Select Page

Συγγνώμη…

Συγγνώμη…


Ξύπνησε από έναν βαθύ λήθαργο. Προσπαθούσε να συνειδητοποιήσει πού βρισκόταν. Κοίταζε γύρω του. Όλα θολά. Δεν μπορούσε να ξεχωρίσει αν βρισκόταν στο κρεβάτι του, στο δωμάτιό του, στο σπίτι του.
Έκλεισε τα μάτια. Πήρε μια βαθιά ανάσα και προσπάθησε ν’ αφουγκραστεί κάποιον θόρυβο, κάποιον ήχο, κάποιον γνώριμο ήχο. Τίποτα. Νεκρική σιγή. Πήρε ξανά βαθιά ανάσα και άνοιξε τα μάτια. Πάλι όλα θολά.
“Πρέπει να ηρεμήσεις, χωρίς να πανικοβάλεσαι. Όνειρο ήταν. Δεν ήταν η πραγματικότητα. Παιχνίδισμα του μυαλού. Ηρέμησε, λοιπόν, και θα δεις πως όλα θα είναι καλά…”
Ναι, ναι, τώρα θυμάται. Βρισκόταν, λέει, με την Ελένη, την δική του Ελένη, σε ένα ξέφωτο. Πρέπει να ήταν στα νιάτα τους ακόμα. Κάθονταν αγκαλιασμένοι στις ρίζες μια πανάρχαιας ελιάς και έκαναν όνειρα για το μέλλον τους, όταν από το πουθενά εμφανίστηκε ένας τεράστιος άντρας, πολύ τριχωτός -αυτό του έκανε μεγάλη εντύπωση- και είχε άγριο και απειλητικό ύφος. Σαν άγγιξε, όμως, την Ελένη του, μεταμορφώθηκε σε πανέμορφο και πεντακάθαρο παλληκάρι. Εκείνη, σαν υπνωτισμένη, σηκώθηκε, αφέθηκε στα χέρια του, χώθηκε στην αγκαλιά του παλληκαριού και άρχισαν ν’ απομακρύνονται. Εκείνος άρχισε να φωνάζει και να την παρακαλεί να γυρίσει πίσω. Προσπαθούσε να σηκωθεί, να τρέξει ξοπίσω τους, να την πάρει πίσω, μα ήταν αδύνατον· τα πόδια του είχαν ενωθεί με τις ρίζες τούτης της αιωνόβιας ελιάς…
“Βλέπεις; Όνειρο ήταν. Ορίστε, μπορείς να κινήσεις τα πόδια σου… Κι ύστερα, η Ελένη δεν υπάρχει πια, εδώ και κάτι χρόνια…”
Άνοιξε τα μάτια του και είδε τώρα πεντακάθαρα το δωμάτιό του. Και ναι, δίπλα, στο κομοδίνο του, υπάρχουν δύο φωτογραφίες· η μία από τον γάμο τους και η άλλη, του γιού του.
“Λες να έπαθε κάτι το παιδί; Λες να ήρθε η Ελένη να μου τον πάρει;”
Στη σκέψη αυτή άρχισε να τον λούζει κρύος ιδρώτας κι ας ήταν καταχείμωνο.
«Έλα, πατέρα, καλημέρα…» άκουσε τη φωνή του μονάκριβού του από το τηλέφωνο. «Σε παίρνω τόσην ώρα και ήμουν έτοιμος να έρθω… Ανησύχησα…»
«Καλημέρα, αγόρι μου. Κοιμόμουν… Συγγνώμη… Είσαι καλά;»
«Ναι, πατέρα, καλά είμαι. Εσένα, όμως, σε ακούω κάπως… Τι συμβαίνει; Μήπως η καρδιά σου πάλι;»
«Όχι, όχι, παιδί μου. Να, κοιμήθηκα βαριά και είδα ένα περίεργο όνειρο… Αυτό είναι όλο… Αυτό είναι όλο…»
«Εφιάλτη;»
«Μπορεί να είναι εφιάλτης, όταν πρωταγωνιστεί η μάνα σου, παιδί μου;»
«Είδες τη μαμά; Κι εσύ;»
«Ναι. Μη μου πεις πως την είδες κι εσύ…»
«Ακριβώς. Και μάλιστα ήταν ένα περίεργο όνειρο…»
«Για πες μου…»
Και άρχισε ο γιος να διηγείται το όνειρο στον πατέρα του. Ένα ίδιο όνειρο, μόνο που οι ρόλοι ήταν διαφορετικοί. Το παιδί βρισκόταν με την μάνα -που σημειωτέον, η Ελένη πέθανε στην γέννα- και ήρθε ο πατέρας, την βούτηξε από την αγκαλιά του παιδιού κι έμεινε εκείνο, σε παιδική ηλικία, ολομόναχο κάτω από την ελιά και φοβισμένο…
«Εσύ τι είδες, πατέρα;»
«Κάτι παρόμοιο, παιδί μου… Κάτι παρόμοιο…»
Και ναι, γιατί, μιλώντας με τον γιο του, θυμήθηκε την μεταμφίεση και μετατροπή του αγριάνθρωπου σε παλληκάρι. Αυτό το παλληκάρι που του “έκλεψε” την Ελένη του, ήταν ο ίδιος ο γιος του.
«Μόλις τελειώσω, θα έρθω να σε πάρω. Θα πάμε να φάμε έξω. Μην ετοιμάσεις τίποτα, εντάξει;»
«Εντάξει, παιδί μου. Και να σου πω…, να προσέχεις και να ξέρεις πως σ’ αγαπάω πολύ.»
«Κι εγώ, πατέρα. Έλα, τώρα, θα τα πούμε από κοντά. Πρέπει να κλείσω. Σ’ αγαπάω, πατέρα, και σ’ ευχαριστώ.»
«Εγώ, παιδί μου, εγώ…»
Σαν έκλεισε το τηλέφωνο, σηκώθηκε, πλύθηκε, έφτιαξε το καφεδάκι του, πήγε στην αγαπημένη του πολυθρόνα, άναψε ένα τσιγάρο και αυτή η ρουφηξιά του έκαψε τα σωθικά…
“Πόσα παιχνίδια μας παίζει το μυαλό…” σκέφτηκε φωναχτά.
Στο τραπεζάκι που ήταν δίπλα στην πολυθρόνα του, ήταν η φωτογραφία της Ελένης του. Την πήρε ευλαβικά στα χέρια, την ακούμπησε στο στήθος και δυο δάκρυα κύλησαν στα μάγουλά του…
Θυμήθηκε εκείνη την ημέρα. Την ημέρα που την έπιασαν οι πόνοι κι έτρεξαν στο μαιευτήριο, όλο χαρά και αγωνία. Θυμήθηκε πόση αγωνία είχε, όσο περίμενε τον γιατρό ή την μαία ή κάποια νοσοκόμα τελοσπάντων, να έρθει να του πει μια κουβέντα έστω. Και αφού είχαν φύγει οι περισσότεροι νεοφώτιστοι πατεράδες, βλέπει τον γιατρό της Ελένης που του κάνει νεύμα να τον ακολουθήσει. Τον χτύπησε στον ώμο…
«Τι συμβαίνει, γιατρέ; Τι έχει το παιδί; Γέννησε καλά η Ελένη μου;»
«Κώστα…, συγγνώμη… Δεν ξέρω τι άλλο να σου πω.»
«Τι συμβαίνει, γιατρέ; Πού είναι η Ελένη; Πήγαινέ με κοντά της, θα με έχει ανάγκη…»
«Η Ελένη σου χάρισε ένα υγιέστατο αγοράκι…»
«Τότε;…»
«Πώς να σου το πω… Η Ελένη ίσα που πρόλαβε να το δει… Ανακοπή, Κώστα μου… Προσπαθήσαμε… Μάταιος κόπος. Και η γέννα ήταν εύκολη… Είχε ποτέ πρόβλημα με την καρδιά;»
Τις τελευταίες φράσεις δεν τις άκουσε… Θυμάται πώς έπιασε τον γιατρό από τον γιακά και άρχισε να τον ταρακουνά, μουγκρίζοντας ένα «ΟΧΙ».
Πόσο το μίσησε τούτο το παιδί… Πόσο δεν το ήθελε μήτε να το δει ούτε να το αγγίξει… Εξαιτίας του έφυγε η Ελένη του… Τι να το κάνει τώρα;…


*

Το μεγάλωσε τούτο το παιδί, παίρνοντας το ρόλο του πατέρα ΚΑΙ της μάνας. Το λάτρεψε τούτο το παιδί! Κι όσο μεγάλωνε, τόσο έμοιαζε στην Ελένη του!...
«Πω πω… Πόσο χαζός είμαι… Ξεμωράθηκα… Σήμερα κλείνει τα τριάντα του… Πώς το ξέχασα… Πώς ξέχασα μια τέτοια μέρα…»
Όλα αυτά τα χρόνια και ειδικά στα μαθητικά, του γιόρταζε τα γενέθλια με κρύα καρδιά, ενώ η ψυχή του έκλαιγε. Και πηγαίνοντας το παιδί στο γυμνάσιο, αρνιόταν το ίδιο να τα γιορτάζει, συνειδητοποιώντας τα διπλά συναισθήματα τόσο του πατέρα, αλλά και τα δικά του.
«Αχ Ελένη μου… Αυτό ήρθες να μας πεις; Γι’ αυτό μου είπε να φάμε έξω… Παλληκάρι μου…, κι εγώ το ξέχασα τελείως…»
Άφησε τη φωτογραφία που κρατούσε όλην αυτή την ώρα στη θέση της, ντύθηκε βιαστικά και βγήκε έξω…

*

«Χρόνια σου καλά και πολλά, αγόρι μου…», είπε ο Κώστας, αγκαλιάζοντας τον γιο του, σαν ήρθε να τον πάρει. «Αυτό είναι για σένα…» και του έδωσε ένα κουτί όπου είχε ένα πανάκριβο και πανέμορφο ρολόι.
«Πατέρα μου, δεν ήταν ανάγκη…»
«Πώς, παιδί μου, πώς… Τόσα χρόνια πενθούσα τη μάνα σου κι έχανα τη γιορτινή σου μέρα. Θα με συγχωρέσεις ποτέ;…»
«Γλυκέ μου πατέρα… Εγώ να σε συγχωρήσω; Εγώ πρέπει να σου ζητήσω συγγνώμη. Εξαιτίας μου έχασες τη μάνα κι ας φρόντισες, όλα αυτά τα χρόνια, να μην είναι τόσο δυνατή η απουσία της… Σ’ ευχαριστώ, πατέρα, σ’ ευχαριστώ…»

_

γράφει η Αθηνά Μαραβέγια

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

Μαίρη Κάντα

Γεννήθηκα και μεγάλωσα στα Μέγαρα. Αποφοίτησα από την Φιλοσοφική σχολή των Ιωαννίνων. Το 2010 μετακόμισα μόνιμα στην Αθήνα για να σπουδάσω δημοσιογραφία στο ιεκ "ΑΚΜΗ". Έχω παρακολουθήσει ακόμα σεμινάρια νοηματικής γλώσσας και θεατρικής γραφής, ενώ συνεχίζω τις σπουδές μου στην λογοτεχνική γραφή στη " Tabula Rasa". Λατρεύω την Αθήνα, γιατί σε αυτή την πόλη, έγιναν πραγματικότητα όλα τα όνειρά μου. Αγαπάω επίσης το ουράνιο τόξο μετά από μία καταιγίδα. Μου θυμίζει πως όσα προβλήματα και αν υπάρχουν, κάποια στιγμή έρχεται το «ουράνιο τόξο», η λύση στα προβλήματα.

6 Σχόλια

  1. 'Αννα Ρουμελιώτη

    Μια ιστορία βγαλμένη μέσα από τη ζωή…που μας δίνει αλλά και μας παίρνει κάτι…μία ιστορία βαθιά και αυθεντικά ανθρώπινη. Σε ευχαριστούμε Αθηνά!!!

    Απάντηση
  2. Αθηνά Μαραβέγια

    Σ’ ευχαριστώ πολύ, Λένα μου και ξέρω πόσο δεν σου αρέσουν τα μελό!!!

    Απάντηση
  3. Αθηνά Μαραβέγια

    Σ’ ευχαριστώ πολύ, Άννα!!!!!!!
    Δυστυχώς, η ζωή έχει πολλά σκαμπανεβάσματα. Άλλωστε, αν ήταν μια ευθεία γραμμή, θαρρώ πως δεν θα είχε ουσία.
    Καλό Σαββατοκύριακο!!!!!!!!!

    Απάντηση
  4. ΧΡΥΣΟΥΛΑ ΠΛΟΚΑΜΑΚΗ

    Μπράβο , Αθηνά!

    Βαθύτατα συγκινητικό και ανθρώπινο !

    Όμορφη πλοκή ..εικόνων και συναισθημάτων ….

    Απάντηση
  5. Αθηνά Μαραβέγια

    Ευχαριστώ πολύ για τα τόσο όμορφα λόγια!!!
    Συγκινούμαι πολύ όταν διαβάζω σχόλια που μου δείχνουν πως μπορώ να μεταδώσω αυτό το συναίσθημα που ένοιωσα σαν “μουντζούρωνα” τις σελίδες, όπως έλεγε και η αείμνηστη Δασκάλα μου!!!
    Ευχαριστώ!!!!!!

    Απάντηση

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Follows

Ημερολόγιο 2018 – Πρόσκληση

Εγγραφείτε στο newsletter

Εκδηλώσεις

Φόρτωση περισσότερων

Διαγωνισμοί σε εξέλιξη

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!