Select Page

Ίων του Ευριπίδη

Ίων του Ευριπίδη

 

 

euripides_b

Ο Ευριπίδης είναι ο ένας από τους τρεις σπουδαιότερους τραγικούς του αρχαίου Ελλαδικού κόσμου. Σύμφωνα με τις πηγές που έχουμε, γνωρίζουμε ότι γεννήθηκε το 485 π.Χ. και απεβίωσε το 406 π.Χ. ενώ καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής του έγραψε συνολικά 81 έργα από τα οποία έχουν διασωθεί ολοκληρωμένα μόνο τα 19.

Ένα από αυτά τα έργα είναι ο Ίων. Ο Ίων γράφτηκε γύρω στο 412 π.Χ. (δηλαδή στην ώριμη ηλικία του Ευριπίδη) και αποτελείται από 1622 στίχους. Η υπόθεση χρησιμοποιεί στοιχεία που χαρακτηρίζουν γενικώς τα θεατρικά έργα του Ευριπίδη: έντονη φαντασία, γρήγορη δράση και μια υπέρμετρη απαισιοδοξία που όμως εναλλάσσεται με μικρές δόσεις χιούμορ και αστεϊσμών.

Η Κρέουσα, κόρη του Ερεχθέα από την Αθήνα, μένει έγκυος χωρίς την θέλησή της από τον Θεό Απόλλωνα και μετά από 9 μήνες φέρνει στον κόσμο ένα αγόρι, το οποίο και γεννά μόνη της χωρίς την βοήθεια μαίας και χωρίς να το γνωρίζει η οικογένειά της. Φοβούμενη τον πατέρα της, του οποίου το όνομα και η φήμη ήταν ξακουστή και για να μην προσβάλλει την γενιά της, αποφασίζει με πόνο καρδιάς να εγκαταλείψει το παιδί με τα σπάργανά του μέσα στην ίδια την σπηλιά που συνευρέθηκε με τον Θεό Απόλλωνα, θεωρώντας ότι ο θάνατος του μωρού ήταν η καλύτερη λύση και για αυτήν και για την οικογένεια της. Ωστόσο η θεά Αθηνά σώζει το βρέφος και έπειτα από παρότρυνση του Απόλλωνα και με τη βοήθεια του Θεού Ερμή το μικρό μωρό μεταφέρεται στους Δελφούς και το μεγαλώνει η Πυθία μέσα στο μαντείο. Τα χρόνια πέρασαν και η Κρέουσα παντρεύτηκε τον Ξούθο, ο οποίος και την έλαβε ως λάβαρο πολέμου, και ζουν μαζί χωρίς όμως για πολλά χρόνια να αποκτήσουν παιδί. Έτσι παίρνουν μαζί την απόφαση να επισκεφτούν το μαντείο των Δελφών και να ζητήσουν έναν χρησμό από τον Θεό για το τι μέλλει γενέσθαι. Εκεί η Κρέουσα συναντά τον Ίωνα, τον γιό της, του οποίου το όνομα του έδωσε πρώτος απ’ όλους ο Ερμής (όπως αποκαλύπτει στην εισαγωγή του έργου). Χωρίς φυσικά να τον αναγνωρίσει αρχίζει να συζητά μαζί του για την καταγωγή της, την μέχρι στιγμής ζωή της και τον λόγο για τον οποίο επισκέφτηκε τον ναό του Απόλλωνα. Εν τω μεταξύ ο Ξούθος λαμβάνει τον χρησμό από το Ιερό Μαντείο, ο οποίος του ορίζει πως δεν θα γυρίσει σπίτι δίχως παιδί. Πιο συγκεκριμένα, σύμφωνα με τον διευκρινιστικό χρησμό, τον πρώτο άνθρωπο που θα συναντούσε κατά την έξοδό του από τον Ναό, θα έπρεπε να τον θεωρήσει γιό του, γιό σταλμένο από τον Θεό. Και πράγματι ο Ξούθος βγαίνοντας από τον ναό βλέπει κάποιον, τον Ίωνα, τον οποίο και αγαλλιάζει με θέρμη, όπως του άλλωστε ζήτησε ο Θεός. Ο Ίωνας, ο οποίος καθ’ όλη τη ζωή του παρουσιάζεται αφοσιωμένος και υπόχρεος στον Θεό Απόλλωνα, δέχεται την απόφασή του και ετοιμάζεται να γυρίσει στην Αθήνα για να κυβερνήσει ως νόμιμος γιός του Ξούθου.

Το γεγονός αυτό πικραίνει πολύ την Κρέουσα, η οποία καταριέται τον Θεό που δεν της προσφέρει ένα δικό της παιδί και τον κατηγορεί ότι νοιάζεται μόνο για την αποκατάσταση του δικού του γιου. Έτσι με την παρότρυνση του πρεσβευτή και των γυναικών (στο έργο πρόκειται για τον χορό), αποφασίζει να δηλητηριάσει κρυφά τον Ίωνα το συντομότερο δυνατόν με μία σταγόνα αίμα γοργόνας, η οποία δόθηκε στους προγόνους της από την Θεά Αθηνά. Το σχέδιο της αποτυγχάνει τελικά και ο Ίων εξοργισμένος επιθυμεί να σκοτώσει την μητριά του, η οποία αν και του φάνηκε ευγενική στην αρχή, στο τέλος θέλησε χωρίς λόγο να του αφαιρέσει τη ζωή. Σε αυτήν την έντονη συναισθηματικά σκηνή τον λόγο παίρνει η Πυθία, η οποία αποφασίζει να δώσει στον Ίωνα τα σπάργανα και τα πράγματα, τα οποία είχε από τότε που τον εγκατέλειψε η μητέρα του. Αποκαλύπτεται μέσα από έντονο συναισθηματισμό έτσι, πως ο Ίων είναι ο πολυπόθητος γιός της Κρέουσας και μετά από τόσα χρόνια ο Θεός αποφάσισε να ξαναενώσει τις μοίρες τους. Η Κρέουσα καταφέρνει να υπερνικήσει την αρχική δυσπιστία του γιού της και η Θεά Αθηνά εμφανίζεται ως φύλακας των σχέσεων και του μέλλοντος τους.

Πρόκειται για ένα έργο με πολύ γρήγορη πλοκή , που παρουσιάζει ενδιαφέρον σε όλη την έκταση του και δεν κουράζει ούτε λεπτό τον αναγνώστη ή τον θεατή. Η αρχική στιχομυθία του Ίωνα με την Κρέουσα, χρησιμοποιώντας ξεκάθαρα το στοιχείο της τραγικής ειρωνείας (ο αναγνώστης και ο θεατής γνωρίζει ότι οι δύο ήρωες έχουν τη σχέση μητέρας- γιού ενώ οι ίδιοι οι πρωταγωνιστές το αγνοούν), εγείρει ακόμη περισσότερο το ενδιαφέρον του αναγνώστη-θεατή ενώ ταυτόχρονα του προκαλεί αγωνία για την έκβαση της ιστορίας.

Οι πρωταγωνιστές (Ίων- Κρέουσα) στο αρχικό αυτό σημείο, παρουσιάζονται σκόπιμα ως δύο πολύ ευγενικές υπάρξεις: ο μεν Ίωνας έχει αφιερώσει ολόκληρη τη ζωή του για χάρη του Απόλλωνα και παρουσιάζεται ως απόλυτα πιστός και αφοσιωμένος δούλος του, η δε Κρέουσα παρ’ όλη την ξακουστή και πλούσια γενιά της εμφανίζεται με διακριτικότητα και με μεγάλη αγάπη και σεβασμό προς τον σύζυγό της. Παρ’ όλη μάλιστα την αδικία που υπέστη από τον Θεό Απόλλωνα και από την προδοσία που ένιωσε στο παρελθόν, φαίνεται πως τον εκτιμάει και τον εμπιστεύεται, πράγμα που φαίνεται ολοκάθαρα από το γεγονός του ότι αποφασίζει να ζητήσει την συμβουλή και τον χρησμό του.

Στην συνέχεια και πάλι στην Β΄ σκηνή, παρουσιάζεται η Κρέουσα να έχει την ανάγκη να μιλήσει για το νεανικό της βάσανο που σαφέστατα και την συνοδεύει για όλη της τη ζωή. Μόνο που σε αυτή την παρουσίαση ως υποτιθέμενη παθούσα αναφέρει μία φίλη της. Ο λόγος ξεκάθαρος. Η επιβράδυνση του έργου και η σταδιακή αποκάλυψη και η αποκατάσταση της πλήρους αλήθειας. Άλλωστε τι νόημα θα είχε εάν οι πρωταγωνιστές μάθαιναν τα πάντα τόσο εύκολα από την δεύτερη κιόλας σκηνή; Αναμφίβολα δεν θα υπήρχε έργο αλλά μόνο μία δισέλιδη ιστορία. Ακόμη και αυτός ο τρόπος επιβράδυνσης όμως αποτελεί ένα ιδιαίτερο τέχνασμα του Ευριπίδη. Ενώ δηλαδή ουσιαστικά η αλήθεια για τον θεατή έχει κατά ένα μεγάλο ποσοστό αποκατασταθεί από την αρχική αυτή στιχομυθία, αυτό δεν τον ενοχλεί στην εξέλιξη του έργου, δεν νιώθει θα μου επιτρέψετε την έκφραση ότι «τρώει μασημένη τροφή». Αντιθέτως κατά έναν περίεργο τρόπο συγκεντρώνεται και παρακολουθεί με μία μεγαλύτερη αβεβαιότητα την συνέχεια.

Στη συνέχεια βλέπουμε στην Γ’ και στην Δ’ σκηνή την αρχική αποκάλυψη του μαντείου στον Ξούθο, ότι δηλαδή δεν θα γυρίσει αυτός και η γυναίκα του σπίτι χωρίς παιδιά. Ο χορός σε αυτό το σημείο χρησιμοποιείται αφενός από τον Ευριπίδη ως επιβράδυνση της εξέλιξης της ιστορίας και ξεκούραση του θεατή και αφετέρου ως επανάληψη του μέχρι στιγμής νοήματος για την καλύτερη εμπέδωσή του.

Στην Πέμπτη σκηνή παρουσιάζεται εξίσου αριστοτεχνικά και με αρκετές εικόνες που θυμίζουν κωμωδία, το «σμίξιμο» του Ξούθου με τον Ίωνα, σμίξιμο δηλαδή πατέρα-γιου. Πρόκειται για μια ακόμη στιχομυθία κατά την οποία φαίνεται ο ενθουσιασμένος Ξούθος να προσπαθεί να αγκαλιάσει στον νέο του γιό τη στιγμή που εκείνος τον θεωρεί τρελό. Όντας όμως μεγαλωμένος μέσα στον ναό του Απόλλωνα τελικά πείθεται για τα λεγόμενα του και αναγνωρίζει τον καινούργιο του πατέρα. Εντύπωση προκαλεί σε αυτό το σημείο η φράση του Ίωνα: «Αγαπητή μητέρα μου! πότε θα ιδώ κ' εσένα; τώρα ποθώ για να σε ιδώ περσότερο από πρώτα. μα τι να κάνω τώρα πεια, αν ήσαι πεθαμένη!». Φράση που σκόπιμα χρησιμοποιεί ο Ευριπίδης για να δώσει ακόμη μία φορά μια νότα απαισιοδοξίας και τραγικότητας στο έργο του. Ο νεαρός Ίωνας δυσκολεύεται να συνειδητοποιήσει τη νέα του θέση και φαίνεται προβληματισμένος όμως η πίστη του και η αισιοδοξία του δεν τον αφήνουν να απελπιστεί και έτσι αποφασίζει να μεταβεί στην Αθήνα για να αναλάβει το βασίλειο του πατέρα του. Την σκηνή κλείνει ο χορός, ο οποίος δείχνει να λυπάται την Κρέουσα την οποία ο Θεός αποφάσισε να αφήσει άτεκνη και στην θέση του δικού της παιδιού προτίμησε να βάλει το δικό του.

Στη συνέχεια στη σκηνή εμφανίζεται και πάλι ο χορός αυτή τη φορά μαζί με τον θεράπων, ρόλος πολύ σημαντικός για το έργο. Παρόλο , λοιπόν ,που η σκηνή της απόπειρας δηλητηρίασης του Ίωνα δεν αναπαρίσταται στην σκηνή , ο θεράπων την περιγράφει με τέτοιον τρόπο που κάνει τον θεατή και τον αναγνώστη να την σκηνοθετήσει αμέσως στο μυαλό του και να την φανταστεί να παίζεται μπροστά στα μάτια του. Αξιοσημείωτη είναι σε αυτό το σημείο η εικόνα της αποκάλυψης του δηλητηρίου μέσα στο κρασί του ‘Ίωνα. Ενώ, λοιπόν μετά την πρόποση ετοιμάστηκαν όλοι να πιούν από τα ποτήρια τους, κάποιος από τους δούλους ξεστόμισε μια αισχρολογία. Ο Ίωνας έχοντας μεγαλώσει μέσα στο ναό του Θεού, θεώρησε ως κακό οιωνό την κουβέντα αυτή και άδειασε το ποτήρι του κατά γης ενώ παρότρυνε και τους υπόλοιπους να κάνουνε το ίδιο. Αμέσως τότε κατέβηκαν θεόσταλτα περιστέρια και ήπιαν το πεσμένο κρασί που βρισκόταν μπροστά από τον καθένα. Μόνο το περιστέρι που ήπιε το κρασί του Ίωνα άρχισε να σπαρταρά από τον πόνο ώσπου τελικά κατέληξε νεκρό. Στο σημείο αυτό κρίνεται αξιοσημείωτη η έντονη θεϊκή παρουσία που προστάτευσε τον Ίωνα από τον θάνατο. Ακόμη η περιγραφή του θεράποντα κάνει την αφήγηση να κυλά γρηγορότερα παρόλη την ουσιαστική επιβράδυνση της ιστορίας, καθώς η θέση όπου τοποθετείται και ο λόγος που χρησιμοποιεί δεν πιέζει τον θεατή.

Έτσι ξαφνικά και απρόσμενα φέρεται ο χορός και η Κρέουσα να κατηγορούνται για την απόπειρα δολοφονίας του Ίωνα και η σκηνή γίνεται ολοένα και πιο έντονη. Ο λόγος φαίνεται να κυλάει πιο γρήγορα, η διάθεση των πρωταγωνιστών αλλάζει κατά κόρον και οι εικόνες που παρουσιάζονται από τα λόγια (κυρίως της Κρέουσας) είναι παραστατικές και γεμάτες απαισιοδοξία και φόβο.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η Δ’ σκηνή αυτού του μέρους στην οποία γίνεται ένας ουσιαστικός διάλογος μεταξύ μάνας-γιού. Ο Ίωνας μιλά εξοργισμένος στην Κρέουσα ζητώντας τον θάνατό της. Πρόκειται για μια εικόνα κραυγής και απόγνωσης που αναμφισβήτητα προκαλεί την συμπόνια του θεατή καθώς ειδικά ο Ίωνας αποτελεί το τραγικότατο πρόσωπο του συγκεκριμένου έργου. Εγκαταλείφθηκε από την μητέρα του βρέφος ακόμη και αφιέρωσε την ζωή του σε έναν ναό, την στιγμή που θα μπορούσε να έχει μία παραπάνω από αξιοπρεπέστατη ζωή έχοντας μητέρα από άξια οικογένεια και πατέρα έναν Θεό. Η αναφορά του στην μητέρα του «Περσότερο λυπάμαι τη μάννα μου από σένα, γιατί και χωρισμένος που είμαι από κείνη, δεν παύω τ όνομά της συχνά να το καλώ.» γίνεται πάλι για λόγους τραγικής ειρωνείας και ο Ευριπίδης την χρησιμοποιεί βεβαίως σκόπιμα για να προκαλέσει τον οίκτο, αυτή τη φορά ίσως στο απόγειό του, στο κοινό. Η Κρέουσα βρίσκεται στον βωμό του Θεού Απόλλωνα και του ζητάει άσυλο ενώ ταυτόχρονα εξηγεί τους λόγους για τους οποίους θέλησε να σκοτώσει τον Ίωνα. Ασυνείδητα ο θεατής συγχωράει κατά κάποιον περίεργο τρόπο την Κρέουσα, στην οποία ναι μεν καταλογίζει την ευθύνη, όμως κατανοεί την τραγικότητα της θέσης της και την δυστυχία που την περιβάλλει τόσα χρόνια.

Η σκηνή Ε΄ του μέρους αυτού της τραγωδίας είναι ο καταλύτης της έκβασης της ιστορίας. Η επιβλητική εμφάνιση της Πυθίας σίγουρα είναι κάτι εντυπωσιακό για ένα έργο. Πόσο μάλλον το σημείο στο οποίο εμφανίζεται. Πάνω στην πιο κρίσιμη στιγμή και ενώ ο ‘Ίωνας είναι έτοιμος να σκοτώσει την ίδια του τη μητέρα χωρίς να το γνωρίζει τον λόγο παίρνει η τόσο σπουδαία μάντισσα, η οποία γνωρίζοντας την πάσα αλήθεια, συγκρατεί τον εξαγριωμένο νεαρό και του δίνει το καλάθι στο οποίο τον βρήκανε βρέφος. Μαζί με τα σπάργανά του, του δίνει και την εντολή-ευχή να βρει την μητέρα του και του τονίζει πως ο δικός της ρόλος τέλειωσε.

Η Κρέουσα ούσα παρούσα σε αυτό το γεγονός και με βαθιά συγκίνηση αναγνωρίζει τα παιδικά πράγματα του γιού της και του εξηγεί όλη την αλήθεια προσπαθώντας να του αποδείξει τα όσα υποστηρίζει. Πρόκειται για την πιο φορτισμένη συναισθηματικά εικόνα της τραγωδίας καθώς ξεσπά όλος ο πόνος των δύο πρωταγωνιστών επάνω στην σκηνή και σαφώς το πάθος και η ένταση σχεδόν αμέσως μεταδίδονται στον θεατή, ο οποίος αρχίζει σταδιακά να ανακουφίζεται μετά την τόση αγωνία που τον κυριαρχούσε. Η κάθε λέξη της Κρέουσας φαίνεται σα να πηγάζει με λυγμούς από το στόμα της και κάθε της φράση περικλείει έναν πλούτο συναισθημάτων σχετικών με τον πόνο της, ο οποίος σταδιακά υποχωρεί και δίνει την θέση του στην ευτυχία που αντάμωσε ξανά τον μονάκριβο γιό της.

Η τελευταία σκηνή της τραγωδίας δεν θα μπορούσε παρά να είναι εξίσου επιβλητική με την αρχή της. Στην έναρξη, λοιπόν έχουμε τον Θεό Ερμή να συνοψίζει με λίγα λόγια την ιστορία και να εισάγει τον θεατή στο έργο ενώ στο τέλος έχουμε την Θεά Αθηνά, η οποία παρουσιάζεται μπροστά στους πρωταγωνιστές για να σημάνει το τέλος της τραγωδίας τους. Η εμφάνιση των δύο αυτών θεών δίνει στο έργο μία ιδιαίτερη σημασία καθώς στα μάτια του τότε θεατή η ιστορία φάνταζε ως κάτι που θα μπορούσε να συμβεί στον καθένα, πράγμα που τον έκανε να πιστεύει όλο και περισσότερο σε ένα θεόσταλτο σημάδι ή και θαύμα. Η Αθηνά ανακοινώνει, λοιπόν, πως οι δύο ήρωες μπορούν επιτέλους να επιστρέψουν μονιασμένοι στο σπίτι τους μαζί και πως αυτή από εδώ και πέρα θα είναι η προστάτιδά τους ενώ τους ζητά να μην αποκαλύψουν την αλήθεια στον Ξούθο.

Δεν θα μπορούσε σαφώς να λείπει από την έκβαση της ιστορίας ο Απόλλων, ο οποίος αποκαθίσταται τόσο στα μάτια της Κρέουσας όσο και σε αυτά του κοινού, το οποίο του καταλόγιζε πολλές (αν όχι όλες) της ευθύνες για τον πόνο των δύο πρωταγωνιστών. Η ίδια η Κρέουσα ζητά συγγνώμη για τα λεγόμενά της προς το πρόσωπό του και τον ευχαριστεί για το δώρο που της έκανε και έσωσε τον γιό της από βέβαιο θάνατο. Ο Ευριπίδης καταφέρνει έτσι να δημιουργήσει μια πλήρη θετική εικόνα για τους θεούς και σε καμία περίπτωση δεν αφήνει κάποιο αρνητικό υπονοούμενο να αιωρείται. Το τότε κοινό έτσι, δεν αισθάνθηκε ότι προσβλήθηκε ή θίχτηκε κάποιος Θεός και εξακολουθεί να διατηρεί την εξιδανικευμένη μορφή τους στο μυαλό του, πράγμα σημαντικό για τους φανατισμένους πιστούς της τότε αρχαιότητας.

Ο Ίων δεν είναι σήμερα μία από τις χιλιοπαιγμένες και αγαπημένες τραγωδίες των σύγχρονων σκηνοθετών (όπως ενδεχομένως είναι οι Βάκχες ή η Ηλέκτρα). Παρουσιάζει παρόλα αυτά μία θα λέγαμε διαχρονικότητα ως προς το περιεχόμενο της. Αρχικά ο βιασμός μίας γυναίκας, η κατακραυγή του κόσμου και η προσβολή της τιμής της οικογένειας αλλά και η εγκατάλειψη ενός μωρού για λόγους ανωτέρας βίας είναι γεγονότα που δυστυχώς συναντάμε καθημερινά τριγύρω μας σε πολλές κοινωνίες ανά τον κόσμο. Μπορεί για την εποχή που συνέθετε ο Ευριπίδης τα έργα του, τα στοιχεία αυτά να ήταν πρωτόγνωρα και να φάνταζαν περίεργα και μη υλοποιήσιμα. Μπορεί όμως να ήταν κάτι γνωστό και συνηθισμένο πράγμα που ενώ μας φαίνεται δύσκολο με δεδομένες τις γνώσεις που έχουμε για την εποχή, δεν μπορεί να μας το αποκλείσει κανείς.

Βλέπουμε, λοιπόν, πως ενώ πραγματευόμαστε ένα έργο χιλίων πεντακοσίων χρόνων παλιότερο, η υπόθεση του έχει βαθύτερα συστατικά που μας φτάνουν μέχρι και την εποχή μας και ενδεχομένως να συνεχίσουν να υπάρχουν και πολλούς αιώνες μετά. Αυτό ακριβώς είναι που κάνει τον Ευριπίδη μοναδικό. Πίσω από μία ξεπερασμένη ή παλιομοδίτικη τραγωδία όπως θα την χαρακτήριζαν πολλοί, διακρίνεται η πραγματικότητα που ζει αιώνες τώρα.

Η κάθε λέξη που βάζει στο στόμα ενός ήρωα (ισχύει και για το πρωτότυπο αρχαίο κείμενο) έχει ένα «τέλος», έναν σκοπό, έναν λόγο ύπαρξης. Ο τρόπος που παρουσιάζει τον κάθε ήρωα διευκολύνει κατά πολύ έναν σκηνοθέτη να εκφράσει την προσωπική του άποψη μέσα από πολλές σκηνοθετικές πλευρές. Τέλος η σκιαγράφηση των χαρακτήρων δεν αφήνει κανένα κενό η σκοτεινό σημείο στον αναγνώστη και στον θεατή.

Ο Ευριπίδης δεν φαίνεται να κυνηγάει στο έργο αυτό την πρωτοτυπία και τον εντυπωσιασμό. Αντίθετα τον ενδιαφέρει μέσα από το απλό αποτέλεσμά του να αγγίξει την καρδιά του μέσου πολίτη και να περάσει τα συναισθήματα των ηρώων μέσω του λόγου και της ερμηνείας τους στους θεατές, πράγμα που το καταφέρνει και με το παραπάνω.

Χρησιμοποιώντας ηθελημένα ή άθελα την επιστήμη της ψυχολογίας κατάφερε να απεικονίσει δεκάδες συγκρούσεις και αντιθέσεις χρησιμοποιώντας λίγα μόνο πρόσωπα ( σύγκρουση καλού-κακού, θεού-ανθρώπου, καλής καταγωγής- κακής καταγωγής, άνδρα-γυναίκας, εξουσίας-υποταγής, συναισθημάτων-λογικής).

Αδικημένο έργο ή όχι είναι κατά την άποψη μου ένα από τα καλύτερα έργα του σπουδαίου αυτού τραγικού μας το οποίο και έχει εμπνεύσει δεκάδες καλλιτέχνες των μεταγενέστερων εποχών και συνεχίζει να εμπνέει τους ενασχολούμενους με την τέχνη νέους.

 

_

γράφει η Άντια Αδαμίδου

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Follows

Κερδίστε το!

Εγγραφείτε στο newsletter

Εκδηλώσεις

Φόρτωση περισσότερων

Διαγωνισμοί σε εξέλιξη

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!