Από μικρό παιδί, στη γωνιά του απέναντι δρόμου, έβλεπε πως τον περίμενε ένα όνειρο, πάντα όμως τον κυρίευε ο φόβος να το κυνηγήσει. Αυτό εκεί, τον περίμενε υπομονετικά, και δεν ξεθώριαζε, λες και ήταν γραμμένο με ανεξίτηλο μελάνι. Εκείνος, πεισματικά το αγνοούσε και αναζητούσε συνεχώς εναλλακτικές διαδρομές, για να μην περνάει από το στενό που τον τρόμαζε.
Δεν τον ενδιέφεραν τα διόδια που πλήρωνε, ούτε η καρδιά του που μάτωνε, κάθε φορά που δεν την ακολουθούσε.  Ήταν βολεμένος στη ζωή του, βαριόταν, δεν ήθελε την αλλαγή, στο βάθος την φοβόταν. Έτρεμε και μόνο στην ιδέα ότι θα ταράξει κάτι την τόσο τακτοποιημένη του ζωή, πως θα βρεθεί ένα όνειρο να τον συναρπάσει, και να ρισκάρει να φτάσει στον παράδεισο. Του αρκούσε η κόλαση του, παρά η ευκαιρία…
Αν και χρειαζόταν όσο τίποτα αυτή τη φυγή απ’ την πεζή καθημερινότητα, του φαινόταν αδύνατον, δεν μπορούσε να ξεφύγει από τα δεσμά της, παρά τα αντιφάρμακα που είχε δοκιμάσει. Έμοιαζε ανήμπορος να ξεπεράσει τους εφιάλτες του, την «στρωμένη» ζωή του, και τελικά να ζήσει πραγματικά… ίσως αυτό τελικά του άξιζε, μια ζωή χαμένη.

 

_

γράφει ο  Αλέξανδρος Πήχας