Τα σαλπίσματα ακούστηκαν μα οι φωνές δεν έλεγαν να καταλαγιάσουν την αγριάδα της ατμόσφαιρας.
Τα χέρια τους ανεβοκατέβαιναν, λες και ήθελαν να κάνουν εκείνα τα σήματα επιβίωσης, που κανείς δεν ήταν σε θέση να τα αναγνωρίσει και να τα καταθέσει.

Δεν ήθελαν να αθετήσουν τις συμβουλές εκείνες που κάποτε έδιναν στα παιδιά τους, να μην τα παρατάνε ποτέ εύκολα, να παλέυουν για ό,τι πιστεύουν και ό,τι θέλουν να πετύχουν στη ζωή τους.

Μα τώρα βρίσκονταν αντιμέτωποι μ΄ εκείνα τα στοιχεία της φύσης, που κανείς δε θα ήταν σε θέση να ανταπεξέλθει και να βγει όντως σώος μέσα από αυτά.

Εκείνα τα θεόρατα βράχια που είχαν αντικρύσει ξαφνικά, τους έκοβαν και την παραμικρή ελπίδα για επιβίωση, για μια λύτρωση που ούτως ή αλλως την είχαν αναζητήσει, καθώς εκείνο το μαγευτικό ταξίδι που πάντα ονειρευόντουσαν, είχε αρχίσει να αποβαίνει μοιραίο και καθοριστικό για τις μετέπειτα επιδιώξεις και διώξεις τους για ένα καλύτερο αύριο, για έναν καλύτερο χαρακτήρα, για μια ζωή, αληθινή πλέον και όχι στοιβαρή και αγχώδη, με τα μέτρα και τα σταθμά να γέρνουν πάντα προς την εργασία, όχι της απόκτησης αγαθών, αλλά με εκείνο το δούλεμα που μόνο αυτοί είχαν θέσει τους εαυτούς τους κομπάρσους και όχι πρωταγωνιστές, όπως θα πρεπε χρόνια τώρα.

Ναυγάγιο, φώναζαν από μακριά, βοήθεια να τους σώσουμε, ακούγονταν μέσα στη νύχτα και στο πυκνό εκείνο βαρύ και ατιμέλητο σκοτάδι.
Απ΄τη μια οι βροντές, οι αστραπές, απ΄ την άλλη το χάδι του Θεού να θέλει να απαλύνει τον πόνο τους, να κατασταλάξει τους φόβους τους και να επαναδρομολογήσει τα πιστεύω τους.

Τελευταία είχαν αποθρασυνθεί εντελώς, γιατί το μόνο που τους ένοιαζε ήταν να περνά ο καθένας ξεχωριστά καλύτερα από τον άλλον, αλλά ήταν βαθειά και μακριά νυχτωμένοι.

Έδειχναν και επιδείκνυαν αλλαζονεία, εγωισμούς δυσβάσταχτους, χωρίς να θέλουν να δουν πως το μεγαλύτερο κακό το έκαναν εκείνοι οι ίδιοι στον ευατό τους, αφού εθελοτυφλούσαν και δεν παραμέριζαν τους αυτοματισμούς οδύνης που είχε καταλάβει για τα καλά τον ψυχισμό τους, τον προβληματικό και ανυπόφορα αναίσθητο και παράλογο.

Κι όμως πια ήταν εκεί, οι δυο τους, μόνοι έπρεπε πάσει θυσία να σωθούν, να νικήσουν τα στοιχειά της θάλασσας κα του αέρα και να προβάλλουν για μια νέα ζωή, για μια νέα αρχή, που ναι την ήθελαν με όλη τη δύναμη της ψυχής τους.

Τα πάντα ήταν ολοφάνερα. τα πάντα είχαν εκείνη τη διάυγεια που θα έπρεπε και θα έμελλε, κατόπιν κοινής ζωής, αμέτρητων στιγμών και ποτέ εφησυχασμών, αλλά τώρα πια το ήξεραν, ήταν εκεί ο ένας για τον άλλον... τώρα και για πάντα.

_

γράφει η Άννα Ζανιδάκη

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!