Ένας γιατρός για μένα

18.01.2021

Η Βάνα κοντοστάθηκε λίγο να ξαποστάσει και να πάρει μιαν ανάσα, σκουπίζοντας τον ιδρώτα από το μέτωπό της, και κοίταξε έξω από το παράθυρο στον εσωτερικό διάδρομο στην παθολογική κλινική του Ιπποκράτειου, όπου υπηρετούσε ως νοσηλεύτρια.

Το ίδιο ανοιξιάτικο πρωινό, η κυρία Αμέρσα έβγαινε με δυσκολία μα με φρέσκια χαρμοσύνη στο μπαλκονάκι της, φορώντας τη λουλουδάτη ρόμπα της και χάζευε από ψηλά τις γάτες του Άλι που περιτριγύριζαν και ανέβαιναν στο καπό του χαλασμένου αυτοκινήτου. Πού και πού, τις πετούσε και κανένα κομματάκι τυρί από το δικό της, αγορασμένο από το γωνιακό σούπερ μάρκετ. Η γειτονιά ήταν πάντα εκεί στη θέση της, αμετακίνητη και γλυκιά, με τις γάτες να θέλουν τάισμα και ερωτικά παιχνίδια.

Από το μυαλό της Βάνας δεν φεύγανε τα λόγια που αντάλλαξαν στο τηλέφωνο χθες το βράδυ με τον πρώην άνδρα της όταν η Βάνα αναλύθηκε σε λυγμούς, μόνη και αβοήθητη στον κόσμο με δυο θυγατέρες στην εφηβεία. Διατροφή με το σταγονόμετρο έδινε ο αχαΐρευτος, έχεις τον μισθό σου από την κλινική, της έλεγε. Ακόμη και το σπίτι που νοίκιαζε, κι από κει θα την διώχνανε, καθώς μαθεύτηκε στην πολυκατοικία ότι η Βάνα μπήκε σε απλές κλίνες της απαγορευμένης αυτής λέξης, για να προσφέρει τις υπηρεσίες της. Σκούπισε τα δάκρυά της, φόρεσε την ειδική στολή και παίρνοντας μια βαθιά ανάσα άρχισε τη βάρδια της, παραμερίζοντας κάθε είδους λέξη και αδιέξοδη σκέψη. Ήταν πια ο σκοπός της ζωής της, η αγία αυτή προσφορά προς τον άρρωστο και αβοήθητο άνθρωπο, ίσως –ποιος ξέρει-επειδή κι αυτή ήταν αβοήθητη. Πάντως, απαλλαγμένη από δηλητήρια του παρελθόντος, ήξερε να εμφυσήσει και στα κορίτσια της αυτή την ανιδιοτελή, και ζωογόνα προσφορά αγάπης. Προ πάντων αυτό. Όχι με διδακτισμό, αλλά σιωπηλά, με τις πράξεις της, περιμένοντας μια ανταμοιβή, όχι σε υλικά αγαθά, αυτά τα είχε εμπιστευθεί στον Θεό, αλλά στη γλύκα που της ανταπέδιδε αυτή η αγάπη. Θα τιμούσε τον όρκο της για όσο χρειαστεί και πάντα. Αερισμός, απολύμανση και φρέσκα κλινοσκεπάσματα για τον επόμενο ασθενή

Η Αμέρσα στη μικρή βεράντα της με ανοιχτό το ραδιοφωνάκι της να ακούει τα πρωινά τοπικά νέα, πότιζε τα λουλουδάκια της και ένα χαμόγελο άνθιζε στα γεροντικά χείλη της. Η ζωή της, ένα ταξίδι. Υπερήλικη και μόνη πια στον κόσμο μετά τον θάνατο της αδερφής της, προσφυγοπούλες στη Μυτιλήνη από τα απέναντι παράλια. Τρικυμισμένη ζωή σαν τα Αιγαιοπελαγιτικα νερά. Στο ισόγειο της ίδιας πολυκατοικίας έμενε ένας ευγενέστατος νεαρός εργένης από τη Νιγηρία, όπου στη γκαρσονιέρα του είχε την έδρα της επιχείρησής του. Η Αμέρσα δεν ανησυχούσε που δεν είχε ούτε κοντινούς συγγενείς, ούτε κινητό, ούτε χαρτιά από εφημερίδες, ούτε καν ανησυχούσε για την κλονισμένη από τα γηρατειά υγεία της. Δεν την ένοιαζε και πολύ που θα έμενε μέσα αφού τα χρειώδη τα φρόντιζε η ευγενική καλοσύνη του Άλι, ο οποίος της τα πρόσφερε με ευγένεια κάθε μεσημέρι μπροστά στην πόρτα της, χτυπώντας της ελαφρά το κουδούνι, με μια υπόκλιση και ένα μπουκετάκι κόκκινα τριαντάφυλλα. Και έφευγε καταευχαριστημένος για να χωθεί ξανά στη μικρή του γκαρσονιέρα, όπου δούλευε ως καφετζής. Δηλαδή έριχνε τα χαρτιά. Δεν είχε πολύ καιρό που είχε έρθει στην Ελλάδα και είχαν καταντήσει οι δυό τους η μοναδική συντροφιά ο ενός του άλλου, αφού τη μοναδική φορά που η Αμέρσα, βγαίνοντας για να πετάξει τα σκουπίδια, και τόλμησε να καλημερίσει τη γειτόνισσα από την απέναντι πολυκατοικία, εισέπραξε την αγενή επίπληξη από το πάνω μπαλκόνι: «χωρίς μάσκα και μιλάτε, συγχαρητήρια!» Ο Άλι και η Αμέρσα αντάλλαζαν πολλές κουβέντες στους διαδρόμους της πολυκατοικίας, στην είσοδο που που οδηγούσε στις σκοτεινές αποθήκες κάτω, με τα ρολόγια και τα ξεχασμένα αντικείμενα, καθώς και όταν τάιζαν τις γάτες τους. Τα νέα της ημέρας, την πρόγνωση του καιρού, ανέκδοτα, μιλούσαν μέχρι και για μεθόδους κηπουρικής και πετυχημένες συνταγές μαγειρικής και ζαχαροπλαστικής. Ήταν όμως εκείνο το βράδυ που μέσα στα θυμιατά του, ο Άλι, και μέσα στο λιβάνι που τύλιγε το δωμάτιο, μέσα στον καφέ και στα ταρώ της βραδινής πελάτισσάς του δεν είδε το στεφάνι αυτηνής, αλλά θανατικό στο κατώφλι της πόρτας του. Είδε έναν άνθρωπο ξαπλωμένο στην είσοδο της πολυκατοικίας, από δόση ναρκωτικών χαπιών και κάποια σχέση ίσως είχε με το κερί που τρεμόπαιζε μέσα στη λάμψη και στο κόκκινο και πορτοκαλί φως που πλημμύριζε το ταβάνι μέσα εκεί. Έμεινε ξάγρυπνος ως αργά ακούγοντας από το ανοιχτό παράθυρο τις γάτες να ζευγαρώνουν και να αφήνουν ουρλιαχτά άγριας ικανοποίησης. Αυτό στη χώρα του το λέγανε για κακό. Η πελάτισσα, όμως, είχε πληρώσει όμορφα και καλά και το επόμενο πρωί θα μπορούσε να γεμίσει πάλι το καλάθι του και να προσφέρει την αγάπη του στην Αμέρσα. Αυτό τον ένοιαζε.

Στο Ιπποκράτειο επικρατούσε αλλοφροσύνη και πανικός. Όλοι και όλες ήταν επί ποδός, η Βάνα ριγμένη με τα μούτρα στη δουλειά. Έξω από τους θαλάμους με τις ενδειξεις «Χ», κόσμος, συγγενείς που ανυπόμονα και απελπισμένα ρωτούν για τους δικούς τους ανθρώπους. Σφαίρες πέφταν από παντού. Πόλεμος αληθινός. Γιατροί και νοσηλευτές στην πρώτη γραμμή. Στη νοσηλεία, ηρωίδα θα αποδεικνυόταν η Βάνα.

Η Βάνα είναι μια γυναίκα ψηλή, με γλυκά χαρακτηριστικά, κοντοκουρεμμένα μαλλιά και σωματική διάπλαση που μαρτυρά τη φύση της ως βιοπαλαίστριας και ταλαιπωρημένου ανθρώπου. Παρόλα αυτά, αυτό που απέπνεε δεν θα το ‘λεγες άλλο από μια κρυφή και ασίγαστη περηφάνια, σαν να βλέπεις τα βουνά της Λεβεντογέννας, απ’ όπου καταγόταν, πριν τους φέρει η ανάγκη, μετανάστες στη συμπρωτεύουσα. Ο Σωτήρης, ο άντρας της Βάνας, κοντοχωριανός της, ήταν μαραγκός αλλά όταν οι βιομηχανίες επίπλων άρχισαν να επικρατούν στον δικό του χώρο, έμεινε άνεργος και δεν χρειάστηκαν να περάσουν πολλοί μήνες για να γίνει και άεργος, και όπως δεν έχουν τελειωμό τα πάθη και οι καημοί του κόσμου, συνήθισε τα βράδια να πνίγει τον καημό του στο αλκοόλ και στο τσιγάρο, τακτικότατος πελάτης των σπιτιών του Βαρδάρη όπου ακουμπούσε όσα λεφτουδάκια είχε η τρύπια τσέπη του, αντί να τα νοιάζεται για τη Βάνα και τις θυγατέρες του. Όσο για αυτές, ένα πράγμα που τους δίδαξε η μάνα τους αυτά τα δεκαπέντε- δεκαεφτά τους χρόνια ήταν ότι ο άνθρωπος που έχει πίστη στον Θεό και εργατικότητα, έχει τα χέρια του λυμένα και μπορεί να κάνει σχεδόν ό,τι καλό φανταστεί.

Καθ’ όλη τη διάρκεια όλων αυτών των ημερών, η Βάνα έμεινε στον θάλαμο και συμπαραστεκόταν στην άρρωστη σαν την καλύτερο συνοδό και συγγενή. Ο επιμελητής της κλινικής, περνώντας το απόγευμα, είχε δώσει το νόημα ότι ίσως και να ήταν τα τελευταία εικοσιτετράωρα. Παραμερίζοντας τα πάντα, η Βάνα, κάθισε στην καρεκλίτσα, δυο γαρδένιες στο κομοδίνο, τον Τίμιο Σταυρό πάνω από το προσκεφάλι, της κρατούσε το χέρι και από το στόμα της έσταζε μέλι. Η Αμέρσα γαλήνεψε εντελώς, ήταν σχεδόν διαφανής, με μεγάλα φωτεινά μάτια που χάριζαν τη μεγαλύτερη γλυκύτητα που είχε νοιώσει ποτέ η Βάνα στη ζωή της. Να ξέρεις ότι είμαι πάντα μαζί σου, δεν σταματούσε να της λέει. Τη σκέπασε να είναι ζεστή και ανασήκωσε το μαξιλάρι. Προχθές η Αμέρσα είχε δει μεταξύ ύπνου και ξύπνιου, τη Βάνα να κλαίει κρυφά τη στιγμή που έριχνε τα παραπετάσματα στο διπλανό κρεβάτι, της έπιασε τρυφερά το χέρι και της έκανε νόημα «σουτ», βάζοντας τον δείκτη στο στόμα της, αφού ένοιωθε- από ένστικτο; ποιος ξέρει; – μέχρι τα μύχια της ψυχής της, τις έγνοιες που κουβαλούσε η κακόμοιρη η Βάνα, παραμερίζοντας την δική της επιθανάτια αγωνία. Ήταν πλέον αχώριστες.

Από το πρωί, στην είσοδο του νοσοκομείου μπαινόβγαιναν ιερείς. Πού και πού είχαν το δικαίωμα εισόδου, οι μόνοι που δικαιούνταν, για να κοινωνήσουν αυτούς που για την επιστήμη ήταν καταδικασμένοι να πεθάνουν. Ο γιατρός το είχε πει ξεκάθαρα. Η ζωή της Αμέρσας θα τελείωνε όπως τρεμόσβηνε το καρβουνάκι στο θυμιατό του Άλι. Όμως καθένας έχει το δικαίωμα στο αξιοπρεπές, φυσιολογικό τέλος, όπως έχει και ο άλλος δικαίωμα στη ζωή. Μια εβδομάδα αλλού, σε άλλο δωμάτιο, με άλλα μηχανήματα. Σε αυτό το κρεββάτι ίσως ερχόταν κάποιος που να έχει όλη τη ζωή μπροστά του. Όταν αδειάζει μία κλίνη, γεμίζει σχεδόν αμέσως με τον επόμενο. 

Η Βάνα θλιμμένη, για την ασθενή της, αλλά με μια πρωτόγνωρη αίσθηση παντοδυναμίας, που δεν είχε νοιώσει ποτέ στη ζωή της. Ήταν αποφασισμένη να την συντροφεύσει στον αναπνευστήρα για όσο μπορούσε ακόμη. Κάθισε για ώρες, για νύχτες δίπλα της, της κράταγε το παγωμένο χεράκι, το γεμάτο φλέβες. Της σκούπιζε με μαντηλάκια το πρόσωπο, να κρατάει δροσερό το μέτωπό της. Η Αμέρσα όλες αυτές τις μέρες τής έλεγε καληνύχτα προτού γείρει το κεφαλάκι της στο μαξιλάρι. Τα δάκρυά της. Η ζέστη της. Η Βάνα ερχόταν κάθε μέρα, και μετά τη βάρδια, το απόγευμα, μόνο για να της χαϊδέψει το μέτωπο και να την ακούσει να της λέει καληνύχτα. Με τον ορό και το παυσίπονο να τρέχουν και την άρρωστη να κοιμάται γαλήνια. Έτσι, η Βάνα ξεχνούσε τα δικά της βάσανα. Ποτέ δεν είχε αισθανθεί τόσο ελαφριά στη ζωή της, σαν πούπουλο το σώμα της κι ας φορούσε τη βαριά εξάρτυση. Σαν να μην την ένοιαζε η ζωή που άφηνε πίσω. Το σπίτι της έγινε το δωμάτιο της Αμέρσας στην κλινική του Ιπποκρατείου. Η έγνοια της, η Αμέρσα, αυτό το πλασματάκι με την τόση αξιοπρέπεια. Τόση αξιοπρέπεια, χρόνια είχε να γνωρίσει η Βάνα. Αυτή η αξιοπρέπεια την έκανε να λυγίσει, να μαλακώσει κάτι μέσα της. Σαστισμένη από την υπέρβαση του πόνου στις τελευταίες στιγμές μιας ανεπανάληπτης ανθρώπινης ζωής, προτού η ψυχή χωριστεί από το σώμα. Αυτές τις αιώνιες στιγμές που δεν χωράνε σε μια ολάκερη ζωή. Κάθε πρωί και ένα τριαντάφυλλο στο βαζάκι. Εν τω μεταξύ είχε τηλεφωνήσει η εξαδέλφη της άρρωστης από το μοναστήρι στην Αριζόνα των ΗΠΑ, και έδωσε αυστηρή εντολή να την κοινωνήσουν. Η σεβάσμια, πανέξυπνη Γερόντισσα είχε τον τρόπο να επιβάλλεται. Έτσι, το επόμενο πρωινό πέρασε την πύλη του νοσοκομείου ο παπά-Σωτήρης, βαστώντας το ιερό δισκοπότηρο με το ιερό μάκτρο, που για κάποιους επιστήμονες, είναι γεμάτο ιό. Στον πρώτο διάδρομο τού έκαναν βαθειά υπόκλιση δυό διερχόμενες μοναχούλες, δείγμα σεβασμού, χωρίς να αρθρώσουν ούτε μία λέξη, αφού ήταν ο ίδιος ο Χριστός μπροστά τους. Ο ιερέας μπήκε στον ανελκυστήρα. Πάτησε το κουμπί. Είχε περάσει επιτυχώς τον έλεγχο, θερμομετρήθηκε και δι’ ευχών της Γερόντισσας, που της έκανε υπακοή, κατευθύνθηκε προς την κλινική.

Η Βάνα κάνοντας υπακοή στην Γερόντισσα ευπρέπισε την άρρωστη, περιμένοντας τον παπά-Σωτήρη να έρθει να την κοινωνήσει. Ρέμβασε με τα χρώματα της αυγής στον μεγάλο ουρανό νοιώθοντας μια συγκεκριμένη ελπίδα.

Πίσω στη γειτονιά ο Άλι ήταν ανάσταστος μετά από εκείνη τη βραδιά. Μια μαύρη γάτα γύρισε και του έγλειψε το χέρι, το χέρι αυτό, που τάιζε τις γάτες, το χέρι που τους έβαζε γαλατάκι. Για λίγες μέρες, παραξενεμένος από την απουσία της συντρόφισσάς του, είχε το κλειδί και πήγαινε ο ίδιος και πότιζε τα ζουμπούλια, τις γαρδένιες και όλα τα άλλα φυτά στο μπαλκονάκι της Αμέρσας. Όμως όταν έμαθε για την κατάστασή της, ξεκίνησε την ίδια στιγμή, άρπαξε την τσάντα του με τα χρήματα, πήρε το πρώτο ταξί και λίγες στιγμές αργότερα περνούσε την πύλη του νοσοκομείου. Έπεσε πάνω στον ιερέα που έβγαινε εκείνη τη στιγμή από τον θάλαμο νοσηλείας. Αντάλλαξαν ένα βλέμμα γεμάτο αλληλοκατανόηση. Όταν συνάντησε την πιστή Βάνα και της έδωσε συστάσεις, κάθισαν για λίγα λεπτά, έξω, στον διάδρομο δίπλα στο παράθυρο και συζήτησαν. Αυτή ήταν η ανταμοιβή της Βάνας και τα ευγενικά αισθήματα του Άλι, πράγμα που τον έκανε να πετάει από τη χαρά του. Είχε βοηθήσει έναν άνθρωπο, έναν άνθρωπο δικό του. Μέχρι που μια μέρα έπεσαν τα πέταλα από το τριαντάφυλλο, όπως πέταξε και η ψυχή της Αμέρσας για τα ουράνια.

Όταν η Βάνα πήγε να προετοιμάσει την κλίνη για τον επόμενο ασθενή, δυο δάκρυα κύλησαν στο σιδερένιο στήριγμα του κρεβατιού το οποίο ήταν κρύο σαν τον θάνατο. Χρόνια αργότερα και αφότου έμαθε για την κηδεία του Σωτήρη από την εφημερίδα, λυπήθηκε πραγματικά, όχι τόσο για τον θάνατό του, όσο για τον τρόπο που πέθανε. Ο Σωτήρης είχε ανεβάσει πυρετό και υπέφερε και από καρδιά. Μόνος του στο ασθενοφόρο μέχρι να φτάσει στο νοσοκομείο. Τα τελευταία απελπισμένα του λόγια ήταν «βρε παιδιά δεν υπάρχει ένας γιατρός για μένα;» Αυτόματα το μυαλό της Βάνας πήγε σε εκείνο το τελευταίο βράδυ στην κλινική όπου η Αμέρσα πέταγε ζεστή, σαν πουλάκι. Ας είσαι συγχωρημένος, μονολόγησε η Βάνα. Καλό σου ταξίδι, Σωτήρη μου. Η ευχή της Αμέρσας να σε συνοδεύει και να σε προσέχει εκεί που πας.

Ατενίζοντας τον καταγάλανο καλοκαιρινό ουρανό έξω από το παράθυρο του νοσοκομείου η Βάνα χαμογελώντας μονολόγησε: οι κόρες μου θα προκόψουν, θα είναι καλότυχες, θα το φροντίσω εγώ. Ένα περιστέρι καθόταν στο παράθυρο του διαδρόμου και φτερούγισε προς τα έξω, στα ουράνια, σκεπάζοντας ολόκληρη την πτέρυγα του νοσοκομείου με το πέταγμά του, την ελευθερία του, και με ένα αίσθημα συμπόνιας και ελπίδας.

_

γράφει η Αλεξάνδρα Μιχαλοπούλου

Ακολουθήστε μας

Οι προσφορές των εφημερίδων

Κερδίστε το!

Οι ταινίες της εβδομάδας

Οδηγός ιστοσελίδας

Αρχείο

Διαβάστε κι αυτά

Δυο κουμπιά και μισό καρότο…

Δυο κουμπιά και μισό καρότο…

Μια μέρα μετά το χιόνι. Ήταν γκρίζα, ''κλεισμένη'' η προηγούμενη μέρα. Πολλοί δεν θέλησαν να μετακινηθούν, ο πάγος δεν αστειεύεται. Όπου δεν βλέπει ο ήλιος, ο χιόνι είναι πιο ''σκληρό'', πιο ''άγριο''. Οι πιτσιρικάδες προφανώς δεν καταλαβαίνουν από λογικές. Κάπου...

Η Ωραία Θάσος

Η Ωραία Θάσος

- γράφει η Ιωάννα Μαρία Νικολακάκη - Θα ‘χε ένα χρόνο τώρα, ίσως και παραπάνω, που ο Σταμάτης ο Δακαρέμης είχε ανοίξει εκείνο το καινούργιο καφενείο στην πάνω γωνία του Νέου Φαλήρου. Προηγουμένως, ο χώρος αυτός ενοικιαζόταν για κάτι παραστάσεις χοροδράματος, δεν...

Ο Ντόγκυ

Ο Ντόγκυ

Ο Δημητράκης ήταν ένα μοναχικό αγόρι επτά χρόνων. Δεν ήταν αυτό που λέμε ’’μονόχνοτος,’’ παρά ταύτα δεν  έκανε  παρέες και φίλους, ούτε εύκολα ούτε δύσκολα. Στα διαλείμματα του σχολείου, ναι μεν συμμετείχε στα ομαδικά παιχνίδια των συμμαθητών του, μα μόλις ακουγόταν...

0 σχόλια

0 Σχόλια

Υποβολή σχολίου