Select Page

Σε έναν άλλο πλανήτη

Σε έναν άλλο πλανήτη

 

Αυτά που θα σας διηγηθώ, μου τα διηγήθηκε κι εμένα ο φίλος μου ο Αρίστος την ώρα που πίναμε τα κρασάκια μας.  Ουδεμία σχέση έχουν με τη φαντασία και είναι όλα πέρα για πέρα αληθινά, ακόμη και τα πρόσωπα. Συμβαίνουν όμως σε έναν άλλο πλανήτη, μακριά από μας, φτου κακά και ξορκισμένος με τον απήγανο που λέει κι εκείνος γελώντας. Έχει κι ένα περίεργο όνομα που συνεχώς το ξεχνάω. Φα…φες… Τελοσπάντων, η ουσία είναι πως σε κείνον τον πλανήτη πηγαίνεις με όλα τα  έξοδα πληρωμένα, δώρο του κυρίου Μαρκ του ζάπλουτου ιδιοκτήτη του.

Εκατομμύρια άνθρωποι, σου λέει, συρρέουν κάθε μέρα εκεί. Άπλετο χρόνο να ‘χει κανείς  και όρεξη για ταξίδια κι ο Αρίστος τα είχε και τα δυο. Όταν πριν από χρόνια συνταξιοδοτήθηκε, έπαιρνε τη βαλίτσα του και χανόταν πότε κάνοντας dolce vita σε μέρη κοσμοπολίτικα, πότε ζώντας σαν τον πρωτόγονο σε ζούγκλες και καλύβες του Αμαζονίου.  Έλα όμως που ήρθε η οικονομική κρίση και έβαλε χέρι και στη σύνταξή του και τότε, πού χρήματα για ταξίδια. Άντε καμιά βόλτα στο κέντρο της πόλης για καφεδάκι με φίλους καρδιακούς κι ύστερα πάλι σπίτι να παίζει δηλωτή με τη μοναξιά του. Είδε κι απόειδε κι έτσι ένα βράδυ που ‘βρεχε μονότονα και η καρδιά του πλάνταζε, σκέφτηκε: «Μωρέ δεν πάω; Τι έχω να χάσω;» και μ’ ένα κλικ βρέθηκε σε έναν κόσμο άγνωρο. Τι άγνωρο δηλαδή, οι περισσότεροι φίλοι και  γνωστοί του εκεί μέσα σύχναζαν.

«Βρε καλώς τον Αρίστο» από δω, «βρε καλώς τον Αρίστο» από κει, χαιρετούρες, φιλιά, αγκαλιές. «Εδώ μέσα είστε ρε αλάνια και σας έχασα;» τους ρώτησε με έκπληξη. Τους ρώτησε, που λέει ο λόγος! Λαλιά δεν έβγαινε από το στόμα τους, αφού όλα «λέγονταν» με γραπτά μηνύματα και τα συναισθήματα εκφράζονταν με κάρτες που είχαν πάνω φατσούλες  χαρούμενες, λυπημένες, θυμωμένες κι έναν αντίχειρα σηκωμένο. Δώρο κι αυτές του κυρίου  Μαρκ για να προστατεύει τους ενοίκους από τους περιττούς θορύβους και την οχλαγωγία.

Φιλοξενία όχι ψέματα! Όλα τα είχε σκεφτεί ο άνθρωπος.

Πάνω στην ώρα, ήρθε και το ποτό του καλωσορίσματος. Τι τιμή ήταν αυτή και τι ποτό θεσπέσιο! Σκέτο ναρκωτικό. Έπινε, έπινε κι όλα γύρω του φάνταζαν όμορφα, τα χαμόγελα φωτεινά, τα πρόσωπα χαμογελαστά, οι ματιές  ξεκούραστες. Πού εκείνες οι φάτσες οι μίζερες, οι κακοτυχιασμένες που συναντούσε στον τόπο του. Ευφράνθηκε η ψυχούλα του Αρίστου κι άρχισε τις βόλτες στα δαιδαλώδη μονοπάτια του πλανήτη. Στην αρχή τα έχασε. Δεν ήξερε πού να πάει, ποιον να χαιρετήσει, πού να πρωτοσταθεί. Κοιτούσε γύρω του και νόμιζε πως βρισκόταν σε ένα από κείνα τα πολύχρωμα παζάρια της Ανατολής τα γεμάτα  εικόνες, χρωματιστές, ασπρόμαυρες, vintage. Έλειπαν μόνο τα βαριά, τα πιπεράτα αρώματα που γαργαλούσαν γλυκά τις αισθήσεις του αλλά δε βαριέσαι, ποιος τα έχει όλα σε αυτή τη ζωή.

Σε κείνον τον πλανήτη δεν υπήρχαν πάγκοι παρά μόνο τοίχοι, που ο καθένας είχε τη δική του ιστορία, την ιστορία του ανθρώπου που κρεμούσε πάνω του ό,τι διέθετε. Άλλος το σπίτι του με σύσσωμη την οικογένεια συν τα κατοικίδια, άλλος την ομορφιά του, άλλος το χιούμορ του, άλλος τη σοφία του. «Για περάστε! Για περάστε! Αγοράστε και θαυμάστε!» φώναζαν όλοι, σαν τον Ν. Ρίζο στην ελληνική ταινία κι έτρεχαν από τοίχο σε τοίχο, γιατί σε ‘κείνον τον πλανήτη είχαν καταργηθεί τα κτητικά «μου, σου, του, σας, τους», είχαν γίνει όλα «ΜΑΣ» και βρίσκονταν σε κοινή θέα.

Μόλις μαθεύτηκε πως ο Αρίστος έφτασε, γνωστοί και άγνωστοι έσπευσαν  να τον υποδεχθούν. Πρώτος και καλύτερος ο γείτονάς του ο Άδωνης, το ομορφόπαιδο με το λάγνο βλέμμα και τις πεντακόσιες γυναίκες που τον ακολουθούσαν πιστά, από πίσω κι η γυναίκα του που τις κοιτούσε κι έτρωγε τα λυσσακά της από τη ζήλεια.

Μετά, η Μαρία η άσχημη, που έγινε όμορφη. Πόσο την είχε ωφελήσει το κλίμα! Τρόμαξε να τη γνωρίσει. «Μαρία είσαι μια κούκλα! Αυτός ο πλανήτης σου πάει γάντι. Κάτσε εδώ και μην τον κουνάς ρούπι! » της φώναζε και τις έστελνε καρδούλες, καθώς  έτρεχε να κρυφτεί από τη Μελπομένη, την ξαδέλφη του την κουτσομπόλα.

 «Αρίστο! Ε! Αρίστο!»

Φτου! Τον είδε. Σιγά μη γλίτωνε από το μάτι της.

«Θέλω να γίνουμε φίλοι» του είπε κι εκείνος δέχτηκε για να μην τον πιάσει στο στόμα της. Από κοντά κι ο Γιώργος, ο άντρας της ο ξερόλας, που είχε άποψη επί παντός επιστητού. Ρήτορας, σοφός κι επαναστάτης, διασκεδαστής, κριτής και τιμητής των πάντων κι όταν ξέμενε από ιδέες έπαιρνε μερικές από τις έτοιμες, από αυτές  που ο κύριος  Μαρκ άφηνε να κυκλοφορούν εδώ κι εκεί για να μη νιώθει κανείς άχρηστος.

Τον  Θεόκλητο τον ανακάλυψε τυχαία! Μοναχικός κι ονειροπόλος, κοιτούσε μόνο τον δικό του τοίχο και κρεμούσε στίχους. Ο Αρίστος περνούσε συχνά από κει, τους διάβαζε και  γλυκαινόταν το μέσα του, ώσπου μια μέρα  μετακόμισε στον διπλανό τοίχο ένα ουρί του παραδείσου, μια νεαρή κούκλα που έδειχνε τα κάλλη της και όλο τον σκουντούσε για  να την ακολουθήσει. Ξαφνιάστηκε ο Αρίστος και δεν ήξερε πού να κοιτάξει και τι να θαυμάσει. Τα εμπνευσμένα ποιήματα του Θεόκλητου, τα σμιλευμένα με  τη σμίλη της ψυχής του ή τα καλοσμιλεμένο κορμί της νεαρής που ήταν σκέτο ποίημα! Καρδούλες στον Θεόκλητο, πολλά «ουάου!» στην κούκλα.

Άδικο Θεόκλητε, πολύ άδικο αυτό για σένα αλλά έχει κι ο Αρίστος τις αδυναμίες του.

 Στην αρχή απλά κοιτούσε. Όσο περνούσε όμως ο καιρός άρχισε κι αυτός να κρεμάει το κατιτίς του. Τι άλλο είχε; Φωτογραφίες από τα ταξίδια του. Πολλές φωτογραφίες από καταρράκτες, παραμυθένιες  λίμνες και ποτάμια, εξωτικά ζώα και πουλιά, φίδια περασμένα σαν περιδέραια στο λαιμό, μαϊμούδες κρεμασμένες σαν πασμίνες στους ώμους και αναβάσεις σε απάτητες βουνοκορφές. Ουάου, χειροκροτήματα, φιλιά, εγκωμιαστικά σχόλια κι ο Αρίστος  πότε ένιωθε σαν μαθητούδι που η δασκάλα του κολλούσε  αυτοκολλητάκια στο τετράδιο για να τον επιβραβεύσει, πότε σαν παγώνι που φούσκωνε από υπερηφάνεια. Όσο μπόι του έλειπε το πήρε διπλάσιο και τριπλάσιο, μη σας πω.

 «Σε έχασα Αρίστο, έτσι κάνουν οι φίλοι; Μήπως έχεις κάτι μαζί μου;» τον ρώτησα πριν από μήνες που πίναμε τα καφεδάκια μας.

«Τι να έχω φίλε μου; Έχω μπλέξει με δουλειές» μου απάντησε σχεδόν αδιάφορα, κάπου ανάμεσα στη selfie που τραβούσε και στην προσπάθεια που έκανε να συνδεθεί με τους φίλους του στον άλλον πλανήτη, για να τους ενημερώσει που βρισκόταν.

Αυτό κράτησε καιρό. Τι καιρό, χρόνια. Ώσπου μια μέρα λέει, εκεί που περιδιάβαινε και χάζευε τοίχους, εντελώς ξαφνικά οι τοίχοι άρχισαν να λιώνουν, να γίνονται θάλασσα απύθμενη που παρέσυρε τον πλανήτη στο βυθό της. Όσο βούλιαζε, τον είδε να μαζεύει, να μικραίνει, να συρρικνώνεται, να γίνεται  ένα στρείδι κλειστό. Το λυπήθηκε έτσι όπως ανοιγόκλεινε σε επανάληψη το όστρακό του και φώναζε: « Εδώ είμαι! Ακούστε  με! Προσέξτε με! Υπάρχω!»

Πάντα υπερβολικός σε όλα του. Το «παν μέτρον άριστον» πέρασε και δεν ακούμπησε από τον Αρίστο, που κυκλοφορεί με μεγεθυντικό φακό και όλα τα μεγαλοποιεί. Τώρα θα πει πως μέσα στο στρείδι βρισκόταν κι εκείνος και πως ένιωσε να πνίγεται.

«Το κοίταξα καλύτερα. Είδα μέσα του τον Άδωνη, την Μαρία, την Μελπομένη, τον Γιώργο  και τον Θεόκλητο, να σμίγουν και να γίνονται … εγώ. Ένιωσα να πνίγομαι μέσα στο όστρακό μου!»

Σας το ‘πα! Πάλι καλά που δεν έγινε και ουρί του παραδείσου.

 Τρόμαξε. Τραβήχτηκε. Άρχισε να κολυμπά προς τα πάνω μέχρι που βγήκε στην ακτή της  πραγματική του ζωής, της όμορφης, της άσχημης, της δοτικής, της μίζερης, της αληθινής.  Έφυγε τρέχοντας, γυρίζοντας μόνο μια στιγμή  για να κοιτάξει κάποιους ανθρώπους που άφησε πίσω και τους είχε εκτιμήσει βαθειά. «Θα συναντηθούμε από αυτή τη μεριά και θα μιλάμε χωρίς φατσούλες και σηκωμένους αντίχειρες» τους φώναξε, σηκώνοντας το μεσαίο δάχτυλο του χεριού του προς την πλευρά του κυρίου Μαρκ που έτρεχε ξοπίσω του και φώναζε: « Στάσου!» όχι βέβαια για να του προσφέρει μύγδαλα.

« Αυτές ήταν οι δουλειές που μου έλεγες  Αρίστο;»

«Ναι!!! Έκανα σοβαρή  κοινωνιολογική έρευνα, πάνω στα μέσα αντι-κοινωνικής δικτύωσης» είπε με σκεπτικισμό.

 «Δε θα ξαναφύγεις, έτσι δεν είναι;»

“Ποτέ. Never. Jamais…»

«Φτάνει, κατάλαβα!»

Αυτός είναι ο Αρίστος. Τα ταξίδια τα αγαπάει αλλά ακόμη και στα λιμάνια  στέκεται με σηκωμένη άγκυρα. Σαν καράβι ξυλάρμενο πλέει στην υδρόγειο, μα πάντα επιστρέφει στον τόπο και τους φίλους του κρατώντας ένα ενθύμιο για τον καθένα. Ταξιδιάρη τον λέω  εγώ, συλλέκτη εμπειριών αποκαλεί εκείνος τον εαυτό του.

«Αρίστο, με άδειες τσέπες γύρισες αυτή τη φορά. Δωρεάν το ταξίδι αλλά εσύ πιο φτωχός μου φαίνεσαι.»

«Ένας συλλέκτης εμπειριών δε γυρίζει ποτέ φτωχός από κανένα ταξίδι» είπε και  μου έκλεισε το μάτι.

Σήκωσα τον αντίχειρά μου, δηλώνοντας πως συμφωνώ.

«Μήπως θα βγάλεις και καμιά κάρτα με χαμογελαστή φατσούλα;» ρώτησε  χαριτολογώντας όσο τσουγκρίζαμε τα ποτηράκια μας, απαλλαγμένοι κι οι δυο από την έγνοια των selfies  και του check-in.

_

γράφει η Χριστίνα Σουλελέ

Μην ξεχνάτε ότι το σχόλιο σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

Χριστίνα Παπαβασιλείου

Γεννήθηκα στην όμορφη Θεσσαλονίκη, όμως οι συγκυρίες με έφεραν στη ζεστή Λάρισα. Με τα χρόνια την αγάπησα και αυτήν. Τελευταία, οι γύρω μου λένε πως μεγάλωσα, δεν είμαι πια παιδί. Τους αγνοώ και συνεχίζω να ονειρεύομαι. Από μικρή ήμουν βιβλιόπαιδο, αγαπούσα τα βιβλία και τις περίεργες λέξεις τους. Μια νύχτα με βροχή στάθηκε η αφετηρία για να πιάσω ενεργά χαρτί και μολύβι. Έπειτα, ακολούθησαν και άλλες τέτοιες νύχτες -ενίοτε και μέρες- που οι σκέψεις μου αποτυπώνονταν στο χαρτί. Ελπίζω ότι κάποια μέρα θα γίνω καλύτερος άνθρωπος. Ως τότε, θα συνεχίσω να χορεύω στο ρυθμό της ζωής...

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Εγγραφείτε στο newsletter

Οδηγός ιστοσελίδας

Αθήνα Παγκόσμια Πρωτεύουσα Βιβλίου

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος