«Το στρίψιμο της βίδας»: ιστορία φαντασμάτων ή γονεϊκή μονομανία;

28.02.2020

 

γράφει η Βάλια Καραμάνου

Ο Henry James (15 Απριλίου 1843 – 28 Φεβρουαρίου 1916) υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους Αμερικανούς συγγραφείς του 19ου αιώνα και από τους κύριους εκπροσώπους του ρεαλισμού στην λογοτεχνία. Το διήγημά του «Το στρίψιμο της βίδας» (The Turn of the Screw, 1898) αποτελεί ένα κλασικό δείγμα ιδιαίτερης λογοτεχνικής αξίας, που έχει μεταφραστεί από πολλούς και κυκλοφορεί μέχρι σήμερα στα βιβλιοπωλεία, ενώ έχει αποδοθεί κινηματογραφικά και θεατρικά σε πολλές εκδοχές. Η αμφισημία του, ο πυκνός λόγος, η σύγχυση των ορίων μεταξύ πραγματικότητας και μεταφυσικού είναι μόλις μερικά από τα προτερήματα του έργου που μαρτυρούν ένα πράγμα: ο James καταφέρνει να «παίξει» με το μυαλό μας και αναπαράγει στον κάθε αναγνώστη τον πιο μύχιο φόβο του.

Η βασική ιστορία παρουσιάζεται εγκιβωτισμένη στην αφήγηση του Ντάγκλας μια κρύα χειμωνιάτικη νύχτα σε μια σύναξη δίπλα στο τζάκι. Εκεί γίνεται η πρώτη νύξη για τον ευρηματικό τίτλο από τον ίδιο τον αφηγητή:

«Συμφωνώ —σχετικά με του Γκρίφφιν το φάντασμα, ή ό,τι κι αν ήταν— πως η εμφάνισή του πρώτα στο αγοράκι, σε μια τόσο τρυφερή ηλικία, προσθέτει μια ξεχωριστή χροιά. Αλλά, από ό,τι ξέρω, δεν είναι η πρώτη φορά που αυτές οι χαριτωμένες εμφανίσεις μπλέκουν στα δίχτυα τους ένα παιδί. Αν το παιδί προσθέτει στην εντύπωση άλλο ένα στρίψιμο της βίδας, τι θα λέγατε για δύο παιδιά; —Θα λέγαμε, φυσικά, είπε κάποιος, πως προσθέτουν δυο στριψίματα.»

Είναι η πρώτη υπαινικτική ερμηνεία του τίτλου (η δεύτερη αναφέρεται λίγο πριν το τέλος). Τί είναι λοιπόν το «στρίψιμο της βίδας»; Είναι ένας καταλύτης που μεγιστοποιεί το κακό. Και ποιο μέσο/καταλύτης θα ήταν αποτελεσματικότερο από ένα αθώο «σκεύος», όπως ένα πανέμορφο παιδί – στην προκειμένη δύο- που είναι ταυτόχρονα τόσο αγνό και τόσο διεστραμμένο;

Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή. Η υπόθεση είναι φαινομενικά απλή: μια νεαρή γκουβερνάντα αναλαμβάνει την διδασκαλία και την φύλαξη δύο παιδιών – της Φλώρας και του Μάιλς- στο Μπλάυ της αγγλικής υπαίθρου. Εκεί, στο ειδυλλιακό τοπίο κάνουν την εμφάνισή τους τα σατανικά φαντάσματα των προκατόχων υπηρετών, του Πήτερ Κουίντ και της μις Τζέσελ. Η ενάρετη γκουβερνάντα θα προσπαθήσει μόνη της αρχικά, κατόπιν με την βοήθεια της οικονόμου Γκρόουζ, να τα κρατήσει μακριά από τα παιδιά χωρίς ωστόσο αποτέλεσμα.

Από την πρώτη στιγμή που αναλαμβάνει τα καθήκοντά της η νεαρή γυναίκα νιώθει πλημμυρισμένη από μητρική τρυφερότητα για τα δύο παιδιά και δυνατή αίσθηση ευθύνης. Αναφέρεται στο κείμενο ενδεικτικά για την μικρή Φλώρα:

«Το κοριτσάκι που συνόδευε την κυρία Γκρόουζ μου φάνηκε αμέσως ένα τόσο χαριτωμένο πλάσμα, που το θεώρησα μεγάλη μου τύχη πως θα είχα να κάνω μαζί του. Ήταν το ωραιότερο παιδί που είχα δει στη ζωή μου, και απόρησα που ο εργοδότης μου δε μου είχε μιλήσει περισσότερο για τη μικρή…Αλλά ήταν μια τόνωση για μένα πως δεν μπορούσε να υπάρξει καμιά στενοχώρια σχετικά με μια τόσο μεγάλη ευτυχία, σαν τη φωτεινή εικόνα του μικρού μου κοριτσιού, που ο οραματισμός της αγγελικής ομορφιάς του είχε σχέση, πιθανόν περισσότερο από καθετί άλλο, με την ανησυχία που με έκανε, πριν από το πρωί, να σηκωθώ πολλές φορές και να τριγυρνώ μέσα στο δωμάτιό μου για να συγχωνέψω μέσα μου ολόκληρο το καινούργιο σχέδιο της ζωής μου.»

Και κατόπιν αναφέρεται ενδεικτικά για τον μικρό Μάιλς (παρότι έχει πληροφορηθεί πως έχει αποβληθεί από το σχολείο του για ανάρμοστη συμπεριφορά):

«Είχα φτάσει με μικρή καθυστέρηση, κι ένιωσα, —έτσι που στεκόταν με κάποια ανυπομονησία περιμένοντάς με, μπροστά στην πόρτα του πανδοχείου, εκεί που τον είχε κατεβάσει η ταχυδρομική άμαξα— πως το είδα μεμιάς, απέξω κι εσωτερικά, στη μεγάλη λάμψη μιας παιδικής δροσιάς, μέσα στο ίδιο άρωμα αγνότητας που είχα δει από την πρώτη στιγμή την αδερφούλα του. Ήταν απίστευτα ωραίος, και η κυρία Γκρόουζ είχε δίκιο: καθετί άλλο, εκτός από κάτι σαν παράφορο αίσθημα τρυφερότητας γι’ αυτόν, σαρωνόταν από την παρουσία του. Αυτό που τον έβαλε αμέσως μέσα στην καρδιά μου, ήταν κάτι το θεϊκό, που σε κανένα παιδί δεν το είχα συναντήσει στον ίδιο βαθμό —εκείνο το ύφος του, που δεν περιγράφεται, πως δεν ήξερε τίποτα άλλο στον κόσμο εκτός από αγάπη. Ήταν αδύνατον να έχει βγάλει κακό όνομα και να το περιφέρει με την πιο γλυκιά έκφραση αθωότητας».

Η γυναίκα ήδη νιώθει κάτι παραπάνω από γκουβερνάντα, νιώθει μητέρα. Είναι η στιγμή που κάνουν την εμφάνισή τους τα φαντάσματα, πρώτα του Πήτερ Κουίντ, όπως μόνο ο Henry James γνωρίζει να κάνει: σαν μια βίδα που γυρίζει περιστροφικά, το μεταφυσικό διεισδύει με φυσικότητα στην πραγματικότητα καθιστώντας με αυτόν τον τρόπο την απόλυτα φρικτή. Άλλωστε ο ίδιος έχει γράψει στα σημειωματάριά του πως το μυστικό της γραφής είναι το εξής: «Το σημαντικό είναι να παρουσιάσει κανείς το θαυμαστό και το παράξενο περιοριζόμενος σχεδόν αποκλειστικά στο να δείξει την αντανάκλασή τους πάνω σε μιαν ευαισθησία, αναγνωρίζοντας ότι το κυριότερο στοιχείο συνίσταται σε κάποια δυνατή εντύπωση που προκαλούν και η οποία γίνεται έντονα αισθητή».

«Εμφανίστηκε πάλι, δεν μπορώ να πω καθαρότερα, γιατί αυτό ήταν αδύνατον, αλλά με μια αμεσότητα που αντιπροσώπευε ένα μεγάλο βήμα προς τα εμπρός στην επικοινωνία μας, και με έκανε, καθώς τον είδα, να παγώσω και να μου κοπεί η ανάσα. Ήταν ο ίδιος — ήταν ο ίδιος, και τον είδα, και τούτη τη φορά όπως την προηγούμενη, από τη μέση και πάνω, γιατί το παράθυρο, αν και η τραπεζαρία ήταν στο ισόγειο, δεν κατέβαινε ως κάτω. Το πρόσωπό του ήταν κοντά στο τζάμι, κι ωστόσο αυτό, που τον έβλεπα καλύτερα τώρα, συντελούσε, κατά παράξενο τρόπο, μονάχα στο να μου φανερώσει πόσο έντονα τον είχα δει την πρώτη φορά. Έμεινε μονάχα μερικά δευτερόλεπτα —αρκετά για να με πείσει κι αυτός πως με είδε και με αναγνώρισε— μα ήταν σαν να τον κοίταζα ολόκληρα χρόνια και να τον γνώριζα από πάντα. Κάτι, ωστόσο, είχε συμβεί τούτη τη φορά, που δεν είχε συμβεί πρωτύτερα: η ματιά του, καθώς με κοίταζε στο πρόσωπο μέσα από το τζάμι, ήταν βαθιά και έντονη όπως τότε, αλλά τραβήχτηκε από μένα για μια στιγμή, και σ’ αυτό το διάστημα είδα πως κοίταζε διαδοχικά διάφορα άλλα αντικείμενα. Την ίδια στιγμή με συντάραξε η βεβαιότητα πως δεν ήταν για μένα που είχε έρθει. Είχε έρθει για κάποιον άλλο.»

Λίγο αργότερα όταν η γκουβερνάντα συνομιλεί με την κ. Γκρόουζ της εξομολογείται τον πραγματικό φόβο της, πως τα παιδιά όχι μόνο δεν φοβούνται αλλά έλκονται από την διαβολική φυσιογνωμία, δηλαδή το κακό, την διαφθορά:

«—Έψαχνε κάποιον άλλο, λέτε, κάποιον που δεν ήταν εσείς; —Έψαχνε τον Μάιλς, αποκρίθηκα, νιώθοντας μια θαυμάσια διαύγεια. Αυτόν έψαχνε. —Μα πώς το ξέρετε; —Το ξέρω, το ξέρω, το ξέρω! είπα, συνεπαρμένη. Το ξέρεις κι εσύ, χρυσή μου! Δεν το αρνήθηκε, μα δε χρειαζόμουν καν αυτή την απόδειξη. Όπως και να είναι, είπε ύστερα από μια στιγμή: —Τι κι αν τον έβλεπε; —Ο Μάιλς; Αυτό ήθελε. Φάνηκε πάλι τρομοκρατημένη: —Το παιδί;»

Ο Μάιλς λοιπόν φαίνεται επιρρεπής στην αμαρτία, αλλά – ω τι φρίκη!- αργότερα αποδεικνύεται το ίδιο και για την όμορφη μικρή Φλώρα σε μια άλλη σατανική οπτασία, που εμφανίζεται τόσο φυσικά και όχι φυσιολογικά μέρα μεσημέρι στην ειδυλλιακή λιμνούλα («Τίποτα δεν ήταν περισσότερο φυσικό από το να ήσαν αυτά τα πράγματα τα άλλα πράγματα, που απολύτως δεν ήσαν.»)

«Είχα καθίσει, με κάποιο εργόχειρο —επειδή, σύμφωνα με το ρόλο μου στο παιχνίδι ήμουν κάτι που μπορούσε να κάθεται στον παλιό πέτρινο πάγκο πλάι στη λιμνούλα, και σ’ αυτή τη θέση άρχισα να έχω την αντίληψη, με βεβαιότητα, και όμως χωρίς να το βλέπω άμεσα, της παρουσίας, σε κάποια απόσταση, ενός τρίτου προσώπου. Τα γέρικα δέντρα, το πυκνό σύθαμνο, έριχναν ένα μεγάλο κι ευχάριστο ίσκιο, που ωστόσο χωνευόταν μέσα στη φωτεινότητα της ζεστής, γαλήνιας ώρας. Δεν υπήρχε τίποτα το ακαθόριστο ή αμφίβολο σε οτιδήποτε —τουλάχιστον όχι στην πεποίθηση που σχημάτιζα από τη μια στιγμή στην άλλη, για το τι θα έβλεπα ολόισια μπροστά μου, στην αντικρινή όχθη, αν σήκωνα τα μάτια μου. Εξακολουθούσαν να είναι στυλωμένα πάνω στο κέντημά μου, και νιώθω ακόμα τώρα τη δύναμη της προσπάθειάς μου να μην τα ανασηκώσω ώσπου να πειστώ πως θα ήμουν ικανή ν’ αποφασίσω τι να κάνω. Ήταν ένα ξένο αντικείμενο εκεί —ένα ον, που αμέσως, με πάθος, αμφισβήτησα το δικαίωμα της παρουσίας του.»

Και όχι μόνο αυτό, αλλά αναφέρεται σχετικά με την Φλώρα αργότερα σε συζήτηση με την οικονόμο πως «—Μα, είναι πως το παιδί μπορεί να εξακολουθήσει να τη βλέπει, και σίγουρα θα εξακολουθήσει — δίχως να το ξέρω».

Τα παιδιά λοιπόν μαγνητίζονται από το Κακό και δίχως να το ξέρουμε, πέρα από την επίβλεψή μας, επομένως κινδυνεύουν και καλούμαστε εμείς να τα σώσουμε εμείς. Στο σημείο αυτό, ο κάθε γονιός μπορεί ν’ αναγνωρίσει τους φόβους, τις φοβίες του, κάθε πικρή και ενοχική σκέψη, στην οποία μπορεί εύκολα να γίνει δέσμιος, αν δεν συγκρατηθεί. Αισθάνεται πως οφείλει να ελέγχει τα πάντα, για να μην συμβεί το κακό «δίχως να το ξέρει».

Είναι η στιγμή που η γκουβερνάντα παύει να φοβάται και περνά στην αντεπίθεση:

«Δίχως κερί, την κατοπινή στιγμή, είδα πως κάποιος ήταν στη σκάλα. Μιλάω για αλληλουχίες, αλλά δε χρειάστηκε σχεδόν ούτε δευτερόλεπτο για να σκληρύνω αλύγιστη, έτοιμη για μια τρίτη συνάντηση με τον Κουίντ. Η οπτασία είχε φτάσει στα μέσα της σκάλας, στο κοντινότερο σημείο προς το παράθυρο, κι εκεί, μόλις με είδε, σταμάτησε και στύλωσε πάνω μου τα μάτια του, ακριβώς όπως τα είχε στυλώσει από τον πύργο κι από τον κήπο. Με γνώρισε όπως τον γνώρισα κι εγώ, κι έτσι, μεσ’ στο ψυχρό, αδύνατο μισόφωτο, στην ανταύγεια της ψηλής τζαμαρίας και του λούστρου της δρύινης σκάλας, αντικριστήκαμε με αμοιβαία ένταση. Σ’ αυτή την περίσταση, ήταν μια ζωντανή, σιχαμερή, επικίνδυνη παρουσία. Μα τούτο δεν ήταν το θαύμα θαυμάτων: φυλάγω αυτή τη διάκριση για μια εντελώς άλλη περίσταση —την περίσταση που ο φόβος με είχε απόλυτα παρατήσει, και δεν υπήρχε τίποτα μέσα μου που δεν αντιμετώπισε και δεν αναμέτρησε τον Κουίντ. Με πλημμύρισε μια ψυχική αγωνία ύστερα από εκείνη την καταπληκτική στιγμή, αλλά, δόξα τω Θεώ, δεν τρομοκρατήθηκα. Και το κατάλαβε πως δεν είχα τρομοκρατηθεί —το αντιλήφθηκα ξεκάθαρα ύστερα από μια στιγμή. Ένιωσα, με μια άγρια κι αλύγιστη αυτοπεποίθηση, πως ένα λεπτό αν δεν υποχωρούσα, θα έπαυα —για την ώρα τουλάχιστον— να τον λογαριάζω. Και μέσα σ’ αυτό το λεπτό, η κατάσταση ήταν ανθρώπινη και αποτρόπαιη σαν μια πραγματική αντιπαράσταση· αποτρόπαιη, επειδή ακριβώς ήταν ανθρώπινη, ανθρώπινη σαν να είχα συναντήσει, μονάχη μου, τις μικρές ώρες, μέσα σ’ ένα κοιμισμένο σπίτι, κάποιον εχθρό, κάποιον αλήτη, κάποιον εγκληματία.»

Παρά την αποφασιστικότητά της όμως, τα παιδιά δείχνουν ένα διαφορετικό πρόσωπο από αυτό που θα έπρεπε, δηλαδή του φόβου και της αθωότητας, παρότι συνεχίζουν να την αγαπούν:

Αναφέρεται ενδεικτικά για τον Μάιλς, που κατέβηκε τα μεσάνυχτα στον κήπο, κρυφά από την επιτήρησή της:

«Ακτινοβολούσε μέσα στο μισοσκόταδο. —Καθόλου. Καθόμουν και διάβαζα. —Και πότε κατέβηκες; —Τα μεσάνυχτα. Σαν είμαι κακό παιδί, είμαι πραγματικά κακό παιδί! —Κατάλαβα, κατάλαβα — ωραία τα κατάφερες. Μα πώς μπορούσες να είσαι βέβαιος πως θα το ήξερα; —Ω, συνεννοήθηκα με τη Φλώρα (είχε μια ετοιμότητα στις απαντήσεις του!) Θα σηκωνόταν και θα κοίταζε από το παράθυρο. —Όπως και έκανε. Εγώ έπεφτα στην παγίδα! —Κι έτσι σας έκανε να ανησυχήσετε, και για να δείτε τι κοίταζε, κοιτάξατε κι εσείς — και με είδατε. —Ενώ εσύ, συμπλήρωσα, πούντιαζες μέσα στο νυχτερινό αέρα! Τόσο ακτινοβολούσε κυριολεκτικά για το κατόρθωμά του, που το παραδέχτηκε πρόθυμα: —Πώς αλλιώς θα μπορούσα να ήμουν κακό παιδί; Και ύστερα από ένα ακόμα φιλί, το επεισόδιο και η συνομιλία μας τέλειωσαν, με την παραδοχή μου όλου του αποθεματικού καλοσύνης, που είχε χρησιμοποιήσει για το αστείο του.»

Και για την Φλώρα αντίστοιχα:

«Ο τρόπος που προσποιόταν η Φλώρα με ξάφνιασε, αλήθεια, πολύ περισσότερο παρά αν την έβλεπα απλώς ταραγμένη, επειδή δεν περίμενα, βέβαια, να τη δω τρομαγμένη. Προετοιμασμένη και προσεκτική όπως ήταν μετά την παρακολούθησή μας, δε θα προδινόταν —και για τούτο αναστατώθηκα με την πρώτη ματιά που της έριξα και είδα κάτι αναπάντεχο. Δίχως καμιά σύσπαση στο ρόδινο προσωπάκι της, ούτε καν να καμώνεται πως κοιτάζει προς τη διεύθυνση του υπερφυσικού φαινομένου που είχα αναγγείλει, αλλά μονάχα να έχει στυλωμένη πάνω μου μια έκφραση σκληρής, ήρεμης σοβαρότητας, μια έκφραση εντελώς καινούρια και πρωτόφαντη, που φαινόταν να με ανακρίνει, να με κατηγορεί και να με δικάζει —αυτό, ήταν ένα κόλπο που μεταμόρφωνε κατά κάποιο τρόπο το κοριτσάκι στην ίδια εκείνη μορφή που θα μπορούσε να με κάνει να δειλιάσω.»

Η παραφορά και η δυστυχία της γκουβερνάντας κορυφώνονται («Αυτό που ήταν αδύνατον, όσο τίποτ’ άλλο, να βγάλω από το νου μου, ήταν η βασανιστική ιδέα πως ό,τι κι αν είχα δει εγώ, ο Μάιλς και η Φλώρα είδαν περισσότερα — πράγματα φοβερά και αφάνταστα, που προέρχονταν από τρομακτικά περιστατικά στις περασμένες σχέσεις τους») και επιστρατεύει πλέον κάθε μέσο, αποφασισμένη να φτάσει ως το τέλος. Γράφει ένα γράμμα στον κηδεμόνα τους, το οποίο μυστηριωδώς χάνεται, στέλνει μακριά την άρρωστη Φλώρα με την κ. Γκρόουζ και η ίδια πηγαίνει στην εκκλησία για να προετοιμαστεί για την ύστατη μάχη με τα φαντάσματα. Η Φλώρα φυγαδεύεται, αλλά ο Μάιλς είναι πλέον αποκλειστικά δική της ευθύνη και θα παλέψει μέχρι τέλους γι’ αυτόν. Το μόνο που χρειάζεται είναι «μονάχα ένα ακόμα στρίψιμο στη βίδα της κοινής ανθρώπινης αρετής» ( η δεύτερη αναφορά του τίτλου).

«Έτσι, περίμενα τον Μάιλς στην επιβλητική τραπεζαρία, που έξω από το παράθυρό της, εκείνη την πρώτη επίφοβη Κυριακή, χάρη στην κυρία Γκρόουζ, πέρασε από το νου μου μια στιγμιαία αναλαμπή, που μόλις θα ταίριαζε να την ονομάσω φως. Τώρα, εδώ, ένιωσα πάλι —γιατί το είχα νιώσει πολλές φορές— πόσο η ψυχική μου εξαρτιόταν από την επιτυχία της αλύγιστης θέλησής μου, της θέλησης να κλείσω τα μάτια μου όσο γίνεται πιο σφιχτά στην αλήθεια πως αυτό που είχα να ασχοληθώ ήταν, αηδιαστικά, ενάντια στη φύση. Ο μόνος τρόπος που θα μπορούσα κάπως να προχωρήσω, ήταν να εμπιστευθώ και να λογαριάσω τη φύση, θεωρώντας το τερατώδες βασανιστήριό μου σαν μια ώθηση προς μια ασυνήθιστη κατεύθυνση, φυσικά, και δυσάρεστη, αλλά που απαιτούσε, το κάτω-κάτω, για μια καθαρή συνείδηση, μονάχα ένα ακόμα στρίψιμο στη βίδα της κοινής ανθρώπινης αρετής. Καμιά απόπειρα να εφοδιάσει κανείς τον εαυτό του με όλη τη φύση. Πώς θα μπορούσα να βάλω, έστω και λίγο από τούτο το είδος, δίχως να αναφερθώ σε ό,τι είχε συμβεί; Πώς, από την άλλη, θα μπορούσα να αναφερθώ, δίχως μια καινούρια βουτιά στο απαίσιο σκοτάδι;»

Γονεϊκή φροντίδα, προφύλαξη, ή μονομανία; Το Κακό είναι υπαρκτό ή ενσαρκώνεται τερατωδώς μέσα στην ταραγμένη μητρική καρδιά της νεαρής γυναίκας, που επιτάσσει κάθε όπλο για να κρατήσει κοντά της τα παιδιά για πάντα μικρά και αθώα; Ό, τι και να συμβαίνει εκείνη δίνει την ύστατη μάχη με το πιο τραγικό και ενάντιο στην θέλησή της αποτέλεσμα, που παράλληλα αποτελεί και τον μέγιστο γονεϊκό φόβο, την απώλεια ενός παιδιού:

« —Είναι εκείνος; Ήμουν τόσο αποφασισμένη να περάσω από ολόκληρη τη δοκιμασία, που τον προκάλεσα με ύφος παγερό: —Ποιον εννοείς με «εκείνος;» —Τον Πήτερ Κουίντ, διαβόλισσα! —και το πρόσωπό του ξανάκανε, ολόγυρα στο δωμάτιο, τη σπασμωδική του γκριμάτσα της ικεσίας: Πού; Ακόμα είναι στ’ αυτιά μου με πόση έσχατη ελπίδα φώναξε το όνομά του, κι ο τόνος που απότισε φόρο τιμής στην αφοσίωσή μου. —Τι σημασία έχει τώρα εκείνος, αγόρι μου; —τι σημασία μπορεί να έχει πια; Είσαι δικός μου — πέταξα για να το ακούσει το κτήνος που παραμόνευε— μα εκείνος σ’ έχει χάσει για πάντα! —και ύστερα, για επίδειξη του έργου μου: —Εκεί, εκεί! είπα στο Μάιλς. Μα είχε κιόλας πεταχτεί από την αγκαλιά μου, ψάχνοντας, κοιτάζοντας ολόγυρα με γουρλωμένα μάτια, και βλέποντας μονάχα τη γαλήνια μέρα. Κάτω από το χτύπημα του τι έχασε, γι’ αυτό που ήμουν τόσο περήφανη, έμπηξε μια στριγκλιά σαν να γκρεμιζόταν σε άβυσσο, κι έτσι που τον άδραξα, ήταν σαν να τον έπιασα την ώρα που έπεφτε. Τον έπιασα, ναι, τον κρατούσα: είναι εύκολο να φανταστείτε με πόσο παράφορο πάθος —μα ύστερα από ένα λεπτό άρχισα να νιώθω τι ήταν πραγματικά αυτό που κρατούσα. Ήμασταν μονάχοι με τη γαλήνια μέρα, και η καρδούλα του, στερεμένη, είχε σταματήσει.»

 

*Τα αποσπάσματα αποδίδονται στα ελληνικά από την μετάφραση του Κοσμά Πολίτη.

Ακολουθήστε μας!

Κερδίστε το!

Οδηγός ιστοσελίδας

Αρχείο

0 σχόλια

0 Σχόλια

Υποβολή σχολίου