Κι αυτές οι καμπάνες
Ας σταματήσουν πια
Να ουρλιάζουν απ’ τον πόνο
Γδαρμένες από τ’ ανελέητα χτυπήματα
μαύρων μαντατοφόρων
Και συ καμπούρη,  πάψε πια, να κρέμεσαι
Απ’ το σκοινί της γλώσσας τους
Και μη γεμίζεις τον αέρα
Με κραυγές των φαντασμάτων
Δεν είναι κανείς
Δεν υπάρχει κανείς
Να φοβηθεί
Καμιά πλατεία να γεμίσει
Από τρεμάμενα σκελετωμένα πόδια
Στους στοιχειωμένους δρόμους
Περιδιαβαίνουν τώρα οι δικές μας μοναξιές
Για να τρομάξουν τα αχτένιστα μαλλιά της Μέδουσας
Να πανικοβληθούν και οι ερινύες και οι ενοχές
Κι οι πλάνοι φόβοι
Κοίτα, κοίτα
Πώς
Σε κυκλωτικό χορό
Γύρω από την ιερή φωτιά, πώς καίμε…
κοίτα
Πώς καίμε…
Το τελευταίο δώρο της Πανδώρας
Με αλαλαγμούς λυτρωτικούς, σε στρογγυλό γιορτάσι
Κοίτα…
Πώς λούζονται οι κοπελιές
Μες στης ανελπιδιάς την αύρα
Και πώς τα αγόρια
Φτιάχνουνε στεφάνια από τις σπίθες
Κι αν είσαι ένας από μας
Πριν ξημερώσει, φύγε
Γιατί, εκεί…
Στη νοτισμένη άμμο
που κρατά το ψύχος των κυμάτων
Βγαίνουν οι χαμερπείς σκιές
Ψάχνουν δαιμονισμένα
Τις στάχτες όπου κάψαμε την τελευταία ελπίδα.
Αυτές τις κάνουν χαϊμαλιά
Τοτεμικά βραχιόλια
Φτιάχνουν λογής πλανέματα
Γυρεύουν να μας δέσουν
Ξανά και πάλι σε όνειρα
πιο φρούδα απ’ την απάτη…

 

_

γράφει η Χρυσή Γιάντσιου

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!