Select Page

Το κόκκινο παπιγιόν

Το κόκκινο παπιγιόν

 

Δεν του περίσσευε καλή κουβέντα για κανέναν. Ούτε καν προσπαθούσε να είναι ευγενής. Έλεγε πως δεν τον ενδιέφερε η γνώμη των άλλων, όμως μέσα του ήξερε την αλήθεια. Έλλειμμα έβγαζε αυτή η συμπεριφορά, συναισθηματικό. 

Τη μάνα του την έχασε νωρίς. Αρχόντισσα ήτανε, άρχοντα τον έστησε κι αυτόν από τα γεννοφάσκια του· με κόκκινο παπιγιόν τον έβγαλε από το μαιευτήριο. Το παπιγιόν το κόλλησε στο πετσί του, τιμής ένεκεν, την ευγένεια την ξερίζωσε από μέσα του την μέρα της κηδείας της· την κλώτσησε μαζί με την μπάλα στο τέρμα της αντίπαλης ομάδας κι έβαλε γκολ. Αυτό ήταν, τον σήκωσαν στα χέρια· προσκύνησε μπροστά του κόσμος και λαός.

Χάρη τον έλεγαν και χάρες δεν έκανε. Δεν τον ένοιαζε αν το νερό ήταν κρύο ή ζεστό, το κρυστάλλινο ποτήρι τον ενδιέφερε. Έστηνε γύρω του σκηνικά για το θεαθήναι. Και φυσικά η επιμελημένη εμφάνιση είχε τον κυρίαρχο ρόλο. Γι’ αυτό υιοθέτησε και το παπιγιόν ως απαραίτητο αξεσουάρ. Στην αρχή σαν φόρο τιμής στη μάνα του και στη συνέχεια γιατί αυτά τα πολύχρωμα φιογκάκια, όταν δεν συμπλήρωναν την εικόνα του, ούρλιαζαν από το χερούλι της ντουλάπας. 

Τα παιδιά δεν τα πλησίαζε. Κωλόπαιδα τ’ ανέβαζε τσογλάνια τα κατέβαζε. Πολλές γυναίκες πέρασαν από τη ζωή του καμία δεν έγινε μάνα. Το ξεκαθάριζε από την αρχή. Δεν ήθελε παιδιά, έλεγε, τα μισούσε. Και η τύχη, σαν να τον νοιαζόταν ένα πράγμα, δεν του τα ’στελνε. Σε μία μόνο γυναίκα παραδέχτηκε πως φοβόταν μήπως του μοιάσουν και το επόμενο πρωί ξύπνησε και δεν τη βρήκε δίπλα του. Μαράθηκε, πρώτη φορά τον εγκατέλειπαν. Για ν’ αντέξει τη μοναξιά του άρχισε το πιοτί και κάθε μέρα έπινε όλο και περισσότερο. Αυτός έδιωξε τους φίλους του, με τη συμπεριφορά του. Μόνο ένας του έμεινε, που είχε γυναίκα ευαίσθητη και συμπονετική. Αυτοί οι δύο τον στήριξαν, αγνόησαν τις παραξενιές του και τον βοήθησαν να το κόψει. Οι άλλοι, ούτε καλημέρα, ούτε χρόνια πολλά, ούτε λίγα.

Μια Κυριακή φόρεσε κόκκινο παπιγιόν και βγήκε με το ζευγάρι για καφέ. Κι ενώ είχε στήσει σκηνικό κι απολάμβανε τη λιακάδα, πλησίασε ένας ζητιάνος με το χέρι τεντωμένο και του το χάλασε. Ο Χάρης τον έβρισε, η γυναίκα του φίλου του έβαλε τα κλάματα και ο φίλος του θύμωσε.

«Μ’ ένα παπιγιόν δεν γίνεσαι κύριος» του είπε κι αφήνοντας δύο κέρματα στο τραπεζάκι τον κοίταξε ίσια στα μάτια.

Ο Χάρης, δεν έχασε την ψυχραιμία του, σφύριξε στο ζητιάνο κι αφού εκείνος δεν γύρισε, σήκωσε το χέρι ψηλά και πέταξε, με δύναμη προς το μέρος του, το ένα κέρμα. Αυτό πέρασε πάνω από τα κεφάλια δύο θαμώνων, χτύπησε στην πέργκολα, έκανε γκελ κι έσκασε δίπλα σ’ ένα ξανθό αδέσποτο που λιαζόταν στο πλακόστρωτο. Ίσα που ξεχώριζε μέσα στην αντηλιά.

Στη συνέχεια επικράτησε η λογική, η εικόνα ξαναβρήκε τη θέση της και η θαλπωρή του ήλιου τη ροή της. Κανένας δεν ασχολήθηκε με το θέμα, ως τη στιγμή που ένας πιτσιρίκος βρήκε το κέρμα και, τσιρίζοντας από χαρά, το έδειχνε στη μητέρα του. Ο Χάρης την αναγνώρισε αμέσως· πρόσεξε και τον μικρό, που φορούσε ένα τεράστιο κόκκινο παπιγιόν. Έμοιαζε καταπληκτικά με το παιδί της φωτογραφίας, που ήταν ακόμα στο κομοδίνο της μάνας του. Για λίγα δευτερόλεπτα, έσφιξε το άλλο κέρμα στη χούφτα του. Ύστερα, σηκώθηκε και, χωρίς να πει λέξη, έφυγε προς την αντίθετη κατεύθυνση. 

 

_

γράφει η Κατερίνα Παναγιωτοπούλου

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Follows

Κερδίστε το!

Εγγραφείτε στο newsletter

Εκδηλώσεις

Φόρτωση περισσότερων

Διαγωνισμοί σε εξέλιξη

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!