Select Page

Το μεγάλο βαρέλι

Το μεγάλο βαρέλι

Ένα φτέρνισμα αντήχησε στο κελάρι και τα ξύλα ολόγυρα έτριξαν, σαν από ξάφνιασμα. Τα λιγοστά βαρέλια που είχαν απομείνει, γουργούρισαν κι αυτά, λες και δεν ήθελαν να μείνουν αμέτοχα. Μετά τον θάνατο της γιαγιάς, ψυχή δεν είχε περάσει το χαμηλό ξύλινο ανώφλι του υπογείου. Όλα φαινόντουσαν τόσο σιωπηλά! Λες και συμμετείχαν κι αυτά στο πένθος και τη μελαγχολία που άφησε πίσω του το τραγικό συμβάν. Λίγο παρακεί, ένα στεγνωτήριο ρούχων, κρυβόταν, παράταιρο, σε μια εσοχή στον τοίχο. 

-Να πάρει!

-Τι έπαθες;

-Μου έφυγε ο φακός επαφής.

-Καλά, πώς;

-Με το φτέρνισμα. Τι γελάς; Μη! Μην κουνιέσαι! Πήγαινε να φέρεις ένα φακό! Έχω στο ντουλαπάκι του αυτοκινήτου. Να τα κλειδιά. Έλα! Και σταμάτα να γελάς!

Η Κατερίνα άκουγε το κελαρυστό γέλιο της εξαδέλφης της να απομακρύνεται, καθώς εκείνη επέστρεφε στο αυτοκίνητο προς αναζήτηση φακού. Έφερε το βλέμμα ολόγυρα στο πάτωμα, χωρίς να κουνηθεί από τη θέση της, προσπαθώντας να υπολογίσει πού μπορεί να εκτοξεύτηκε ο φακός επαφής της. Τέλος, σήκωσε τα μάτια και κοίταξε τριγύρω τον χώρο. Τα πολυκαιρισμένα βαρέλια, τα ράφια με τα μπουκάλια, δυο κασόνια στα δεξιά της γεμάτα φελλούς, το στεγνωτήριο… Το στεγνωτήριο! Θυμήθηκε που το είχε φέρει ο πατέρας της στη γιαγιά.

-Τι να το κάνω αυτό το παλιόπραμα που με κουβάλησες;

-Στεγνώνει τα ρούχα. Για να μην κουράζεσαι να τ’ απλώνεις.

-Μπα; Τα σιδερώνει κιόλα; Τέτοιο μηχάνημα να με φέρεις. Τ’ άπλωμα δεν είναι τίποτι. Το σιδέρωμα είν’ το παλούκι, Θε μου σχώρνα με τη μαύρη.

Είχε γούστο η γιαγιά. Πολύ την αγαπούσε η Κατερίνα. Θυμάται, μικρούλα, που έπαιρνε φόρα από μακριά και έπεφτε τρέχοντας στην αγκαλιά της. Κι εκείνη, σαν να τυλιγόταν γύρω της, με όλα εκείνα τα φορέματα που φορούσε, κι έλεγες πως χωρούσε όλος ο κόσμος εκεί μέσα.

Ένα δάκρυ κύλησε στο μάγουλό της. Αναστέναξε. Πόσος καιρός είχε περάσει! Και τώρα…

Μέσα στο μισόφωτο διέκρινε το μεγάλο βαρέλι. Ένα τεράστιο πλαγιασμένο δρύινο βαρέλι χωρίς καπάκι, παρατημένο σε μια γωνιά, κάτω από το μοναδικό παραθυράκι του υπογείου. Εκεί κρυβόταν όταν τη μάλωνε η μητέρα της. Χωνόταν στο βάθος του βαρελιού κουλουριασμένη και έκλαιγε. Μέσα από τα θολωμένα από τα δάκρυα μάτια της, έβλεπε τις σκιές των δέντρων απ’ έξω, να παιχνιδίζουν με το φως που περνούσε από τα κάγκελα του παραθυριού, σχηματίζοντας αλλόκοτες φιγούρες.

-Τον έφερα.

Η Κατερίνα τινάχτηκε από τη φωνή της Αγάπης, της εξαδέλφης της, που μπήκε αθόρυβα στο κελάρι, όσο εκείνη ήταν βυθισμένη στις σκέψεις της.

-Πανάθεμά σε! Με τρόμαξες!

-Εγώ φταίω, ή εσύ που ονειροπολείς, μέρα μεσημέρι; Πού αρμενίζει ο νους σου;

-Ε, εδώ, ξέρεις, τα παλιά. Έφερες τον φακό;

-Να ’τος!

Η Κατερίνα φώτισε, με τον φακό, ολόγυρα. Η Αγάπη έσκυψε και μάζεψε κάτι από το βρώμικο πάτωμα.

-Έλα, τον βρήκα. Δεν πιστεύω να τον βάλεις στο μάτι σου.

Ανάμεσα στα δάκτυλά της ήταν ο φακός επαφής της Κατερίνας, γεμάτος σκόνη. Αυτή, αφού άφησε ένα επιφώνημα αηδίας, τον πήρε και τον έβαλε στην ειδική θήκη, που κουβαλούσε πάντα μαζί της.

-Αυτός, τώρα, θέλει απολύμανση, είπε η Κατερίνα. Ποιος ξέρει πόσα ποντίκια έχουν αφήσει τα περιττώματά τους εδώ. Αυτό που βλέπεις ολόγυρα σαν σκόνη, δεν είναι τίποτα άλλο από…

-Θα σκάσεις, επιτέλους; τη διέκοψε η Αγάπη. Επίτηδες το κάνεις. Για να αναγουλιάσω.

Η Κατερίνα γέλασε. Προχώρησε αργά, χαϊδεύοντας απαλά τις καμπύλες των βαρελιών. Χτύπησε με το χέρι της ένα από αυτά, για να διαπιστώσει αν ήταν γεμάτο.

-Λες να ’χει κρασί; αναρωτήθηκε η Αγάπη.

-Μπα! Ξύδι ίσως, κρασί όχι, απάντησε η Κατερίνα.

-Γιατί το λες αυτό; Έχω ακούσει για μπουκάλια που έχουν βρει σε ναυάγια και το κρασί δεν έχει πάθει τίποτα.

-Αν τα μπουκάλια είναι σφραγισμένα και εφόσον βρεθούν στις κατάλληλες συνθήκες περιβάλλοντος, μπορεί. Τα βαρέλια αυτά, δεν τα έχει φροντίσει ψυχή εδώ και δέκα χρόνια. Αμφιβάλλω αν το υγρό που έχει μείνει μέσα τους, θυμίζει σε τίποτα κρασί. Τα μπουκάλια, απ’ την άλλη, ίσως να αξίζουν κάτι. Θες να ανοίξουμε κανένα;

-Γιατί όχι;

Η Κατερίνα περιεργάστηκε τις σκονισμένες μποτίλιες. Απευθύνθηκε στην εξαδέλφη της.

-Κόκκινο ημίγλυκο ή λευκό ξηρό;

-Κόκκινο, αποκρίθηκε εκείνη.

-Θα πάρω κι απ’ τα δύο.

Οι γυναίκες βγήκαν μαζί από το κελάρι, κρατώντας η καθεμιά από δύο μπουκάλια στα χέρια τους.

Ο εκσκαφέας ξεκίνησε νωρίς το πρωί το έργο του, διακόπτοντας τον ύπνο της Αγάπης. Εκείνη, σηκώθηκε, με βαρύ το κεφάλι, από την κρασοκατάνυξη της προηγούμενης νύχτας.

-Ωχ, τι το θέλω! Αφού δεν το αντέχω, το άτιμο.

Ντύθηκε, ρίχνοντας σύντομες ματιές από το παράθυρο. Η Κατερίνα ήταν ήδη κάτω. Κατάβρεχε με το λάστιχο τα ντουβάρια που έριχνε η μπουλντόζα, για να μη σηκωθεί πολλή σκόνη. Σε μια μεριά του κήπου ήταν στοιβαγμένα κάτι παλιοπράγματα και… Τι στην ευχή; Τι το θέλει εκείνο το άχρηστο κρασοβάρελο;

Η Κατερίνα είχε κατέβει από το ξημέρωμα σχεδόν. Είχε φορέσει τη φόρμα της και κάτι χοντρά γάντια κηπουρικής που βρήκε στην κουζίνα. Έβαλε και ένα ξεφτισμένο τζόκεϋ, με τα μαλλιά της δεμένα αλογοουρά, να ξεπροβάλλουν από το πίσω μέρος και, έτσι ντυμένη, ξεκίνησε από νωρίς να ξεδιαλέγει τα πράγματα της αποθήκης.

Η αποθήκη ήταν κατεστραμμένη στο μεγαλύτερο μέρος της. Οι εξωτερικοί τοίχοι ήταν ξεφτισμένοι και η υγρασία σάπιζε τα πάντα μέσα. Τύλιξε ένα μαντήλι στο πρόσωπό της, για να μην εισπνέει τον μολυσμένο αέρα, που της έφερνε ανακατωσούρα στο στομάχι. Δεν υπήρχε τίποτα να διασώσει, πέρα από κάποια εργαλεία κηπουρικής, κι αυτά σε πολύ κακή κατάσταση. 

Βγήκε από την αποθήκη, έβγαλε το μαντήλι από το πρόσωπο και πήρε βαθιές ανάσες, ανακουφισμένη που μπορούσε και πάλι να αναπνέει καθαρό αέρα. Τεντώθηκε, με τα χέρια ορθάνοιχτα προς τον ουρανό, κι αισθάνθηκε το πρωινό αεράκι να της δροσίζει το πρόσωπο. Ένιωσε τους μυς στο κορμί της να τεντώνονται με ανακούφιση. 

Ήταν μια δύσκολη νύχτα η χθεσινή. Αφού ξενύχτησαν, λέγοντας ιστορίες και πίνοντας κρασί με την εξαδέλφη της, ξάπλωσαν στο σαλόνι. Η Αγάπη στον καναπέ κι αυτή σε ένα παλιό κρεβάτι εκστρατείας του πατέρα της. Τα μεταλλικά ελάσματα, που είχε σαν βάση για το στρώμα, ήταν τόσο λυγισμένα, που έλεγες πως θα βρεθείς στο πάτωμα, τυλιγμένος με αυτά. Είναι ζήτημα αν κατάφερε να κοιμηθεί κανένα δίωρο. Σηκώθηκε, με το που ένιωσε το φως του ήλιου να περνά μέσα από τις γρίλιες των ξύλινων παραθυρόφυλλων.

Τελειώνοντας με την αποθήκη, μπήκε στο κελάρι να δει τι μπορούσε να σωθεί κι από κει. Τα μπουκάλια, σίγουρα. Αν και δεν μπορείς να μιλήσεις για υψηλή οινοποιία, η χθεσινή δοκιμή δεν ήταν και τόσο κακή. Άφησε να κυλήσει λίγο από το περιεχόμενο ενός βαρελιού. Η ξινή οσμή, που γέμισε μεμιάς το χώρο, την έπεισε πως το πηχτό μαυριδερό υγρό που έτρεχε από την κάνουλα, δεν ήταν κρασί.

Το βλέμμα της έπεσε πάλι πάνω στο μεγάλο βαρέλι. Πλησίασε. Σαν ν’ άκουσε παιδικά τρεχαλητά στο κατώφλι. Έσκυψε και μπήκε μέσα. Ίσα που χωρούσε. Αγκάλιασε τα γόνατά της σφιχτά στο στήθος. Όπως τότε. Άκουσε, σαν σε όνειρο, τα αναφιλητά του μικρού κοριτσιού. Με το σαγόνι της κολλημένο πάνω στα γόνατα, είδε το μικρό φωτεινό τετράγωνο λίγα εκατοστά μπροστά από την κρυψώνα της. Οι φυλλωσιές των δέντρων, επαναλάμβαναν ξανά το μαγικό χορό τους. Όπως τότε. Αφουγκράστηκε. Ναι! Ήταν εκεί. Της μιλούσαν. Την περίμεναν. Περίμεναν τον γυρισμό της.     

Πρώτος εμφανίστηκε ο Γλυκερός. Ξεπρόβαλλε, δειλά δειλά, από το σκοτάδι.

-Κατερίνα; Εσύ είσαι;

-Ναι, Γλυκερέ μου! Εγώ είμαι.

-Μεγάλωσες! Τι λέω; Πελώρια έγινες!

Ο Γλυκερός την πλησίασε, γεμάτος περιέργεια, αλλά πάντα κρατώντας μια απόσταση ασφαλείας.

-Μεγάλωσες, ξαναείπε ελαφρώς απογοητευμένος.

-Έτσι είναι οι άνθρωποι, Γλυκερέ μου. Είμαι γυναίκα, τώρα. Δεν είμαι παιδί.

-Κρίμα, απάντησε μελαγχολικά ο παράξενος ανθρωπάκος. 

Στη συνέχεια έβαλε τα δυο του δάχτυλα στο στόμα και σφύριξε με δύναμη.

-Βγείτε όλοι. Ήρθε η Κατερίνα μας!

Πριν ολοκληρώσει τη φράση του, ξεπετάχτηκαν από κάθε γωνιά του υπογείου μικροσκοπικά πολύχρωμα ανθρωπάκια και, άλλα τρέχοντας και άλλα χοροπηδώντας, περικύκλωσαν την κοπέλα. Άλλα, πάλι, πλησίαζαν διστακτικά, τρομαγμένα από τον τεράστιο όγκο της.

Εκείνη, τους χαιρέτησε έναν έναν, τον καθένα με τ’ όνομά του. Τον Γιαρούπη, με το λευκό σκουφί, τη ντροπαλή Δακτυλένια, τη Σφυρίκτρα, με την τσιριχτή φωνή, τον πάντα λαδωμένο Συρματένιο, τον γερο Μπίνη, τον…

-Μα, πού είναι ο Ατσαλένιος; Δεν τον βλέπω ανάμεσά σας.

Η Σφυρίκτρα πετάχτηκε ν’ απαντήσει.

-Είναι στο…

-Σσσσσς! τη διέκοψαν οι υπόλοιποι.

Ο γερο-Μπίνης έκανε ένα βήμα μπροστά και, σαν να ήθελε να αναγγείλει κάτι επίσημο, ξερόβηξε για να καθαρίσει τον λαιμό του.

-Ο Ατσαλένιος, αγαπητό μου παιδί, δεν είναι πολύ καλά.

-Τι έπαθε; ρώτησε ανήσυχη η Κατερίνα.

Ο γερο-Μπίνης δίστασε. Μετά από μια μικρή παύση κι έναν αναστεναγμό, συνέχισε.

-Όταν έφυγες…

-Μας εγκατέλειψες, πετάχτηκε ο Συρματένιος.

-Σιωπή, Συρματένιε! Τώρα, μιλάω εγώ! Σεβασμός!

Ο γερο-Μπίνης, με τη μακριά άσπρη γενειάδα του, ήταν το πιο επιβλητικό πρόσωπο ανάμεσά τους. Κανένας, εκτός από τον Συρματένιο, δεν τολμούσε να του αντιμιλήσει. Αφού σώπασαν όλοι, ο γερο-Μπίνης συνέχισε την αφήγησή του.

-Ο Ατσαλένιος δε μπόρεσε να χωνέψει την αναχώρησή σου. Σε αγαπούσε πολύ, βλέπεις. Όλοι μας σε αγαπούσαμε, ακόμη σ’ αγαπάμε, όμως, εκείνος πιο πολύ. Τον θυμάσαι, καλό μου παιδί;

Η Κατερίνα ήθελε να μιλήσει, αλλά δεν μπορούσε. Ένας κόμπος στον λαιμό δεν την άφηνε. Ο Ατσαλένιος! Με την αστραφτερή του πανοπλία και το λεπτό γυαλιστερό σπαθάκι του! Ήταν ο πρώτος που ερχόταν κοντά της, κάθε φορά που έτρεχε να κρυφτεί στο βαρέλι της για να μην ακούει τις υστερικές φωνές της μητέρας. 

Ήταν άρρωστη η μητέρα. Όχι πάντα. Τα νεύρα της πειράχτηκαν, μετά το θάνατο του Αλέξη. Ήταν δεν ήταν ενός χρόνου, όταν έσβησε στον ύπνο του. “Αιφνίδιος θάνατος”, είπαν οι γιατροί. Η μητέρα δεν μπόρεσε να συνέλθει από τότε. Κατηγορούσε τον εαυτό της που δεν άκουσε τίποτα τη μοιραία νύχτα. Ένα κλάμα. Ένα παράπονο. Κάτι. Οτιδήποτε.

Ο πατέρας στάθηκε κοντά της όσο μπορούσε. Εκείνη, όμως, δεν ήταν εκεί. Κοιμόταν όλη την ημέρα. Κι όταν ξυπνούσε, δεν ήθελε ν’ ακούει τον παραμικρό θόρυβο. Τα πάντα την ενοχλούσαν. Μισούσε και έβριζε τα πουλιά στα δέντρα. Ακόμη και ο ήχος της βροχής στα τζάμια, ήταν ένα μαρτύριο γι’ αυτήν. Ήταν λες και τ’ αυτιά της ν’ αναζητούσαν εκείνον τον ελάχιστο ψίθυρο, την ανάσα που δεν άκουσε τότε.

-Κλαις, Κατερίνα; ρώτησε τρυφερά ο γερο-Μπίνης.

Η Κατερίνα κούνησε καταφατικά το κεφάλι, κι όλοι μαζεύτηκαν γύρω της σε μια μεγάλη αγκαλιά. Όπως τότε.

-Μη στενοχωριέσαι, καρδούλα μου, την παρηγόρησε η Σφυρίκτρα. Όλα θα περάσουν. Πάντα περνούν. Έτσι δεν είναι;

-Έτσι είναι, έσπευσε να βεβαιώσει ο γερο-Μπίνης.

-Έτσι είναι, επανέλαβαν σχεδόν ταυτόχρονα και οι υπόλοιποι.

Η Κατερίνα, σκούπισε τα μάτια της, με την ανάποδη του χεριού της και, ρουφώντας τη μύτη της, στράφηκε στο γερο-Μπίνη.

-Πες μου για τον Ατσαλένιο!

Όλοι κάθισαν ν’ ακούσουν. Ο γερο-Μπίνης πήρε μια βαθιά ανάσα και ξεκίνησε.

-Όταν έφυγες, όλοι μας νομίσαμε πως θα ξαναγυρνούσες. Δεν ήταν η πρώτη φορά, εξάλλου, που έφευγες. Βέβαια, μας ανησύχησε το γεγονός της ξαφνικής σου αναχώρησης, και λέω ξαφνικής, κρίνοντας από το ότι δεν μας αποχαιρέτησες. Όμως, όλοι μας πιστεύαμε, ή μάλλον, ελπίζαμε πως θα επέστρεφες σύντομα. Ο Ατσαλένιος, ήταν, από την πρώτη στιγμή, βέβαιος πως κάτι κακό είχε συμβεί. “Δε μπορεί”, έλεγε και ξανάλεγε “δε θα έφευγε έτσι, χωρίς να με χαιρετήσει”. Εμείς, βέβαια, προσπαθούσαμε να τον καθησυχάσουμε, όμως… ε, τον ξέρεις τώρα το Ατσαλένιο. Δεν παίρνει από λόγια. Όσο περνούσαν οι μέρες, κι εσύ δεν φαινόσουν, ο Ατσαλένιος φούντωνε όλο και πιο πολύ. Σταμάτησε να τρώει και τσακωνόταν με όλους για το παραμικρό. Ώσπου, μια μέρα, μάζεψε τα πράγματά του και μας αποχαιρέτησε. “Πάω να βρω την Κατερίνα. Είμαι σίγουρος πως βρίσκεται σε μεγάλο κίνδυνο. Το νιώθω”. Κι έφυγε.

-Έφυγε, επανέλαβε θλιμμένη η Σφυρίκτρα.

-Τι εννοείς έφυγε; Πού πήγε; ρώτησε η Κατερίνα.

-Βγήκε εκεί έξω, απάντησε ο γερο-Μπίνης δείχνοντας προς την πόρτα του κελαριού.

Όλοι τριγύρω μαζεύτηκαν με τρόμο, στη σκέψη του “έξω”. Ο γερο-Μπίνης συνέχισε.

-Όταν γύρισε, δεν ήταν πια ο ίδιος. Ήταν…

-Τι; ρώτησε ανήσυχη η Κατερίνα.

Κοίταξε ένα γύρω τους φίλους της που στέκονταν σιωπηλοί αποφεύγοντας το βλέμμα της.

-Τι έπαθε ο Ατσαλένιος μου; Γιατί δε μιλάτε; Τι μου κρύβετε; Σφυρίκτρα! Τι είναι όλα αυτά; Γλυκερέ, δεν μιλάς; Εσύ, Συρματένιε; Τι παιχνίδι είν’ αυτό; Δακτυλένια; Εσύ θα μου πεις. Πού είναι ο Ατσαλένιος; Γιαρούπη;

-Δε μπορώ να σου πω, ψέλλισε ο Γιαρούπης.

-Γερο-Μπίνη; Πες μου! Σε παρακαλώ.

-Εγώ, καλό μου παιδί… προσπάθησε να δικαιολογηθεί ο ασπρομάλλης ανθρωπάκος.

Η Κατερίνα δεν τον άφησε να ολοκληρώσει. Βγήκε από την κρυψώνα της και άρχισε να ψάχνει ανάμεσα στα υπόλοιπα βαρέλια.

-Ο Ατσαλένιος είναι εδώ. Το νιώθω. Ατσαλένιε! Όπου και να κρύβεσαι, φανερώσου. Θέλω να σε δω. Πού είσαι; Φανερώσου λοιπόν, ξεροκέφαλε. Ξέρω πως με ακούς. Άκου λοιπόν αυτό. Θα φύγω! Θα φύγω και δε θα με ξαναδείς. Μ’ ακούς; Και θα πάρω και τους άλλους μαζί μου. Όλους! Εκτός από σένα.

Καμία απάντηση. Η Κατερίνα κατευθύνθηκε προς το μεγάλο βαρέλι και προσποιήθηκε πως προσπαθούσε να το μετακινήσει.

-Αντίο, λοιπόν, χοντροκέφαλε! Μείνε μόνος σου!

-Μην τολμήσεις!

Η φωνή βγήκε από το στεγνωτήριο. Η Κατερίνα έτρεξε προς το μέρος του.

-Ατσαλένιε.

Έκανε ν’ ανοίξει το καπάκι.

 -Μη! της φώναξε ο Ατσαλένιος μέσα από την κρυψώνα του. Δεν πρέπει να με δεις.

-Τι ειν’ αυτά που λες; Φυσικά και πρέπει να σε δω.

Η Κατερίνα άνοιξε απότομα το καπάκι. Μία μικροσκοπική ψηλόλιγνη φιγούρα ενός ιππότη με την πανοπλία του, ίσα που διακρινόταν στο σκοτάδι. Έμειναν έτσι μερικά δευτερόλεπτα, σιωπηλοί, να κοιτούν ο ένας τον άλλο. Ο Ατσαλένιος ήταν πράγματι διαφορετικός. Είχε γεράσει. Τα πυκνά σγουρά μαλλιά του είχαν ασπρίσει και αραιώσει. Ρυτίδες αυλάκωναν το μέτωπό του. Ακόμη και η πανοπλία του είχε χάσει την παλιά της λάμψη. Εκείνος, κατάλαβε το ξάφνιασμά της.

-Περάσαν τα χρόνια, καλή μου.

-Μα.. οι υπόλοιποι… Μόνο εσύ… άλλαξες.

-Βγήκα έξω… Να σε βρω. Έψαξα παντού. Μα… δεν τα κατάφερα. Οι σκιές, εκεί έξω… είναι τόσο τρομακτικές, απολογήθηκε ο Ατσαλένιος σκύβοντας το κεφάλι ντροπιασμένος.

Η Κατερίνα έβλεπε με θλίψη τον άλλοτε περήφανο και αγέρωχο φίλο της να στέκεται ηττημένος μπροστά της. Και τότε, της ήρθε μια ιδέα.

-Ατσαλένιε μου! Εγώ φταίω. Σου ζητώ συγγνώμη. Δεν έπρεπε να φύγω έτσι. Όμως ξαναγύρισα. Βλέπεις;

-Και θα φύγεις πάλι.

-Ναι, αλλά αυτή τη φορά, θα έρθεις μαζί μου κι εσύ. Όλοι σας. Τι λέτε;

-Δε μας χρειάζεσαι, γλυκιά μου. Είσαι μια νέα δυνατή γυναίκα.

-Φυσικά και σας χρειάζομαι. Εσείς υπήρξατε πάντα το στήριγμά μου. Και η πιο γλυκιά ανάμνηση που έχω από την παιδική μου ηλικία. Θα πάρω και το βαρέλι μας. Θα το βάλω στο υπόγειο, στο σπίτι μας. Θα δείτε! Θα σας αρέσει.

-Μα… εδώ είναι το σπίτι μας, αντέταξε ο γερο-Μπίνης κι όλοι συμφώνησαν μαζί του.

-Το σπίτι σας θα γκρεμιστεί. Κι εσείς θα χαθείτε για πάντα. Ελάτε! Θα σας γνωρίσω και την κόρη μου, τη Μίνα. 

-Έχεις κόρη; πετάχτηκε η Δακτυλένια μέσα στο γενικό ξάφνιασμα.

-Σαν εσένα; ρώτησε συγκινημένος ο Γιαρούπης; Όπως τότε;

-Ίδια κι απαράλλακτη, απάντησε εύθυμα η Κατερίνα. Μόνο που…

-Τι; ρώτησαν όλοι με μια φωνή.

-Δεν κλαίει τόσο συχνά, όσο εγώ. Πειράζει;

Η ιδέα ενός παιδιού που θα έπαιζε και πάλι μαζί τους, τους είχε ξεσηκώσει όλους που συζητούσαν τώρα μεταξύ τους με ενθουσιασμό. 

Ο ήχος της μπουλντόζας την επανέφερε στην πραγματικότητα. Η Κατερίνα πετάχτηκε έξω τρομαγμένη και, φωνάζοντας και χοροπηδώντας, για να τραβήξει την προσοχή του οδηγού, σταμάτησε την κατεδάφιση.

-Περιμένετε, του φώναξε, λαχανιασμένη. Έχω κάποια πράγματα εκεί μέσα.

-Είπαμε στις εννιά το πρωί. Έπρεπε να τα είχατε βγάλει από χθες, γκρίνιαξε ο οδηγός.

-Το ξέρω. Συγγνώμη. Μήπως μπορείτε να με βοηθήσετε; Είναι βαριά.

Ο οδηγός, απρόθυμα, οδήγησε το μηχάνημα στην άκρη και έσβησε τη μηχανή.

-Τώρα, έρχομαι. Ένα λεπτό, να συνεννοηθώ με το αφεντικό.

Έβγαλε το κινητό του από την τσέπη και σχημάτισε έναν αριθμό. Η Κατερίνα, έτρεξε στο κελάρι.

-Μαζευτείτε όλοι. Μπείτε στο βαρέλι, γρήγορα!

Όλοι, έτρεξαν φουριόζοι να χωθούν στο βαρέλι. 

-Μιλάτε σε κάποιον;

Η τεράστια σιλουέτα του οδηγού στην είσοδο, σκοτείνιασε το δωμάτιο.

-Μπα! Μόνη μου μιλώ, αποκρίθηκε αμήχανη η Κατερίνα. Με βοηθάτε να βγάλω το βαρέλι έξω;

Η Κατερίνα έριξε μια γρήγορη ματιά στον πάτο του βαρελιού. Ξεφύσηξε ανακουφισμένη. Ήταν όλοι εκεί.

-Εμπρός, για καινούριες περιπέτειες! φώναξε κραδαίνοντας το σπαθάκι του περήφανα, ο Ατσαλένιος.

-Εμπρός, ψιθύρισε και η Κατερίνα, προσπαθώντας να μην την ακούσει ο οδηγός που κυλούσε το βαρέλι μουρμουρίζοντας.

Άκουσε το πνιχτό γέλιο του μικρού κοριτσιού να ξεμακραίνει. Τα ξύλα ολόγυρα έτριξαν ικανοποιημένα. Και τα βαρέλια, γουργούρισαν κι αυτά, μην τυχόν και μείνουν αμέτοχα.

_

γράφει ο Τάσος Κυρτάσογλου

Το σχόλιό σας είναι επιθυμητό!

Επιμέλεια κειμένου

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Εγγραφείτε στο newsletter

Οδηγός ιστοσελίδας

Αθήνα Παγκόσμια Πρωτεύουσα Βιβλίου

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος