Συνηθισμένη

19.11.2017

Ήταν μια συνηθισμένη μέρα. Ίδια. Ξύπνησα πριν το ξυπνητήρι και μηχανικά το έκλεισα. Ο ήλιος είχε ήδη αρχίσει να τρυπώνει από τα ρολά κι ας ήταν πρωί ακόμα. Τέτοια ώρα θα κοιμάσαι, σκέφτηκα. Ύστερα σηκώθηκα με δυσκολία και πάτησα τα γυμνά μου πόδια στο παγωμένο πάτωμα. Δύσκολα με έβλεπες να φορώ παντόφλες. Άντε το πολύ πολύ να άρπαζα ένα ζευγάρι κάλτσες από το συρτάρι σε περίπτωση που την άκουγα από τους άλλους. Μα τώρα στεκόμουν μόνη μου στο κρύο δωμάτιο.

Άλλαξε ο καιρός, είπα όπως λένε οι γιαγιάδες όταν τους τρυπά ο αέρας στο δρόμο και τυλίγονται τα μαντήλια και το παλτό τους. Περπάτησα σχεδόν σέρνοντας τα πόδια μου. Κάθε μέρα που σηκώνομαι δίνω την υπόσχεση πως θα κοιμηθώ νωρίτερα. Τι περιμένω; αναρωτήθηκα. Αφού όλα έχουνε τελειώσει. Έφτασα ήδη στην κουζίνα. Γέμισα ένα ποτήρι νερό και το ήπια μονορούφι. Ύστερα κοίταξα το δρόμο από το παράθυρο. Στεγνός. Πάλι καλά. Δε θα γίνω παπί πάλι. Την ομπρέλα για αξεσουάρ την έχουμε; μου φωνάζουν στη δουλειά μα δεν μπορώ τις εξηγήσεις και πετώ ένα την ξέχασα.

Φτιάχνω ήδη ένα δυνατό καφέ στο μπρίκι και στέκω από πάνω του και παίρνω τζούρες. Λες και το άρωμα μπορεί να με ξυπνήσει. Από τι; αναρωτιέμαι αλλά δεν το συνεχίζω. Τέτοια ώρα θα κοιμάσαι ακόμα, κοίταξα το ρολόι. Χαζομάρα δεν είναι αυτό; μου είπα. Τι νόημα έχει; Σώθηκες, μου απάντησα. Εσύ με τα νοήματα έχεις τσαλακωθεί. Προχώρα. Προχώρησα και έριξα νερό στο πρόσωπό μου. Πότε γέρασα τόσο; Μέσα σε ένα μήνα.. δυο μήνες…τρεις δεν ξέρω. Μπορεί να ήταν και περισσότερο. Από πότε σε ερωτεύτηκα; ρωτάω δυνατά και η ηχώ στο μπάνιο με τρομάζει. Τι λες; ψιθυρίζω. Τι βαρύγδουπες αηδίες; Στρίβε. Κι έστριψα.

Στο δωμάτιο πια για να βρω τα σημερινά μου ρούχα. Μην το σκέφτεσαι. Μαύρα. Αμάν, κηδεία έχουμε πάλι; σαν να την ακούω τη Μαίρη στη γραμματεία. Ναι, κήδεψα τη μέρα, εντάξει; δε θα της απαντήσω μα θα το κρατήσω στο στόμα. Κι οι τσακωμοί θέλουνε ρέγουλα. Κοιμάσαι ακόμα, είδα ξανά το ρολόι. Χαζό. Το παραδέχομαι. Μα φτιάχνω μια εικόνα. Εσένα εξαντλημένο το ίδιο με εμένα. Στα σκεπάσματα. Με βλέφαρα να πεταρίζουν. Σαν και εμένα. Άραγε να είναι το ίδιο όνειρο; λέω πάλι φωναχτά και στέκω παγωμένη στον ολόσωμο καθρέφτη. Τι λες; τι λες; ξαναλέω με σαρκαστικό ύφος.

Φοράω το παλτό και αρπάζω ένα μήλο για το δρόμο. Στο αυτοκίνητο αλλάζω τους σταθμούς τόσο γρήγορα που δεν προλαβαίνω να ακούσω τίποτα. Ο καφές! λέω και ξαναγυρίζω πίσω. Χυμένος καφές στο μάτι της κουζίνας και μια μυρωδιά απαίσια. Θα σκοτωθείς μια μέρα, με μαλώνω. Θα σηκωθείς και δε θα βλέπεις τι σου γίνεται και θα πέσεις στην πρώτη μάντρα που θα βρεις με το αμάξι. Σύνελθε. Πόσο θα κρατήσει το πανηγύρι αυτό;

Τώρα μπορεί και να ξυπνάς, λέω. Σου χαμογελώ. Αστείο. Πώς χαμογελάς στο τίποτα. Ε, ναι εγώ το κάνω. Είμαι από αυτές. Ρίχνω ένα και το φυσώ. Ποιος ξέρει. Μπορεί να σε κάνει να γελάσεις χωρίς να ξέρεις το γιατί. Δανεικά. Με τα χέρια πάνω σε ένα παγωμένο γραφείο πακετάρω χαρτιά, οργανώνω ντοσιέ και περνάω πληκτικά την ώρα. Το τηλέφωνο δε θα χτυπήσει. Κι ας έχεις το νούμερο. Καλημέρα δε θα μου πεις. Κανένα νέο σου δε θα μάθω. Κι όμως η μέρα θα κυλήσει με την άγνοια αυτή. Δηλαδή τι περίμενες; μου λέω χωρίς φωνή. Κάτι τέτοιες ώρες η λογική μου τη σπάει. Της χώνω ένα στο διάολο και της κλείνω το στόμα. Τι περίμενα. Τίποτα και όλα, της λέω φιμώνοντάς την με ένα από τα σιλοτέιπ της συρταριέρας μου. Κάτσε εκεί και μη μιλάς. Μου λείπει. Και θα μου λείπει μια ζωή. Σαν το ψέλλισα τούτο η καρδιά μου πάγωσε. Τι είπα; Πάλι βαρύγδουπα λόγια. Τι αηδίες. Πώς τις ξεστομίζω έτσι; Σαν ψέματα. Τόση πολλή αλήθεια πώς να τη βαστήξει κανείς. Ψέματα το λιγότερο. Ψεύτρα, είπα δυνατά και γύρισαν όλοι. Τίποτα, λέω. Μια πελάτισσα... και δείχνω τα χαρτιά απελπισμένη. Τέτοια μέρα σου λέω. Απελπιστικά ίδια. Απελπιστικά αληθινή… και άκρως συνηθισμένη.

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Ακολουθήστε μας

Η βαλίτσα και το αλεξικέραυνο

Η βαλίτσα και το αλεξικέραυνο

Ούτε οι κατασκοπίες μού αρέσουν – χρειάζεται κάποιος να έχει μεγάλες αντοχές, τόσο σωματικές όσο και ψυχικές για ένα τέτοιο μπλέξιμο- ούτε μυστήρια και οι ίντριγκες, τα μαχαιροβγάλματα και τα τρομοκρατικά κτυπήματα πίσω από κατεβασμένες κουκούλες και οδοφράγματα από...

Νόστος

Νόστος

Η Λουκρητία αγουροξυπνημένη και πατώντας στις μύτες των ποδιών της για να μην ταράξει τον Γιάννη, προχωρά προς προς τον γωνιακό μπουφέ του δωματίου, στο σεντούκι με τις αναμνήσεις. Ανοίγει το κάτω συρτάρι και κρατά στα χέρια της μια πολύτιμη φωτογραφία, αδιάψευστο...

Η διάσταση

Η διάσταση

«Έχω μια βιβλιοθήκη» της είπα. «Αξίζει να τη δεις».  «Έλα τώρα»! απάντησε και πήρε εκείνο το ύφος το ενοχλημένο, όταν πιέζεται για κάτι που δε θέλει. «Πιστεύεις πως μπορώ να χάνω το χρόνο μου με βιβλία; Δεν με ενδιαφέρουν. Κάτι άλλο πρέπει να βρω, να περνάω τις...

Να βλέπω το Θεό…

Να βλέπω το Θεό…

- γράφει ο Κώστας Θερμογιάννης - Είχε ανάγκη την παρουσία του, έστω και βουβή. Οι Παρασκευές ήταν δύσκολες, άλλαξαν όλα από τότε που εκείνος έφυγε από κοντά της μια Παρασκευή βράδυ, ένα φθινόπωρο σαν και τούτο, μουντό κι αφιονισμένο σαν τα λυσσασμένα σκυλιά που...

Αυτά τα αβέβαια χρόνια

Αυτά τα αβέβαια χρόνια

Ο Παύλος δεν ήταν ξεκούραστος. Άφησε το βλέμμα του να περιπλανηθεί για λίγο στις αφίσες του φοιτητικού του διαμερίσματος και στο ομοίωμα ανθρώπινου σκελετού που στόλιζε το γραφείο του και στη σκέψη του άφηνε τον εαυτό να τον φαντάζεται να καθαρίζει τη βρωμιά που...

Ακολουθήστε μας στο Google News

Ακολουθήστε μας στο Google News

Διαβάστε κι αυτά

Αυτά τα αβέβαια χρόνια

Αυτά τα αβέβαια χρόνια

Ο Παύλος δεν ήταν ξεκούραστος. Άφησε το βλέμμα του να περιπλανηθεί για λίγο στις αφίσες του φοιτητικού του διαμερίσματος και στο ομοίωμα ανθρώπινου σκελετού που στόλιζε το γραφείο του και στη σκέψη του άφηνε τον εαυτό να τον φαντάζεται να καθαρίζει τη βρωμιά που...

Η πιο ευτυχισμένη μέρα της ζωής της

Η πιο ευτυχισμένη μέρα της ζωής της

_ γράφει η Μαργαρίτα Κτωρίδου - «Η πιο ευτυχισμένη μέρα της ζωής σου!». Έτσι της έλεγαν όλοι. Μα εκείνη δεν ένιωθε έτσι. Η πιο ευτυχισμένη μέρα της ζωής της είχε περάσει. Ξημέρωσε κι έφυγε μαζί του. Η Μένη. Πού είναι η Μένη;  Τη βρίσκει πάνω από το τραπέζι -φυσικά. Η...

Ιστορίες καραντίνας

Ιστορίες καραντίνας

_ γράφει η Μαργαρίτα Κτωρίδου - Ι. ΤΙ ΜΕΡΑ ΕΙΝΑΙ ΡΕ ΠΑΙΔΙΑ; Είναι Κυριακή. Όχι είναι Τρίτη. Αποκλείεται να είναι Κυριακή σήμερα, γιατί τότε σημαίνει πως χθες που έκανα φασόλια ήταν Σάββατο. Δεν είναι μέρα για φασόλια το Σάββατο. Και αν χθες ήταν Σάββατο κι εμείς...

4 σχόλια

4 Σχόλια

  1. ΛΕΝΑ ΜΑΥΡΟΥΔΗ ΜΟΥΛΙΟΥ

    ”Τέτοια μέρα. ΑΠΕΛΠΙΣΤΙΚΑ ΊΔΙΑ.
    Απελπιστικά αληθινή,
    άκρως συνηθισμένη”
    ΚΑΙ ΤΡΟΜΕΡΑ ΨΥΧΟΠΛΑΚΩΤΙΚΗ θΑ ΣΥΜΠΛΉΡΩΝΑ ΣΤΟΝ ΩΡΑΊΟ ΣΟΥ ΜΟΝΟΛΟΓΟ

    Απάντηση
  2. ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΠΑΛΙΕΡΑΚΗΣ

    Τι να σου κάνει τ’ αλεξιβρόχιο σε τέτοια μπόρα λεξηβροχής!

    Απάντηση
  3. Ανώνυμος

    Μια τέτοια συνηθισμένη μέρα θα χτυπήσει το τηλέφωνο.

    Απάντηση

Υποβολή σχολίου