Είχαν επιστρέψει τα χελιδόνια, λασπωμένη η ακτή, έρημη

ένα πέταγμα φυγής ονειρεύεσαι

κρατάς την πίκρα για το τέλος

σε προδίδει, η ταραχή της φλέβας στο λαιμό.

Με τη λάμψη του περασμένου καιρού

κάτω από τη χρυσαφένια σκόνη στα βλέφαρα,

η αλήθεια ταξιδεύει με τα σύννεφα αλλού

παραστρατημένοι ίσκιοι στην ομίχλη..

Νιώθεις αυτό το τρέμουλο στη συνείδηση,

συγνώμη θέλεις να φωνάξεις, συγνώμη από την ίδια τη ζωή

και μοιάζει μια ακόμη χαμένη δυνατότητα.

Τώρα, αισθάνεσαι πόσο συγγενεύουν οι ψυχές

όταν δακρύζουν γιασεμιά ολόλευκα τα μάτια

όταν δίχως λυγμό μένουν ήρεμα τα πρόσωπα.

Φωτισμένα μεγάλα παράθυρα, ανοικτά στο πέλαγος

σφυρίζει η ανάσα του ανέμου παραμονεύοντας τις αμφιβολίες.

Άργησες, η χαρά καταγγέλλει τη μέρα

οι αισθήσεις συντηρούν τη νοσταλγία τις νύχτες

όταν κοιμάται η θλίψη στα μεταξωτά

ανοίγουν  κερκόπορτες στην αιωνιότητα.

Αύριο... μετρώντας την απόσταση

του χωρισμού, κρατάς το κόκκινο μήλο

η πλέον υψωμένη αισθαντικότητα.

Με χέρια τρεμάμενα στην ενσυνείδητη εμπειρία του πόθου

το κρασί  περιμένει στο τραπέζι

εικόνα μιας τελευταίας εντύπωσης.

Η μελαγχολία είναι τέχνη τελικά

μέσα από νοτισμένους καθρέπτες

δυσοίωνη η θύελλα της καρδιάς

θα μ' αρνηθείς... μα θα αντέξεις και χωρίς εμένα.

 

_

γράφει η Ζωή Δικταίου 

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!