Μια Κική στην ποίηση

24.02.2020

Η αλήθεια είναι πως ήταν εκνευριστικά αυθεντική. Έκανε καριέρα με το όνομα Κική, αρνούμενη να υιοθετήσει κάτι πιο κουλτουριάρικο (όπως το Βασιλική, που ήταν το βαφτιστικό της). Έμεινε Κική κι έγινε η πιο γνωστή εκπρόσωπος της αστικής ποίησης με αυτό το λαϊκό όνομα, που στο στενό μυαλουδάκι μας θα ταίριαζε περισσότερο σε μια κομμώτρια. Τόσο γραμμένους μας είχε – εμάς και τα κολλήματά μας για το τί εικόνα πρέπει να έχει ένας καλλιτέχνης (συμπεριλαμβανομένης και εμού της ιδίας).

Τα περισσότερα χρόνια της ζωής της είχε κοντά μαλλιά και συντηρητικό ντύσιμο, φτύνοντας κατάμουτρα στο τί θεωρεί ο κόσμος όμορφο κι ελκυστικό. Κι όμως, κανείς ποτέ δεν τόλμησε να τη σχολιάσει γι’ αυτές της τις επιλογές, ούτε να τη φτιασιδώσει για να τη βγάλει μία από τις πολλές φωτογραφίες της που υπάρχουν.

Δεν χρησιμοποιούσε δύσκολες λέξεις, δεν μπουρδούκλωνε τις έννοιες για να κάνει εντύπωση, δεν εκμεταλλευόταν δύσβατους όρους για να δείχνει κουλτουριάρα και υπεράνω. Απλά, έπαιρνε τη λέξη “ενικός” και τη μετέτρεπε στην πιο ουσιώδη έννοια της ημέρας – γιατί μπορούσε.

Μέσα σε όλα αυτά, υπήρξε δημόσια υπάλληλος (στην Τράπεζα της Ελλάδος) για 24 χρόνια, και κανείς δεν τόλμησε να την κατατάξει στους χαραμοφάηδες που πληρώνονται από τους φόρους μας – παρόλο που στο βιογραφικό της δεν υπήρχε καν η γνώση της αγγλικής γλώσσας. Πήρε κρατικά βραβεία για την ποίησή της, και πάλι κανείς δεν τη χαρακτήρισε συστημική. Έγινε ακαδημαϊκός και δεν ακούστηκε ποτέ κατηγορία εναντίον της για τάχα μη αξιοκρατική απόφαση. Συνέχισε να εκνευρίζει τους κριτικούς υποστηρίζοντας πως η ποίηση πρέπει να είναι απολιτική, κι έτσι κανένας δεν κατάφερε να τη συνδέσει με αριστερούς ή δεξιούς ώστε να της βρει παράπτωμα ή να την πει στρατευμένη.

Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, κατέληξε να είναι η γυναίκα πίσω από τον σπουδαίο άνδρα Άθω, που επισκίασε το εύρος της δόξας του, άθελά της. Ενώ εμείς ερωτευόμασταν, απορούσαμε και ελπίζαμε μέσα από τις απλές γραμμές της, εκείνη μεγάλωνε παιδιά και εγγόνια σαν τη γειτόνισσα του πάνω ορόφου. Σίγουρα έπλενε πιάτα και ρούχα, μαγείρευε για να γευματίσει η οικογένειά της και τακτοποιούσε το σπίτι για να μην το βρει ο άντρας της ανάστατο. Την ίδια ώρα εμείς αναρτούσαμε στίχους της στο Facebook, γιατί έζησε να το προλάβει και αυτό. Και όλοι μαζί, σχεδόν συνωμοτικά γνωρίζαμε, πως κάθε στίχος της για τον έρωτα δεν εννοούσε τον Άθω, ήξερε και ξέραμε πως ήταν τόσο άνθρωπος όσο κι εμείς. (“Ο έρωτας είναι «του ενός βασανισμού…» Έτσι είναι αλλά είναι και κέρδος αυτουνού που αγαπάει. Αυτός που αγαπιέται μπορεί να μην τον ενδιαφέρει να αγαπιέται. Αλλά αυτός που αγαπάει έχει μεγάλη ανάταση, έστω και χωρίς ανταπόκριση μεγάλη.”)

Βρήκαμε όμως τελικά τον τρόπο να της αποδώσουμε ψεγάδι. Στην εποχή που ο αντιρατσισμός έγινε μόδα, τόλμησε να πει ότι οι ξένοι κάθονται στα παγκάκια. Ουδείς ασχολήθηκε με το γεγονός ότι η Δημουλά, κάτοικος Κυψέλης επί 76 συναπτά έτη (με ένα διάλλειμα 6 μηνών σε προάστιο που δεν άντεξε κι επέστρεψε) στην πραγματικότητα είχε πει (όπως φάνηκε στην απομαγνητοφώνηση του λόγου που έβγαλε εκείνη την ημέρα, με αφορμή μια εκδήλωση των Atenistas που ήταν προσκεκλημένη): Δεν θέλω να πω ότι οι ξένοι της Κυψέλης είναι και ληστές. Πάντως εάν πάει κανείς στην πλατεία της Κυψέλης, δεν έχει χώρο να πατήσει. Στα δε παγκάκια κάθονται άνθρωποι ξένοι – πολύ φυσικό βέβαια πώς να περάσουν την ώρα τους – και παίζουν κάτι δικά τους χαρτιά. Εγώ συνήθισα με τους ξένους, να ξυπνώ και να τους βλέπω. Έχω συναντήσει πολλούς μαύρους με καρότσια του σούπερ μάρκετ… έχει όμως κι έναν μόδιστρο πακιστανό η γειτονιά μου που δεν τον φτάνει κανείς στο διόρθωμα, Φαέθοντος βρίσκεται… και ανδρικά και γυναικεία. “

Έζησε λοιπόν στα 82 της ν’ ακούσει να τη λένε ρατσίστρια και ακροδεξιά και να πρέπει πάλι σεμνά να αντικρούσει τις βιαστικές κατηγορίες. Κανείς όμως δεν παραδέχθηκε ότι τη χρονιά του συμβάντος, το 2013, συμπωματικά βεβαίως βεβαίως, στα λογοτεχνικά πηγαδάκια ακουγόταν ήδη το όνομά της για υποψηφιότητα Νόμπελ, που πληρούσε όλες τις προϋποθέσεις για να αποκτήσει και να γίνει – μέσα σε όλα τ’ άλλα – και η πρώτη Ελληνίδα που κέρδιζε Νόμπελ.

Η Κική λοιπόν έφυγε μ’ ένα κούτελο καθαρότερο κι από κρύσταλλο. Και μπορεί πια να είναι σίγουρη ότι δεν θα μπορέσει κανείς να τη μιμηθεί, απλά γιατί και η ίδια δεν καταδέχτηκε να μιμηθεί τον οποιονδήποτε.

_

γράφει η Μικέλα Φερούση

Ακολουθήστε μας

Η βαλίτσα και το αλεξικέραυνο

Η βαλίτσα και το αλεξικέραυνο

Ούτε οι κατασκοπίες μού αρέσουν – χρειάζεται κάποιος να έχει μεγάλες αντοχές, τόσο σωματικές όσο και ψυχικές για ένα τέτοιο μπλέξιμο- ούτε μυστήρια και οι ίντριγκες, τα μαχαιροβγάλματα και τα τρομοκρατικά κτυπήματα πίσω από κατεβασμένες κουκούλες και οδοφράγματα από...

Νόστος

Νόστος

Η Λουκρητία αγουροξυπνημένη και πατώντας στις μύτες των ποδιών της για να μην ταράξει τον Γιάννη, προχωρά προς προς τον γωνιακό μπουφέ του δωματίου, στο σεντούκι με τις αναμνήσεις. Ανοίγει το κάτω συρτάρι και κρατά στα χέρια της μια πολύτιμη φωτογραφία, αδιάψευστο...

Το μήνυμα ελήφθη

Το μήνυμα ελήφθη

Μάταια έψαχνε να βρει τον ταχυδρόμο να τον ρωτήσει. Δεν ήταν πουθενά, ώσπου πληροφορήθηκε ότι άλλαξε γειτονιά. Μετά εξαφανίστηκε. Αγνοούμενος. Τα ίχνη του χάθηκαν για πάντα. Ίσως να γνώριζε κάτι το λευκό περιστέρι. Όταν το αντάμωσε μόνο λευκό δεν ήταν. Μαύρα τα είχε...

Η διάσταση

Η διάσταση

«Έχω μια βιβλιοθήκη» της είπα. «Αξίζει να τη δεις».  «Έλα τώρα»! απάντησε και πήρε εκείνο το ύφος το ενοχλημένο, όταν πιέζεται για κάτι που δε θέλει. «Πιστεύεις πως μπορώ να χάνω το χρόνο μου με βιβλία; Δεν με ενδιαφέρουν. Κάτι άλλο πρέπει να βρω, να περνάω τις...

Να βλέπω το Θεό…

Να βλέπω το Θεό…

- γράφει ο Κώστας Θερμογιάννης - Είχε ανάγκη την παρουσία του, έστω και βουβή. Οι Παρασκευές ήταν δύσκολες, άλλαξαν όλα από τότε που εκείνος έφυγε από κοντά της μια Παρασκευή βράδυ, ένα φθινόπωρο σαν και τούτο, μουντό κι αφιονισμένο σαν τα λυσσασμένα σκυλιά που...

Ακολουθήστε μας στο Google News

Ακολουθήστε μας στο Google News

Διαβάστε κι αυτά

Να βλέπω το Θεό…

Να βλέπω το Θεό…

- γράφει ο Κώστας Θερμογιάννης - Είχε ανάγκη την παρουσία του, έστω και βουβή. Οι Παρασκευές ήταν δύσκολες, άλλαξαν όλα από τότε που εκείνος έφυγε από κοντά της μια Παρασκευή βράδυ, ένα φθινόπωρο σαν και τούτο, μουντό κι αφιονισμένο σαν τα λυσσασμένα σκυλιά που...

Αυτά τα αβέβαια χρόνια

Αυτά τα αβέβαια χρόνια

Ο Παύλος δεν ήταν ξεκούραστος. Άφησε το βλέμμα του να περιπλανηθεί για λίγο στις αφίσες του φοιτητικού του διαμερίσματος και στο ομοίωμα ανθρώπινου σκελετού που στόλιζε το γραφείο του και στη σκέψη του άφηνε τον εαυτό να τον φαντάζεται να καθαρίζει τη βρωμιά που...

Η πιο ευτυχισμένη μέρα της ζωής της

Η πιο ευτυχισμένη μέρα της ζωής της

_ γράφει η Μαργαρίτα Κτωρίδου - «Η πιο ευτυχισμένη μέρα της ζωής σου!». Έτσι της έλεγαν όλοι. Μα εκείνη δεν ένιωθε έτσι. Η πιο ευτυχισμένη μέρα της ζωής της είχε περάσει. Ξημέρωσε κι έφυγε μαζί του. Η Μένη. Πού είναι η Μένη;  Τη βρίσκει πάνω από το τραπέζι -φυσικά. Η...

0 σχόλια

0 Σχόλια

Υποβολή σχολίου