Έχασα τη ζωή μου ταξιδεύοντας…

6.03.2021

έχασα τη ζωή μου

ταξιδεύοντας

σε μιαν άλλη ζωή;

Ήτανε τότε που σε περιγελούσε η πιτσιρικαρία της πλατείας. Δεν ήταν η πρώτη φορά. Το θυμάμαι καλά, γιατί σήκωσες μια πέτρα και τους κυνήγησες αλαλάζοντας και απειλώντας, άσχετα αν εκείνοι γελούσαν.

Ακολούθησε η εποχή της απόρριψής σου. Απομακρύνθηκα, από την άλλη μέρα μου έγινες άγνωστος. Τόσο απότομα, λες και ο γκρεμός ο ίδιος γκρεμίστηκε. 

Νυχτιές έρχεσαι στη σκέψη. Νοσταλγικά μπορώ να πω. Τότε που έστρωνες στα κλουβιά με τις καρδερίνες εφημερίδες, τότε που γελούσες χωρίς λόγο. Και ενώ γαληνεύω με τη σκέψη σου, τρέχουν εκείνα τα απαίσια σάλια και θυμάμαι τις σκέψεις μου τις τότε, υπομονή μου έλεγαν και μιας και το έλεγαν οι σκέψεις, έκανα.

Θυμάμαι τότε που πήρες να χαϊδέψεις μια καρδερίνα, την έβγαλες από το κλουβί τόσο προσεκτικά, την πλησίασες στο στόμα σου να νιώσεις τους κτύπους της, ήσουν τόσο βολικός που εκείνη λες και δεν ανάπνεε και τι το ‘θελες, είπες να της χαϊδέψεις τον λαιμό, την έσφιξες τόσο, αναθεματισμένε, φώναξε ο παππούς, είναι οι φωνές που βγάζουμε για να το μετανιώσουμε αμέσως, αναθεματισμένε και έτρεξες στην αγκαλιά μου.

Ή τότε που οι θορυβούντες της πλατείας σε σήκωσαν στους ώμους τους και σε περιέφεραν, Λόγο! Λόγο! φωνασκούσαν, εσύ, ο αρχηγός τους, γελούσες και γέμιζες το πουκάμισό σου σάλια, έτρεξα και σε απέσπασα από τις ορέξεις τους και μου θύμωσες. Γιατί; Γιατί έλυσα βίαια τον θρίαμβό σου;

Και πόσες φορές σαν σε έβλεπαν τα αλάνια και ακολουθώντας σε πανηγύριζαν κι εσύ σήκωνες τα χέρια και τα έσφιγγες δεμένα γροθιές, τροπαιούχος νικητής και κατακτητής των πάντων, έτρεχα, οι φωνές και τα γέλια είχαν μια άλλη χροιά και έδειχναν τη δικιά σου παρουσία, έτρεχα, να έχεις τον νου σου, έλεγα την κάθε στιγμή, να έχεις τον νου σου!

Κουράστηκα; Κουράζεται ποτέ η αγάπη; Ίσως βαρέθηκα να είμαι στο επίκεντρο σαν προστάτης ή σαν δεσμώτης, διάλεξε, και είπα να ξαναοργανωθώ, να ζήσω τη ζωή μου αλλιώς. Είχα κι εγώ ζωή και ίσως να ήταν μακριά σου.

Η αλήθεια είναι πως υπήρχαν φορές που ζήλευα. Ναι ζήλευα. Εκείνους που σ’ έβλεπαν αλλιώς και τους άλλους που τους ήσουν αδιάφορος. Όλοι τραβούσαν μια ζωή δίχως ή με περιορισμένες τύψεις, γιατί να έχω τύψεις ποτέ μου δεν κατάλαβα, για σένα, τότε που είχα την έγνοια σου αλλά και τώρα, δίχως την έγνοια σου ή την έγνοια κάποιου που να σου μοιάζει.

Έμαθα για τον βιασμό σου, ναι βιασμό αν και πλησιάζεις τα τριάντα καθώς υπολογίζω και σε βίασαν, ναι σε βίασαν εκείνες οι τρεις, τι να ήθελαν από εσένα; Έμαθα πως εκτός από το σπέρμα σου πήραν και την παρθενιά σου από πίσω και ήταν σαν τότες που σε γέμισαν με χαπάκια και κόντεψες να πεθάνεις και σαν στυλώθηκες ξεγυμνώθηκες στη μέση του δρόμου και περιέφερες σε όλο το τετράγωνο τη γύμνιά σου και το μόνο που άκουγα, πόσον μεγάλον τον έχει, μόνον αυτό και κανένας έστω κρίμα το παιδί, μονάχα πόσον μεγάλον τον έχει!

Συνηθίσαμε στην κοροϊδία σαν δεν είμαστε θύμα της, συνηθίσαμε στον πόνο των άλλων και ίσως να τον βλέπουμε σαν μια ευχάριστη νότα στον πόνο μας.

Κι εγώ; Λέω πως σε παράτησα ή λέω πως τράβηξα τη ζωή μου και ότι και να ακούω κάνω την αδιάφορη, υπάρχουν και οι υπηρεσίες του κράτους, λέω.

Και έμαθα πως τώρα σε περιμάζεψε, τι ρήμα και αυτό, η Ρίτα, εκείνη που νιώθει μεγαλύτερο πόνο από μας, πόσες φορές την έχω τύχει να κλαίει κοιτώντας ή ακούγοντας για τη θλίψη κάποιων, σε περιμάζεψε έμαθα και λέω πως θα ζήσω ήσυχα πλέον. Ξέρεις, μαλακώνει τη συνείδησή μας ο πόνος σαν τον νιώθουν οι άλλοι, γιατί αναγνωρίζουμε αυτόν τον πόνο που είχαμε εμείς κάποτε. Κάποτε. Δεν τους επωμίστηκε, αλλά τον δέχτηκαν από καρδιάς, όχι όπως ο Σίμων ο Κυρηναίος, που μπορεί να ήταν μεγαλόψυχος ή να έπραττε προς όφελός του μελλοντικό, ποιος ξέρει. Και βυθίζομαι τώρα σε αυτό που καταριόμουν και αποστρεφόμουν, στη μιζέρια της ζωής μου. Και όμως, αυτή η μιζέρια λέω πως μου αρέσει.

Είδα ψες τον Νίκο, η αιτία να σου γράψω ετούτη τη γραφή, πως μεγάλωσες έτσι, του έκανα, τόσος δα ήσουν, ένα νιάνιαρο και γέλασα και θυμάμαι πως τα παιδιά μεγάλωναν, σοβάρευαν, σε έβλεπαν αλλιώς και μέρευαν απέναντί σου, μα πάντα υπήρχαν παιδιά για να σε βάζουν αρχηγό σε ανήμερα παιχνίδια.

Κι εγώ έβλεπα, τόσα χρόνια έβλεπα και έτρεχα και σε άδραχνα από τα χέρια τους ή τις ορέξεις τους και σε προστάτευα, έτσι έλεγα κι ας σοβάρευες εσύ κάθε φορά, ίσως να λυπόσουν κιόλας, γιατί σ’ εκείνα τα παιχνίδια μπορεί να ήσουν το παίγνιο, ήσουν και ο πρωταγωνιστής και ίσως αυτό να σου έδινε δύναμη στο κορμί πως δεν είναι παράταιρο, μιας και το μυαλό σου αδυνατούσε να αισθανθεί την κάθε ιδιαιτερότητα.

Και τώρα λέω πως ησύχασα. Το ξαναλέω να το πιστέψω μάλλον. Έρχεσαι βέβαια κάποιες νυχτιές, σαν σκέψη, κάποιες νυχτιές ακούω τα ακατάληπτά σου λόγια, στήνω αυτί να ακούσω αν με φωνάζεις, όμως εσύ εξακολουθείς να ζεις στον τωρινό σου κόσμο χωρίς εξαρτήσεις, δεν ζήτησες ποτέ και από κανέναν βοήθεια. Δεν ήθελες; Δεν μπορούσες; Δεν την χρειάζεσαι;

Και μαθαίνω πως η Ρίτα έγινε οδηγός και οδηγήτρα, εκείνη έχει την αιώνια δύναμη της υπομονής και μαθαίνω πως μέρεψες, δεν είναι η αγκαλιά της αλλά τα μάτια της και η σιγουριά της, κάτι που εγώ σίγουρα δεν έχω.

Και διώχνω τις σκέψεις, τις τινάζω, όπως τινάζουμε ένα τραπεζομάντιλο να φύγουν τα ψίχουλα και όμως εκείνος ο λεκές από την ιδρώτα σου, λεκές σαν από αίμα ή από κρασί μιας μυστικής μετάληψης, όλο και απλώνεται και μεγαλώνει και κατακτά όλο και περισσότερο χώρο και οι ξένες με εσένα σκέψεις όλο και συρρικνώνονται και όλο οι σκέψεις μου επιστρέφουν σ’ εσένα.

Είναι η τιμωρία της εγκατάλειψης; Ή της αποτυχίας της ζωής μου μετά από εσένα;

_

γράφει ο Θεόδωρος Πάλλας

Ακολουθήστε μας

Η βαλίτσα και το αλεξικέραυνο

Η βαλίτσα και το αλεξικέραυνο

Ούτε οι κατασκοπίες μού αρέσουν – χρειάζεται κάποιος να έχει μεγάλες αντοχές, τόσο σωματικές όσο και ψυχικές για ένα τέτοιο μπλέξιμο- ούτε μυστήρια και οι ίντριγκες, τα μαχαιροβγάλματα και τα τρομοκρατικά κτυπήματα πίσω από κατεβασμένες κουκούλες και οδοφράγματα από...

Νόστος

Νόστος

Η Λουκρητία αγουροξυπνημένη και πατώντας στις μύτες των ποδιών της για να μην ταράξει τον Γιάννη, προχωρά προς προς τον γωνιακό μπουφέ του δωματίου, στο σεντούκι με τις αναμνήσεις. Ανοίγει το κάτω συρτάρι και κρατά στα χέρια της μια πολύτιμη φωτογραφία, αδιάψευστο...

Το μήνυμα ελήφθη

Το μήνυμα ελήφθη

Μάταια έψαχνε να βρει τον ταχυδρόμο να τον ρωτήσει. Δεν ήταν πουθενά, ώσπου πληροφορήθηκε ότι άλλαξε γειτονιά. Μετά εξαφανίστηκε. Αγνοούμενος. Τα ίχνη του χάθηκαν για πάντα. Ίσως να γνώριζε κάτι το λευκό περιστέρι. Όταν το αντάμωσε μόνο λευκό δεν ήταν. Μαύρα τα είχε...

Η διάσταση

Η διάσταση

«Έχω μια βιβλιοθήκη» της είπα. «Αξίζει να τη δεις».  «Έλα τώρα»! απάντησε και πήρε εκείνο το ύφος το ενοχλημένο, όταν πιέζεται για κάτι που δε θέλει. «Πιστεύεις πως μπορώ να χάνω το χρόνο μου με βιβλία; Δεν με ενδιαφέρουν. Κάτι άλλο πρέπει να βρω, να περνάω τις...

Να βλέπω το Θεό…

Να βλέπω το Θεό…

- γράφει ο Κώστας Θερμογιάννης - Είχε ανάγκη την παρουσία του, έστω και βουβή. Οι Παρασκευές ήταν δύσκολες, άλλαξαν όλα από τότε που εκείνος έφυγε από κοντά της μια Παρασκευή βράδυ, ένα φθινόπωρο σαν και τούτο, μουντό κι αφιονισμένο σαν τα λυσσασμένα σκυλιά που...

Ακολουθήστε μας στο Google News

Ακολουθήστε μας στο Google News

Διαβάστε κι αυτά

Να βλέπω το Θεό…

Να βλέπω το Θεό…

- γράφει ο Κώστας Θερμογιάννης - Είχε ανάγκη την παρουσία του, έστω και βουβή. Οι Παρασκευές ήταν δύσκολες, άλλαξαν όλα από τότε που εκείνος έφυγε από κοντά της μια Παρασκευή βράδυ, ένα φθινόπωρο σαν και τούτο, μουντό κι αφιονισμένο σαν τα λυσσασμένα σκυλιά που...

Αυτά τα αβέβαια χρόνια

Αυτά τα αβέβαια χρόνια

Ο Παύλος δεν ήταν ξεκούραστος. Άφησε το βλέμμα του να περιπλανηθεί για λίγο στις αφίσες του φοιτητικού του διαμερίσματος και στο ομοίωμα ανθρώπινου σκελετού που στόλιζε το γραφείο του και στη σκέψη του άφηνε τον εαυτό να τον φαντάζεται να καθαρίζει τη βρωμιά που...

Η πιο ευτυχισμένη μέρα της ζωής της

Η πιο ευτυχισμένη μέρα της ζωής της

_ γράφει η Μαργαρίτα Κτωρίδου - «Η πιο ευτυχισμένη μέρα της ζωής σου!». Έτσι της έλεγαν όλοι. Μα εκείνη δεν ένιωθε έτσι. Η πιο ευτυχισμένη μέρα της ζωής της είχε περάσει. Ξημέρωσε κι έφυγε μαζί του. Η Μένη. Πού είναι η Μένη;  Τη βρίσκει πάνω από το τραπέζι -φυσικά. Η...

0 σχόλια

0 Σχόλια

Υποβολή σχολίου