Παλεύω
στα μαρμαρένια αλώνια
της θλίψης σου
Ταγμένη υπέρμαχος της ανάγκης
 να αποτρέψω
τον καιάδα της μνήμης
Ντύνομαι
την πανοπλία της σιωπής
και αφουγκράζομαι
τα απαλά θροΐσματα
της μοναξιάς
Αχνοφέγγει η αυγή
πίσω η νύχτα
αφήνει τα μαύρα της πέπλα
την καρδιά ν’ αγκαλιάσουν
Οι τριακόσιοι μου
χάθηκαν
Λεωνίδας μονάχος
στήνω ορθή  την ψυχή
που ματώνει
κι αντιμάχομαι
ο εχθρός μου κραδαίνει
 τα όπλα του
Ζωντανή κράτησέ με, ικετεύω
αν χαθώ, θα χαθείς
Μοιάζουν όλα
να τέλειωσαν
Γονατίζω
ο εφιάλτης τεντώνει
το δάχτυλο
τη φωνή φυλακίζω
στο στόμα
το λεπίδι αστράφτει
στον ήλιο
το κεφάλι ακουμπώ
απαλά  στο βωμό της θυσίας
θολά πέπλα βροχής
μου θαμπώνουν το βλέμμα
Ζωντανή κράτησέ με, ικετεύω
Σαν ονείρου φτερά
μου απλώνεις τα χέρια
και με παίρνεις μακριά

Η φωνή σου σωτήριο κάλεσμα
Αν χαθείς , θα χαθώ


_

γράφει η Σοφία (Μπόρχες) Κοντογεώργου

 

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!