τοβιβλίο.net

Επιλέξτε Page

Έκτορ Αμπάδ Φασιολίνσε: «Η λήθη που θα γίνουμε»

Έκτορ Αμπάδ Φασιολίνσε: «Η λήθη που θα γίνουμε»

 

«Αν θέλεις να γίνεις το παιδί σου καλό,

κάνε το ευτυχισμένο,

αν θέλεις να γίνει καλύτερο,

κάνε το πιο ευτυχισμένο…»

Έκτορ Αμπάδ Φασιολίνσε:

«Η λήθη που θα γίνουμε»

Εκδόσεις ΠΑΤΑΚΗ

γράφει ο Άγγελος Πετρουλάκης

Ακριβώς πριν έναν χρόνο είχα έρθει σ’ επαφή, για πρώτη φορά με τον συγγραφέα Έκτορ Αμπάδ Φασιολίνσε, διαβάζοντας το εξαιρετικό του μυθιστόρημα «Ο Χαμένος παράδεισος» (εκδόσεις ΠΑΤΑΚΗ), ένα μυθιστόρημα για την Κολομβία και την ανθρώπινη περιπέτεια της επιβίωσης, με το οποίο ο Κολομβιανός συγγραφέας, επιχειρούσε να συστήσει τη χώρα του στον υπόλοιπο κόσμο, δημιουργώντας ένα ανάγνωσμα ελκυστικό και ιδιαίτερα ενδιαφέρον από κάθε άποψη.

Τότε είχα γράψει πως «Το να διαβάζουμε λογοτεχνία χωρών μακρινών, λιγότερο γνωστών από χώρες που έχουμε εξοικειωθεί με τη λογοτεχνία τους, λόγω της ευρύτητας των μεταφράσεων, είναι σαν να ταξιδεύουμε σ’ αυτές, σ’ ένα ταξίδι όχι μόνο στον τόπο, αλλά και στον χρόνο, και στους κατοίκους, και στα ήθη, και σ’ όλες εκείνες τις ιδιαίτερες συνθήκες, που διαμορφώνουν την εθνική και κοινωνική τους ταυτότητα. Για τούτο και προσωπικά ευγνωμονώ τους εκδότες και τους μεταφραστές, που αποπειρώνται να μας γνωρίσουν αυτές τις λογοτεχνίες».

Πλέον μπροστά μου υπάρχει ένα ακόμα μυθιστόρημα, το «Η λήθη που θα γίνουμε», ένας ‘‘εξαιρετικός εκπρόσωπος’’ της σύγχρονης λογοτεχνίας αυτής της χώρας. Πρόκειται για ένα συγκλονιστικό μυθιστόρημα που αναφέρεται στη σχέση πατέρα γιου, αλλά στη φιλελεύθερη  προσωπικότητα του πατέρα, ο οποίος αγωνίστηκε απέναντι στο τυφλό μίσος που για δεκαετίες κατασπάραζε την πατρίδα του.

Ο συγγραφέας Έκτορ Αμπάδ Φασιολίνσε, είχε την καλή τύχη να έχει πατέρα έναν από τους σημαντικότερους πανεπιστημιακούς τής Κολομβίας, που δεν συμβιβάστηκε ποτέ με την ανομία και τη βία οι οποίες γέμιζαν με θάνατο τη χώρα του και που πλήρωσε τη γενναία στάση του με την ίδια του τη ζωή: Δολοφονήθηκε στα 65 του, την 25η Αυγούστου 1987.

Στέκομαι σε δυο αποσπάσματα, από τα πολλά που μπορούν να παρατεθούν, τα οποία δίνουν μια εικόνα από τον αγώνα εκείνου του ανθρώπου:

«… ο μπαμπάς μου αντίκριζε με τρόμο τη σταδιακή πρόοδο της νέας επιδημίας που τη χρονιά του θανάτου του κατέγραψε αριθμούς ανθρωποκτονιών υψηλότερους από εκείνους των εμπόλεμων χωρών και που τα πρώτα χρόνια τής δεκαετίας τού ’90 έκανε την Κολομβία ν’ αποκτήσει τη θλιβερή πρωτιά να είναι η πιο βίαιη χώρα του κόσμου. Δεν ήταν πια οι ασθένειες εναντίων των οποίων τόσο αγωνίστηκε (τυφοειδής, εντερίτιδα, ελονοσία, φυματίωση, πολιομυελίτιδα, κίτρινος πυρετός) εκείνες που καταλάμβαναν τις πρώτες θέσεις ανάμεσα στις αιτίες θανάτου στη χώρα. Οι πόλεις και η ύπαιθρος της Κολομβίας καλύπτονταν ολοένα και περισσότερο από το αίμα της χειρότερης ασθένειας από την οποία πάσχει ο άνθρωπος: της βίας.

[…]

»…έπεσε θύμα τής χειρότερης επιδημίας, του πιο εξοντωτικού λοιμού που μπορεί να πλήξει μια χώρα: της ένοπλης σύγκρουσης ανάμεσα σε διαφορετικές πολιτικές ομάδες, της παρανοϊκής εγκληματικότητας, των τρομοκρατικών εκρήξεων, των ξεκαθαρισμάτων λογαριασμών μεταξύ μαφιόζων και εμπόρων ναρκωτικών.

[…]

»Εκείνο στο οποίο ήταν πιο ριζοσπαστικός ήταν η αναζήτηση μιας κοινωνίας πιο δίκαιης, λιγότερο απεχθούς από την ταξική και μεροληπτική κολομβιανή κοινωνία…»

 

Ο αναγνώστης, ταξιδεύοντας στις σελίδες του βιβλίου, θα διαπιστώσει πως μπορεί να το χωρίσει σε δυο ενότητες, στενά δεμένες η μια με την άλλη.

Η μια ενότητα είναι αυτή που έχει σχέση με τη διαπαιδαγώγηση των παιδιών τού Καθηγητή, μια διαπαιδαγώγηση που μόνο υποδειγματική θα μπορούσε να χαρακτηριστεί.

Η άλλη αυτή που έχει να κάνει με τον κοινωνικό αγωνιστή και την προσφορά του στον δοκιμαζόμενο άνθρωπο.

Ο συγγραφέας μεγαλώνει μέσα σ’ έναν παράδεισο αγάπης, ο οποίος τον κάνει να ομολογεί πως αγαπούσε τον πατέρα του «…πιότερο και από τον Θεό. Μια μέρα χρειάστηκε να διαλέξω ανάμεσα στον Θεό και τον μπαμπά μου και διάλεξα τον μπαμπά μου».

Αυτή η πατρική αγάπη, που έχει εισπράξει στην παιδική του ηλικία, γίνεται μάθημα ζωής και συμπεριφοράς προς τα δικά του παιδιά, στη συνέχεια, έτσι που να ομολογεί: «Ξέρω επίσης πως υπάρχει κάτι πολύ χειρότερο από τον θάνατό μου: ο θάνατος ενός παιδιού μου. Όλα αυτά είναι πολύ πρωτόγονα, προπατορικά, να νιώθεις στα μύχια της συνείδησης, σ’ ένα μέρος προγενέστερο της σκέψης. Είναι κάτι που δεν το σκέφτεσαι, απλώς είναι έτσι, χωρίς δικαιολογίες, γιατί δεν το ξέρεις με το κεφάλι παρά με τα σπλάχνα». Εγώ, που βίωσα τον θάνατο ενός παιδιού μου στα 29 του, αυτό μπορώ να το βεβαιώσω ανεπιφύλακτα. Και στάθηκα μ’ ευλάβεια απέναντι σ’ αυτήν την ομολογία τού Φασιολίνσε.

Τα λόγια που άκουγε από τον πατέρα του στην παιδική ηλικία, γίνονται μάθημα ζωής, που τον ακολουθεί: «Αν θέλεις να γίνεις το παιδί σου καλό, κάνε το ευτυχισμένο, αν θέλεις να γίνει καλύτερο, κάνε το πιο ευτυχισμένο…» Οδηγός και μάθημα ζωής για τον συγγραφέα γίνεται όλη η ζωή τού πατέρα του, στον οποίο αναγνωρίζει ανεκτίμητη την εν γένει συμπεριφορά του: «Πολλά ηθικά διλήμματα τα έλυσα απλώς φέρνοντας στη μνήμη μου την ουσιώδη νοοτροπία του, το παράδειγμά του και τις φράσεις του…»

Δίπλα στον πατέρα του, από πολύ τρυφερή ηλικία, γνωρίζει την εξαθλίωση που βιώνει η Κολομβία, καθώς εκείνος τον παίρνει μαζί του στις παραγκουπόλεις, που μαστίζονται από την πείνα και τις επιδημίες. Εκεί θα γνωρίσει το άδικο της ζωής, με τα λόγια του πατέρα του να γίνονται αμετακίνητες βιοθεωρίες: «Χωρίς τροφή, δεν είναι καν αλήθεια πως γεννιόμαστε όλοι ίσοι, γιατί αυτά τα παιδιά έρχονται στον κόσμο ήδη σε μειονεκτική θέση…»

Ως γιατρό – Καθηγητή Δημόσιας Υγείας και Προληπτικής Ιατρικής, ο συγγραφέας τον θυμάται να λέει στους φοιτητές του: «Η ιατρική δεν μαθαίνεται μόνο στα νοσοκομεία και στα εργαστήρια, βλέποντας ασθενείς και μελετώντας κύτταρα, αλλά και στον δρόμο, στις γειτονιές, με το αντιλαμβανόμαστε γιατί και από τι αρρωσταίνουν οι άνθρωποι…»

«Για τον μπαμπά μου – γράφει ο Φασιολίνσε – ο γιατρός έπρεπε να ερευνά, να κατανοεί τις σχέσεις ανάμεσα στην οικονομική κατάσταση και στην υγεία, να πάψει να είναι μάγος για να μετατραπεί σε κοινωνικό ακτιβιστή και σε επιστήμονα».

Αυτός ο ιδιαίτερος γιατρός είχε κι ένα ιδιαίτερο ιδεολογικό χαρακτήρα: «Στο τέλος της ζωής του κατέληξε να πει πως η ιδεολογία του ήταν ένα υβρίδιο: χριστιανός στη θρησκεία, λόγω της καλοσυνάτης μορφής του Ιησού και της προφανούς προτίμησής του για τους πιο αδύναμους. Μαρξιστής στην οικονομία επειδή απεχθανόταν την οικονομική εκμετάλλευση και τα απάνθρωπα αίσχη των καπιταλιστών. Και φιλελεύθερος στην πολιτική, επειδή δεν ανεχόταν την έλλειψη ελευθερίας, ούτε τις δικτατορίες, ούτε καν εκείνη του προλεταριάτου, αφού οι φτωχοί στην εξουσία, έχοντας πάψει να είναι φτωχοί, δεν ήταν λιγότερο δεσποτικοί και ανελέητοι από τους πλούσιους στην εξουσία».

 

Ο Φασιολίνε, παρουσιάζοντας το γενεαλογικό του δέντρο δεν κάνει τίποτα λιγότερο από το να περιγράφει ανάγλυφα την πολιτική και κοινωνική ζωή τής Κολομβίας, που δοκιμάστηκε άγρια από την αντιπαλότητα μεταξύ φιλελεύθερων και συντηρητικών:

«Η γιαγιά και η μαμά μου πάντα ήταν, από ιδιοσυγκρασία, βαθιά φιλελεύθερες, ανεκτικές, προχωρημένες για την εποχή τους, χωρίς ίχνος σεμνοτυφίας. Κεφάτες και ζωντανές, οπαδοί της απόλαυσης προτού μας φάνε τα σκουλήκια, ανυπάκουες, κοκέτες, αλλά έπρεπε να κρύβουν αυτόν τον χαρακτήρα πίσω από μερικούς εξωτερικούς τύπους καθολικής ευλάβειας και φαινομενικής σεμνοτυφίας».

Οι αναφορές του στο πρόσωπο της μητέρας του, είναι, επίσης, συγκινητικές. Η μητέρα του είναι αυτή που αθόρυβα παίρνει το τιμόνι τής οικογένειας στα χέρια της, αφήνοντας τον ονειροπόλο άντρα της στους κοινωνικούς του αγώνες για μια δικαιότερη κοινωνία. Και είναι αυτή που δηλώνει με εντιμότητα: «Εγώ, τον αγαπώ όπως είναι, ολόκληρο, με όλα τα προτερήματα και όλα τα ελαττώματά του και μ’ αρέσουν πάνω του ακόμα και τα πράγματα στα οποία δεν συμφωνούμε».

Ο συγγραφέας διεισδύει έντεχνα σε όλους τους χώρους τής ανθρώπινης διάστασης, αναφερόμενος ακόμα και σε θέματα που έχουν σχέση με τις μεταφυσικές μας αγωνίες:

«Μερικές φορές κάποιοι λίγοι άνθρωποι συνεπαρμένοι από τον ορθολογισμό, όταν μεγαλώνουν, αναθεωρούν και επί μερικά χρόνια υιοθετούν τη σκεπτικιστική άποψη, έστω κι αν έχουν λάβει θρησκευτική μόρφωση, όμως, οποιαδήποτε αδυναμία της ζωής, τα γηρατειά ή μια ασθένεια, τους κάνει τρομερά επιρρεπείς στην αναζήτηση στηρίγματος στην πίστη, όπως αυτή εκφράζεται από κάποια πνευματική δύναμη…

[…]

»Εμείς οι άνθρωποι νιώθουμε από τη φύση μας ένα βαθύ πάθος που μας ελκύει προς το μυστήριο και απαιτείται σκληρός και καθημερινός μόχθος για ν’ αποφύγουμε αυτήν την παγίδα κι αυτόν τον αιώνιο πειρασμό να πιστέψουμε σε μια αναπόδεικτη μεταφυσική διάσταση, με την έννοια των όντων χωρίς αρχή και τέλος που είναι η αρχή των πάντων, και των απροσδιόριστων πνευματικών ουσιών ή ψυχών που επιζούν του σωματικού θανάτου…»

 

Σπάνια, σήμερα, συναντάμε βιβλία που, χωρίς να το αντιλαμβανόμαστε, μετατρέπονται σε διδακτικά. Συνήθως οι σύγχρονοι συγγραφείς κραυγάζουν, ιδιαίτερα οι Έλληνες. Ο Φασιολίνσε μιλά ψιθυριστά. Ανάμεσα στη δράση τών προσώπων καταθέτει σπουδαίες αλήθειες:

«Δεν είναι πως κάποιος διδάσκεται να εκδικείται (αφού γεννιόμαστε με εκδικητικά αισθήματα), αλλά πως διδάσκεται να μην εκδικείται. Δεν είναι πως διδάσκεται να είναι καλός, αλλά πως διδάσκεται να μην είναι κακός»

Πολλές από τις αλήθειες αυτές έχουν άμεση σχέση με τα προσωπικά του βιώματα, με το πώς αντιμετωπίστηκαν από τον πατέρα του κάποιες δικές του ανησυχίες ή, ακόμα, και παρεκτροπές. Σταματώ σ’ ένα περιστατικό που δημιουργήθηκε όταν ο έφηβος γιος άρχισε ν’ αμφιβάλει για τον σεξουαλικό προσανατολισμό του:

«…αν ήμουν έτσι, ούτε αυτό θα είχε καμιά σημασία, εφόσον εγώ θα επέλεγα τι θα μ’ έκανε ευτυχισμένο, αυτό που οι πιο βαθιές τάσεις μου μου υποδείκνυαν, επειδή δεν έπρεπε να εναντιώνεται κανείς στη φύση με την οποία είχε γεννηθεί, όποια κι αν ήταν, και το να είσαι ομοφυλόφιλος ή ετεροφυλόφιλος ήταν το ίδιο όπως το να είσαι δεξιόχειρας ή αριστερόχειρας… […] και το μόνο πρόβλημα, αν και υποφερτό, που θα μπορούσα να έχω σε περίπτωση που θα αυτοπροσδιοριζόμουν ως ομοφυλόφιλος, θα ήταν κάποια κοινωνική διάκριση σ’ ένα περιβάλλον τόσο μικρόμυαλο όπως το δικό μας, αλλά πως κι αυτό θα μπορούσε ν’ αντιμετωπιστεί με ίσες δόσεις αδιαφορίας και περηφάνειας, διακριτικότητας και σαματά, και κυρίως με αίσθηση του χιούμορ, επειδή το χειρότερο στη ζωή είναι να μην είσαι αυτό που είσαι…»

 

Το πρόσωπο του πατέρα τού Φασιολίνσε δεν είναι επινοημένο, αλλά υπαρκτό. Δεν είναι πρόσωπο αγίου, αλλά ανθρώπου που πορεύεται με επίγνωση τόσο της δύναμής του, όσο και των μειονεκτημάτων του. Διδάσκει και διδάσκεται. Ξέρει ότι η χώρα του δικαιούται μια καλύτερη τύχη και πως είναι άδικο να δυναστεύεται από φατρίες. Ξέρει, επίσης, πως χωρίς θυσίες δεν μπορεί να ξημερώσουν καλύτερες ημέρες. Άλλωστε βλέπει τον θάνατο να παρελαύνει καθημερινά στους δρόμους. Αλλά δεν υποχωρεί. Στην τελευταία συνέντευξη πριν τη δολοφονία του στις 25 Αυγούστου 1987 είχε πει:

«Την επαναστατικότητα δεν θέλω να τη χάσω. Ποτέ δεν έπεσα στα γόνατα, δε γονάτισα παρά μόνο μπροστά στα τριαντάφυλλά μου και δε λέρωσα τα χέρια μου παρά μόνο με τα χώματα του κήπου μου».

Αυτές είναι παρακαταθήκες ζωής που αντιστέκονται στη «λήθη που θα γίνουμε». Ο τίτλος τού βιβλίου αποτελεί στίχο ποιήματος του Μπόρχες και έρχεται να βεβαιώσει πως το πέρασμά μας από τη ζωή δεν είναι παρά μια λάμψη που σβήνει. Εκείνο που ίσως μένει, σ’ εκείνους που κρατούν την ενθύμησή μας όσο ζουν, είναι το κοίταγμα του θανάτου μέσα από την πορεία μας στη ζωή:

«Έλεγε ο Μονταίνιος πως η φιλοσοφία ήταν χρήσιμη επειδή δίδασκε τον θάνατο. Για μένα, που σ’ αυτήν την πορεία γέννηση – θάνατος την οποία ονομάζουμε ζωή βρίσκομαι πιο κοντά στην τελευταία φάση παρά στην πρώτη, το θέμα του θανάτου γίνεται ολοένα και πιο απλό, πιο φυσικό, θα έλεγα μάλιστα – όχι πια ως θέμα αλλά ως πραγματικότητα – και πιο επιθυμητό. Και όχι επειδή είμαι απογοητευμένος από κάτι ή από κάποιον. Ίσως το αντίθετο. Επειδή πιστεύω πως έζησα ολοκληρωμένα, έντονα, αρκετά».

Αυτός ο πατέρας θα πέσει νεκρός από δολοφονικές σφαίρες τρομοκρατών, που επιδιώκουν να φιμώσουν κάθε φιλελεύθερο Κολομβιανό στόμα. Ο θάνατός του ήταν συνέχεια εκατοντάδων προηγούμενων δολοφονιών. Τον ακολούθησαν, επίσης εκατοντάδες, άλλες δολοφονίες. Καμιά τους, όμως, δεν κατόρθωσε να φιμώσει τις ελεύθερες συνειδήσεις. Γράφει ο Φασιολίνσε:

«Οι δολοφόνοι δεν κατόρθωσαν να μας εξοντώσουν και δεν θα το καταφέρουν, επειδή εδώ υπάρχει ένας δεσμός δύναμης και χαράς, αγάπης για τη γη και τη ζωή που οι δολοφόνοι δεν μπόρεσαν να νικήσουν. Επιπλέον, από τον μπαμπά μου έμαθα κάτι που οι δολοφόνοι δεν ξέρουν να κάνουν: να βάζω σε λέξεις την αλήθεια, για να διαρκέσει περισσότερο από το ψέμα τους».

Μέσα από αυτές τις λέξεις, ο Φασιολίνσε, είκοσι σχεδόν χρόνια μετά τη δολοφονία τού πατέρα του, τον διατηρεί ζωντανό. Έχοντας τη σφραγίδα τού άξιου συγγραφέα ξέρει να οδηγεί τον αναγνώστη τόσο στον προβληματισμό, όσο και στη συγκίνηση:

«Όλοι είμαστε καταδικασμένοι στη σκόνη και στη λήθη και τα πρόσωπα που ανέφερα σ’ αυτό το βιβλίο ή έχουν ήδη πεθάνει ή κοντεύουν να πεθάνουν ή το πολύ θα πεθάνουν – θέλω να πω, θα πεθάνουμε – έπειτα από μερικά χρόνια που δεν θα μπορούν να μετρηθούν με αιώνες αλλά με δεκαετίες… […]

»Επιβιώνουμε μερικά εύθραυστα χρόνια ακόμα μετά τον θάνατο στη μνήμη άλλων, αλλά κι αυτή η προσωπική μνήμη, κάθε στιγμή που περνάει, πλησιάζει πιο κοντά στην εξαφάνιση».

Ανεπιφύλακτα χαρακτηρίζω ως συγκλονιστικό το μυθιστόρημα του Φασιολίνσε, ένα από τα πληρέστερα που έχω διαβάσει και που με ανάγκασαν να το γεμίσω υπογραμμίσεις.

Όχι τόσο γιατί γράφει για έναν πατέρα – υπόδειγμα που πολλοί θα ήθελαν να είχαν, αλλά γιατί με ιδιαίτερα τρυφερή γραφή αναβιώνει αναμνήσεις από γεγονότα που καθόρισαν τη στάση ζωής τών παιδιών του. Είναι χαρακτηριστικό ένα ακόμα απόσπασμα, που έχει σχέση με τις προσδοκίες τών γονιών από τα παιδιά τους:

«Ξέρεις πολύ καλά πως οι φιλοδοξίες της μαμάς σου και οι δικές μου δεν έχουν να κάνουν με τη δόξα, ούτε με το χρήμα, ούτε καν με την ευτυχία, αυτήν τη λέξη που τόσο όμορφα ηχεί, αλλά που τόσο ελάχιστες φορές επιτυγχάνεται… αλλά τουλάχιστον ν’ αποκτήσουν ευημερία, αυτή τη λέξη που είναι πιο σταθερή, πιο ανθεκτική στον χρόνο, πιο εφικτή, πιο επιτεύξιμη…

[…]

»Αυτό που θέλουμε εμείς είναι να ζεις. Και να ζεις σημαίνει πολλά πράγματα καλύτερα από το να είσαι διάσημος, ν’ αποκτήσεις τίτλους ή να κερδίσεις βραβεία…

[…]

»Πρέπει να σκοτώσουμε αυτές τις αγάπες για πράγματα τόσο άπιαστα όσο η φήμη, η δόξα, η επιτυχία…»

Κλείνοντας παραθέτω ακόμα ένα απόσπασμα, ενδεικτικό τού χαρακτήρα ενός άντρα που είχε ζυμωθεί εκτός από τα σκοτάδια της χώρας του και με δυο ακόμα στοιχεία, τα βιβλία και τη μουσική:

«Εκείνος ο σκοτεινός και κακόκεφος κύριος που είχε έρθει από τον δρόμο με το κεφάλι γεμάτο από άσχημες επιρροές, τις τραγωδίες και της αδικίες της πραγματικότητας, είχε ανακτήσει το συνηθισμένο ύφος του και τη χαρά, χάρη στους καλούς ποιητές, στους μεγάλους στοχαστές και στους μεγάλους μουσικούς».

Επιμέλεια κειμένου

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Κερδίστε το!

Ημερολόγιο 2020

Εκπαιδευτικά βιβλία

Οδηγός ιστοσελίδας

Εκπαιδευτικό υλικό

Αρχείο

Υποβολή συμμετοχής!

Είσοδος