Αν θυμάμαι καλά, η μητέρα του είναι γέννημα θρέμμα μιας φτωχής οικογένειας που κατοικούσε σε ένα ορεινό χωριό της Φωκίδας, το Μαυρολιθάρι. Η φήμη της απαράμιλλης ομορφιάς της είχε εξαπλωθεί έως τους παραθαλάσσιους αμπελώνες της Φθιώτιδας. Ο πατέρας του κατάγεται από το Ασπρονέρι, στα νιάτα του ήταν ένα γεροδεμένο παλικάρι, ηλιοκαμμένο από το σκάλισμα στα αμπέλια. Με την πρώτη ευκαιρία πήρε τα βουνά και τα λαγκάδια να ανταμώσει την πολύφερνη νύφη. Αντικρίζοντας την καλλίγραμμη μοδιστρούλα στην κάμαρά της, όπου μέρα νύχτα έκοβε και έραβε, αμέσως εντυπωσιάστηκε από τα ανοιχτόχρωμα μάτια και το πάλλευκο δέρμα της. Κίνησε γη και ουρανό, προκειμένου να κατακτήσει την καρδιά της και να την κάμει γυναίκα του. 

Έπειτα το ‘πιασαν από τα μαλλιά. Οι αρραβώνες, ο γάμος και τα γεννητούρια του μοναχογιού τους διαδραματίστηκαν με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Χωρίς να το πολυσκεφτούν εγκαταστάθηκαν στη Λαμία, όπου και άνοιξαν ένα υφασματοπωλείο λίγα μόλις βήματα από την πλατεία Λαού. Στην αρχή έκαναν δουλειές με φούντες. Στα μάτια του μικρού Φίλιππου το μαγαζί φάνταζε μαγικό. Έπαιζε ανέμελα ανάμεσα στα στοιβαγμένα τόπια και ρολά και περιεργαζόταν με θαυμασμό τα πλουμιστά υφάσματα, προσπαθώντας να ερμηνεύσει τα εξωτικά τους σχέδια. Κόσμος και κοσμάκης μπαινόβγαινε στο μαγαζί, όλοι τον κανάκευαν ή τον τράταραν καραμέλες.

Με το που μπήκε ο μονάκριβος γιος στην εφηβεία, ήρθαν τα δύσκολα. Σαν κεραυνός εν αιθρία ξεφύτρωσε στη γειτονιά ένα μεγαθήριο, υπερσύγχρονο κατάστημα υφασμάτων. Μέσα σε δυο – τρεις μήνες η πελατεία λιγόστεψε και ο τζίρος της επιχείρησης μειώθηκε κατά το ήμισυ. Την ευφορία του παράφορου έρωτα διαδέχθηκαν η νηφαλιότητα και οι σκοτούρες του επαγγελματικού τους αδιεξόδου. Το τέρας της δυσαρέσκειας άρχισε αργά και ύπουλα να κυριεύει τη βούλησή τους. Καθηλωμένοι στο μαγαζί έψαχναν αφορμή να αρπαχτούν. «Άσπρο», έλεγε ο ένας, «μαύρο», απαντούσε ο άλλος! Ολημερίς καβγάδιζαν, διόλου διατεθειμένοι να έρθουν σε συμβιβασμό. Μία αθώα χειρονομία ή ένας απλός μορφασμός κατέληγαν σε ανελέητες λογομαχίες που δηλητηρίαζαν την ψυχή και την καρδιά τους. 

Ο πλέον συνεσταλμένος Φίλιππος είχε βρεί το προσωπικό του καταφύγιο στη μελέτη. Για καλή του τύχη τα ‘παιρνε τα γράμματα και με εξουθενωτικό διάβασμα πέρασε στο τμήμα Ψυχολογίας. Σκόπευε να αφήσει πίσω του τον αέναο αντιπερισπασμό των γονιών του και τον ασπρόμαυρο άβακα στον οποίο κινούνταν. Βαθιά μέσα του γνώριζε πως η ζωή τού επιφύλασσε μια πλατιά γκάμα επιλογών και απόψεων. Ήθελε να γευτεί τη δελεαστική πολυχρωμία της ζωής. Και μία ωραία πρωία ανέβηκε στο τρένο με προορισμό την Αθήνα. Απλά και μόνο χάριν ποικιλίας.

 

_

γράφει ο Χρίστιαν – Ιωάννης Παπαγεωργίου