Ο φάκελος του έκαιγε τα χέρια. Κι εκείνο το γράμμα… ω, Θεέ μου! Δυο λόγια μόνο….

 

Το απέραντο γαλάζιο μου ανοίγει την αγκαλιά του κι εγώ δεν έχω τη δύναμη να μείνω πίσω! Γι’ αυτό… γι’ αυτό φεύγω. Φεύγω, γιατί όσο περνά ο καιρός ο πόνος μεγαλώνει κι εγώ κουράστηκα να επουλώνω πληγές... κουράστηκα να κλαίω μόνη... να μένω μόνη. Φεύγω... μα δε χάνομαι, αγάπη μου. Στο βουητό του ανέμου, στο φως του φεγγαριού στο παιχνίδισμα των κυμάτων... εκεί θα βρίσκομαι... ορατή κι αόρατη συνάμα.... εκεί που σμίγουν γη κι ουρανός... θάλασσα και ουρανός. Μα μη βιαστείς να 'ρθεις αγάπη μου. Μη βιαστείς. Αν μ αγαπάς, μη βιαστείς... μη βιαστείς

 

Λίγα μέτρα πιο πέρα, πάνω στην άμμο, είχε μείνει ξεχασμένο ένα κόκκινο φόρεμα στο χρώμα της φωτιάς… μόνο κι ορφανεμένο από το κορμί της… μόνο κι ορφανεμένο από την ύπαρξή της…

 

_

γράφει η Σμαραγδή Μητροπούλου

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!