκαλλιέργειας. Όμως ο καημός του είναι η μουσική. Και ο γιος του, γράφει:

«…ο μπαμπάς ενδιαφερόταν περισσότερο να μάθει ένα μουσικό όργανο, ήθελε να κάνει καντάδες στα κορίτσια στους μαχαλάδες, όμως με τι χρήματα να το πάρει;», αυτή είναι η άλλη αλήθεια, η οποία και ένωσε τρεις φίλους.

Οι τρεις φίλοι θέλουν ν’ αποτελέσουν συγκρότημα. Να παίζουν στους γάμους και στις τοπικές γιορτές. Κανείς τους, σπουδαγμένος μουσικός. Σχολειό τους το ραδιόφωνο και τα τραγούδια της εποχής, απ’ τα οποία ξεχώριζαν τα λατινοαμερικάνικα. Αυτά τους γοήτευαν.

Θα σταθώ σε ένα άλλο απόσπασμα, που δεν έχει σχέση με την αγάπη τού πατέρα για τη μουσική, αλλά με τις κοινωνικές συνθήκες τής εποχής, τόσο σημαντικό ως καταγραφή:

«Πώς τα κατάφεραν να νοικοκυρευτούν τόσο γρήγορα με λίγη τσαγκαρική και με οκτώ στρέμματα καπνού;

»Δουλεύουν όλοι μαζί, οικογένειες, όλο το χωριό, παντού στις γειτονιές, μήνες ολόκληρους, μυρίζει καπνό σε κάθε μορφή, πικράγουρο, ραντισμένο, αποξηραμένο, πασταλιασμένο, δεματισμένο – ακόμα και όταν θα πουληθεί, τα σπίτια, τα δωμάτια, οι δρόμοι θα έχουν διαποτιστεί από αυτές τις ξεχωριστές μυρωδιές…»

Ο πατέρας και οι φίλοι του κάνουν τα όνειρά τους πραγματικότητα. Γίνονται ένα τρίο και συνοδεύουν τις χαρές τών συγχωριανών. Μέχρι που του ενός τα όνειρα δεν χωρούν στη μικρή κοινωνία του χωριού και ανοίγει τα φτερά του για άλλες χώρες. Άλλωστε είναι και η εποχή τής μετανάστευσης. Είναι και εποχή των άλλων, αφού η χώρα πασχίζει να ορθοποδήσει με κάθε τρόπο. Πόσο όμορφα ο Θεόδωρος Γρηγοριάδης περιγράφει μια πτυχή εκείνης της Ελλάδας:

«Τη δεκαετία του ’60 η Ελλάδα γινόταν μόδα με τις ταινίες και τα ντοκιμαντέρ, τα νησιά γίνονταν διάσημα, ξένα περιοδικά είχα αφιερώματα στη χώρα, που χτιζόταν παντού, μεγάλωνε σε ύψος. Πουλούσε σαν χώρα αλλά και ξεπουλιόταν με ευκολία…»

Μέσα από τις προσωπικές αναμνήσεις, περνά μνήμες πολλών και αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό. Ίσως και να είναι αυτό που με άγγιξε περισσότερο…

Ακολουθήστε μας!

Οδηγός ιστοσελίδας

Κέρδισέ το!

Κερδίστε το!

Αρχείο

Επιμέλεια άρθρου Κώστας Θερμογιάννης

Επιμέλεια άρθρου

0 σχόλια

0 Σχόλια

Υποβολή σχολίου